Legislator Case Law & Legislation
397/2022 AI generated

397/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 397/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

397/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 397 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 397/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Κεσόγλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Χριστοδουλίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 853/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1120/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15.6.2020 και με αριθμό κατάθ. 1647/177/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1120/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις που άσκησε και η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη και ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 853/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η με αριθμό εκθ. καταθ. 6291/16.3.2015) αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (ΕισΝΑΚ 38), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741, 742 παρ. 1, 361 και 648 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εταιρείας υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής ορισμένης εισφοράς που μπορεί να συνίσταται και σε παροχή της προσωπικής του εργασίας και όλοι επιδιώκουν διά της συνεργασίας μεταξύ τους κοινό σκοπό και ιδίως οικονομικό (ΑΠ 1248/2018, 602/2017, 1059/2013). Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται σαφώς από τη σύμβαση εταιρείας, δεδομένου ότι στη δεύτερη κυρίαρχα στοιχεία είναι η πρόθεση του εταίρου για εταιρική συνεργασία και η κοινή ανάληψη επιχειρηματικών κινδύνων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο των εφέσεων των διαδίκων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος και επιδικάστηκε υπέρ αυτής το ποσόν των 17.599,185 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, δέχθηκε, αναφορικά με τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η παρασχεθείσα από την αναιρεσίβλητη εργασία είχε χαρακτήρα εταιρικής εισφοράς, τα εξής: "Ο εναγόμενος Χ.

Γ., μετά από σύμβαση δικαιόχρησης (franchise) που είχε συνάψει, ως "δικαιοδόχος", στις 27.11.22013 με την εταιρεία "N. Ltd", η οποία κατέχει το σύνολο των άϋλων δικαιωμάτων της γνωστής αλυσίδας καταστημάτων λιανικής πώλησης προϊόντων καφέ και λοιπών συναφών ειδών με το όνομα "C. Ι.", ως "δικαιοπάροχο", εκμεταλλευόταν στο όνομά του ένα από τα καταστήματα της αλυσίδας, και συγκεκριμένα το κατάστημα ("καφεκοπτείο") που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ...

αριθμ. 48 και ... αριθμ. 39 στην πόλη της … . Πριν την οριστική κατάρτιση της σύμβασης αυτής είχαν προηγηθεί διαπραγματεύσεις μεταξύ της παραπάνω εταιρείας από τη μία πλευρά και του εναγομένου και της Ζ. Σ., μητέρας της ενάγουσας αλλά και θείας του εναγομένου (αφού αυτή είναι αδελφή της Α. Σ.) από την άλλη, για την παραχώρηση του δικαιώματος δικαιόχρησης του καταστήματος από κοινού στους τελευταίους και είχε μάλιστα συνταχθεί και το προσκομιζόμενο σχέδιο της σχετικής σύμβασης, η οποία τελικά δεν καταρτίσθηκε, αλλά προτιμήθηκε από τον εναγόμενο και τη μητέρα της ενάγουσας να συμβληθεί με την παραπάνω εταιρεία μόνον ο εναγόμενος και να συσταθεί μεταξύ τους αφανής εταιρεία.

Έτσι ο εναγόμενος φαινόταν τυπικά ως ο μοναδικός κύριος της επιχείρησης, ενώ στην πραγματικότητα αυτή λειτουργούσε υπό τη μορφή αφανούς εταιρείας, που συνεστήθη άτυπα μεταξύ των παραπάνω, ανεψιού και θείας. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ενώ την εκμετάλλευση της επιχείρησης την είχε η προαναφερθείσα αφανής εταιρεία, τη διεύθυνσή της την είχε αποκλειστικά και μόνον ο εναγόμενος, ο οποίος εισέφερε στην αφανή εταιρεία και την προσωπική του εργασία, ενώ η παραπάνω θεία του εισέφερε το χρηματικό ποσό των 37.150 ευρώ, χωρίς καμία υποχρέωση για εισφορά προσωπικής εργασίας, είτε εκ μέρους της είτε εκ μέρους υποκατάστατου προσώπου και μάλιστα της ήδη ενάγουσας θυγατέρας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.

Καθώς όμως ο εναγόμενος είχε και τη διεύθυνση της επιχείρησης, οι αφανείς εταίροι συμφώνησαν να προσληφθεί από τον διευθύνοντα αυτήν εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να εργασθεί ως "μπαρίστα" η ήδη ενάγουσα θυγατέρα της θείας του (και εξαδέλφη του ίδιου) Δ. Δ., η οποία είχε ανάλογη εργασιακή εμπειρία από την προηγούμενη απασχόλησή της σε παρόμοιες επιχειρήσεις και είχε επείγουσα ανάγκη χρημάτων, καθώς τότε ήταν άνεργη και υπήρχε σε βάρος της μεγάλη οφειλή από αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε προκαλέσει ο αποβιώσας πατέρας της, τον οποίο είχε κληρονομήσει ...".

Με τις ως άνω παραδοχές, επί των οποίων στήριξε την απορριπτική της εφέσεως του αναιρεσείοντος κρίση του, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 361,648 επ., 741, 742 επ. ΑΚ, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, παρ' ότι δέχθηκε ότι συνεστήθη αφανής εταιρεία μεταξύ του αναιρεσείοντος- εναγομένου και της μητέρας της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας με ίση συμμετοχή στις κερδοζημίες και ενώ ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση εισφοράς στην αφανή εταιρεία και με προσωπική του εργασία, η μητέρα της αναιρεσίβλητης και αφανής εταίρος δεν είχε αντίστοιχη υποχρέωση.

Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει σαφή και κατηγορηματική παραδοχή ως προς το αντικείμενο της συμφωνηθείσας εισφοράς του αναιρεσείοντος στη συσταθείσα μεταξύ τους εταιρεία και μάλιστα εάν η εν λόγω εισφορά συνίστατο μόνο στην παροχή εκ μέρους του προσωπικής εργασίας ή περιελάμβανε και την καταβολή κεφαλαίου, παρ' ότι το εν λόγω στοιχείο προσκτάται σημαίνοντα λόγο εν αναφορά προς το διαλαμβανόμενο ουσιώδες, ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς, αμφισβητούμενο ζήτημα της υποχρεώσεως παροχής εργασίας εκ μέρους της μητέρας της αναιρεσιβλήτου, ως μέρος της εισφοράς αυτής στην εν λόγω εταιρεία.

Επομένως, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων του αναιρεσείοντος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1120/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1120/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ