Legislator Case Law & Legislation
397/2023 AI generated

397/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 397/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

397/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1319/2017).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 397 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Συνιδιοκτησίας "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Γεωργιλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1034/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6066/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα συνιδιοκτησία με την από 20-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 20.9.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7206/891/20.9.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της 6066/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρα 144 παρ. 1 και 147 παρ. 1 ΚΠολΔ- βλ. την 5246Γ/20.7.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ. Π., από τις οποίες προκύπτει η τήρηση της τριακονθήμερης προθεσμίας, η έναρξη της οποίας έλαβε χώρα την 21.7.2021, ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου και επειδή η καταληκτική ημερομηνία αυτής, την 19.9.2021, ήταν Κυριακή παρατάθηκε έως την επόμενη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή τη Δευτέρα 20.9.2021, κατά την οποία κατατέθηκε η αίτηση αναίρεσης) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1319/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1712/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.

Και ναι μεν λόγω του κανονιστικού χαρακτήρα των σσε, οι όροι αυτών έχουν ισχύ ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 22 του Σ και 7 παρ. 1 ν. 1876/1990) και είναι γνωστοί στο δικαστήριο, ωστόσο η ιδιότητα του µέλους (εργαζομένου και εργοδότη), των παραπάνω συλλογικών οργανώσεων αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει κατ' άρθρο 338 ΚΠολΔ ο ενάγων εργαζόμενος, ανεξαρτήτως εάν το στοιχείο αυτό, ενόψει της ως άνω κανονιστικής φύσεως των σσε, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής και αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του.

Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική σσε, που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011). Επομένως εάν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει την ιδιότητα του ιδίου ή του ενάγοντος εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τη σσε, ο ενάγων εργαζόμενος οφείλει αφενός να συμπληρώσει, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, την επιγενόμενη πραγματική αοριστία της αγωγής του (ΑΠ 1351/2001, 425/2004, 1278/2020), αφετέρου να αποδείξει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η αμφισβήτηση του εργοδότη ως προς την ιδιότητα των διαδίκων ως μελών των συμβληθεισών συλλογικών οργανώσεων δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που πρέπει να προταθεί υπό τους όρους του άρθρου 591 παρ. 1 δ του ΚΠολΔ, αλλά απλή άρνηση των γεγονότων που συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και επομένως παραδεκτώς προτείνονται για πρώτη φορά με λόγο έφεσης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4.

Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.

Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, ενώ για τις συμβάσεις που δεν είχαν συμπληρώσει διετία προβλέφθηκε η λήξη αυτών τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος τους, ακόμη και αν η προβλεπόμενη διάρκεια τους ήταν μικρότερη, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε.

Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990). Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σσε αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.

Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σσε που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Προϋπόθεση όμως γι αυτό είναι η ιδιότητα του εργοδότη και του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τη συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου νόμου (ΑΠ 493/2019).

Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες. Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σσε κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε.

Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σσε, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Δηλαδή, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σσε εντοπίζεται στο βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 1041/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 9.7.2019 έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας κατά της 1034/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι μεταξύ του αναιρεσίβλητου ενάγοντος και της αναιρεσείουσας εναγομένης, της στερούμενης νομικής προσωπικότητας, ένωσης συνιδιοκτητών συνήφθη, την 26.10.2010, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας ο αναιρεσίβλητος παρείχε υπηρεσίες θυρωρού έναντι μηνιαίων αποδοχών που υπολείπονταν των νομίμων, όπως αυτές ορίζονταν από την από 2.11.2010 σσε, διετούς διάρκειας, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των θυρωρών και καθαριστριών όλης της χώρας και η οποία ήταν εφαρμοστέα στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι αυτός ήταν μέλος του "Συλλόγου Θυρωρών Αττικής".

Ότι για το λόγο αυτό οφείλονταν στον αναιρεσίβλητο τα ποσά που τού είχαν ήδη επιδικαστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως διαφορές αποδοχών και επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας και ως δεδουλευμένα για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2011 έως και το Νοέμβριο του 2016 και τα οποία (ποσά) υπολόγισε, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, βάσει του αθροίσματος του βασικού μισθού που προβλεπόταν από τη σσε, προσαυξημένου από:

α) επίδομα τριετιών κατά 30%, β) επίδομα γάμου κατά 10%, γ) επίδομα δωματίου κατά 6% και δ) επίδομα διαχειριστικών λαθών κατά 3%, το οποίο υπερέβαινε τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό του αναιρεσιβλήτου. Στο πόρισμα αυτό κατέληξε χωρίς να ερευνήσει εάν και η αναιρεσείουσα εργοδότρια ήταν μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης που συμβλήθηκε στη σσε, παρά τη ρητή άρνηση αυτής, όπως διατυπώθηκε στο δικόγραφο της εφέσεώς της, περί του ότι δεν συνέτρεχε η παραπάνω προϋπόθεση και ότι, ως εκ τούτου, δεν δεσμευόταν από την ανωτέρω σσε.

Έτσι όμως το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από επαρκή αιτιολογία, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το κρίσιμο γεγονός της δέσμευσης της αναιρεσείουσας, αφού η ισχύς της ως άνω σσε δεν επεκτάθηκε, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, και στα μη μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν σε αυτή.

Από την ελλιπή αυτή αιτιολογία δεν προκύπτει εάν η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι και η αναιρεσείουσα είναι μέλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ), ώστε να δεσμεύεται από την ως άνω σσε, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της ΠΟΜΙΔΑ και της Ομοσπονδίας Θυρωρών Ελλάδος (ΟΘΕ), ώστε να οφείλει, να την εφαρμόσει στους όρους αμοιβής και εργασίας του αναιρεσιβλήτου, καθώς μόνο τότε οι καταβαλλόμενες αποδοχές του θα υπολείπονταν των νομίμων, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται και στην προϋπηρεσία του αναιρεσιβλήτου, βάσει της οποίας δέχθηκε ότι οι βασικές αποδοχές του προσαυξάνονται με το επίδομα ωρίμανσης κατά 30% (που αντιστοιχεί σε προϋπηρεσία δεκαοκτώ ετών), με αποτέλεσα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθότητας του υπολογισμού αυτού.

Περαιτέρω θεώρησε ως υποχρεωτική την καταβολή των λοιπών επιδομάτων (γάμου, δωματίου και διαχειριστικών λαθών) και μετά τη λήξη και την πάροδο της πλασματικής ισχύος της σσε, κατά παράβαση των προβλεπομένων από την παράγραφο 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012. Ειδικότερα, με δεδομένο ότι η έναρξη ισχύος της εν λόγω διετούς σσε έλαβε χώρα την 3.12.2010, δηλαδή την ημέρα που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας (άρθρο 9 παρ. 2 1876/1990), και δεν είχε συμπληρωθεί διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών έως την 14.2.2012, η λήξη αυτής παρατάθηκε μέχρι την 3.12.2013, οπότε επακολούθησε το τρίμηνο της πλασματικής ισχύος της μέχρι και την 3.3.2014, μετά δε την ημερομηνία αυτή η σσε εισήλθε στο στάδιο της μετενέργειας με διατηρούμενους και δεσμευτικούς για την εργοδότρια μόνο το βασικό μισθό και το επίδομα ωρίμανσης.

Η αναιρεσιβαλλομένη, υπολογίζοντας τα υπόλοιπα τρία επιδόματα στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 και του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, όπως ανωτέρω εκτέθηκαν. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου κατά το μέρος που στηρίζεται σε παράβαση του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, η δε υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6066/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ