397/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 397 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated397/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 397 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 397 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 397/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ι. και 2) Π. συζ. Σ. Α., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1499/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 95/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τις από 04/01/2016 και από 01/02/2016 αντίθετες εφέσεις των Σ. και Π. Α. και του Ελληνικού Δημοσίου, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 1499/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία [απόφαση] εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε κατ' ουσία την από 04/01/2016 των Σ.
και Π. Α. ενώ δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την από 01/02/2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου Η προσβαλλόμενη 95/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών [άρθρα 648-661 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015], αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω:
Στην από 04/08/2014 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, οι ενάγοντες Σ. και Π. Α. ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει του από 15/10/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, εκμίσθωσαν στο εναγόμενο ήδη Ελληνικό Δημόσιο, το λεπτομερώς περιγραφόμενο σ' αυτήν [αγωγή] ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στην ...
και επί της οδού ..., για χρονική διάρκεια εννέα [9] ετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την στέγαση του Τομέως Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων ... και Βιομηχανίας, αντί μηνιαίου μισθώματος 8.400.000 δραχμ. [24.651,5€] για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενου, ετησίως, για καθένα από τα λοιπά μισθωτικά έτη, κατά ποσοστό ίσο με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, πλέον μιας ποσοστιαίας μονάδος.
Ότι το εναγόμενο συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης στις 14/10/2008, μέχρι τις 18/12/2009, οπότε αποδόθηκε η χρήση του σ' αυτούς, με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός τους. Ότι ενώ το μίσθιο παραδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, σε άριστη κατάσταση, καθώς ήταν νεόδμητο, κατά την απόδοση της χρήσεώς του, στις 18/12/2009 διαπιστώθηκαν οι περιγραφόμενες αναλυτικά στην επισυναπτόμενη στην αγωγή από 24/07/2014 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονος - μηχανικού Ά.
Α., φθορές και βλάβες στο μίσθιο, μη οφειλόμενες στην συμφωνημένη χρήση, αλλά στην κακή χρήση αυτού από τον μισθωτή, κατά παράβαση της συμβατικής του υποχρεώσεως να αποδώσει το μίσθιο, κατά την λήξη της μίσθωσης στην κατάσταση, που το παρέλαβε, για την αποκατάσταση των οποίων, δαπάνησαν το συνολικό ποσό των 97.800€ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.
Ότι λόγω των φθορών και βλαβών του μισθίου ακινήτου, ζημιώθηκαν κατά το ποσό των 420.000€, ποσό, το οποίο θα εισέπρατταν ως μισθώματα, από την εκ νέου εκμίσθωση του μισθίου σε μία από τις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρίες, οι οποίες είχαν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να μισθώσουν το μίσθιο, με τις από 15/09/2008 και από 20/09/2008 προσφορές τους, κατά το χρονικό διάστημα των δέκα [10] μηνών, που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου.
Τέλος, εξέθεταν ότι λόγω μη απόδοσης του μισθίου κατά την συμβατική λήξη της μίσθωσης, απώλεσαν το ποσό των 81.424,50€, το οποίο θα αποκέρδαιναν κατά την χρονική διάρκεια από 14/10/2008 έως 18/12/2009, κατά την οποία το εναγόμενο παρέμεινε στην χρήση του μισθίου, μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, αυθαίρετα, καταβάλλοντος μίσθωμα έλασσον εκείνου, που θα εισέπρατταν, από την εκ νέου εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτους, αν το εναγόμενο είχε αποχωρήσει κατά την ως άνω λήξη [14/10/2008].
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη εκκαλούν/ εφεσίβλητο, να τους καταβάλει: α] το ποσό των 97.800€ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των πέραν της συνήθους χρήσεως φθορών και βλαβών του μισθίου, β] το ποσό των 420.000€, ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθώματα δέκα [10] μηνών, το οποίο θα αποκέρδαιναν με πιθανότητα κατά το χρονικό διάστημα δέκα [10] μηνών, που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των ως άνω φθορών και γ] το ποσό των 81.424,5€ ως διαφυγόν κέρδος για το διάστημα των δώδεκα [12] μηνών, ήτοι από Ιανουάριο έως Δεκέμβριο 2009, που το εναγόμενο παρέμεινε στην χρήση του μισθίου, αυθαίρετα, νομιμοτόκως από την επίδοση της από 6/11/2009 [ημερομηνία επίδοσης της από 24/10/2009 προγενέστερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 223/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη ως προς τα κονδύλια της αποζημίωσης για φθορές και βλάβες του μισθίου και για διαφυγόντα κέρδη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 47.868 ευρώ νομιμοτόκως από 6/11/2009, ως αποζημίωση για την θετική ζημία των εναγόντων από τις φθορές και βλάβες του μισθίου και απέρριψε τα κονδύλια για διαφυγόντα κέρδη, ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1499/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν αφ' ενός η από 04-01-2016 έφεση των Σ. και Π. Α., με την οποία προβλήθηκαν λόγοι εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και εσφαλμένης εκτιμήσεως του αποδεικτικού υλικού ως προς την κρίση της εκκαλουμένης αναφορικά με την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων περί επιδικάσεως αποζημιώσεως ένεκα διαφυγόντων κερδών και αφ' ετέρου η από 01-02-2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτό αιτήθηκε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση προς αποκατάσταση φθορών στο μίσθιο, επικαλούμενο την από το δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 592 ΑΚ και του άρθρου 25 του 10/19-11-1932 Π/Δτος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν συνεκδικάσεως των δύο αντιθέτων εφέσεων, απερρίφθη κατ' ουσία η έφεση των νυν αναιρεσιβλήτων, έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του νυν αναιρεσείοντος, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτό το αγωγικό αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως προς αποκατάσταση θετικής ζημίας, και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας επί της αγωγής ως προς το πρώτο αγωγικό της αίτημα, έκανε αυτό εν μέρει δεκτό και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους αντιδίκους συμμέτρως το συνολικό ποσό των 37.557,32 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται το ηττηθέν εν μέρει Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013, ΑΠ 71/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ. 34/1995), προκύπτει ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση.
Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 495/2008). Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, η οποία επιτρέπεται, κατ' άρθρ. 361 ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι ενδοτικού δικαίου. Σύμφωνα με αυτά, ο εκμισθωτής, ασκώντας, πριν ή κατά ή μετά τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 1413/2008), με αγωγή αποζημίωσης (ή με ένσταση συμψηφισμού), την αξίωσή του για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, οφείλει, για το ορισμένο της αγωγής του, κατ' άρθρ. 118 εδάφ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να επικαλεστεί και αποδείξει τις εν λόγω φθορές και μεταβολές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται από αυτές, ενώ απόκειται στον εναγόμενο μισθωτή να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, ότι αυτές οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση ή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη ή σε ανώτερη βία (ΑΠ 681/2015, ΑΠ 1807/2012).
Συμφωνημένη χρήση είναι αυτή που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες των μερών στους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μισθίου, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών [ΑΠ 499/2015, ΑΠ 633/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ Ολομ. 20/1992, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1138/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις βλάβες που διαπιστώθηκαν στο μίσθιο ακίνητο μετά τη λήξη της μίσθωσης και την παραλαβή του από τους αναιρεσείοντες: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία (το μίσθιο) παρουσίαζε προβλήματα, όπως τούτο προκύπτει από έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμοδίων Υπηρεσιών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, του Τ.Α.Σ Ν.
Φιλαδέλφειας καθώς και των εναγόντων συνεκμισθωτών, που ανάγονται στο έτος 2000, σχετικά με βλάβες στις μηχανολογικές/ ηλεκτρολογικές και κλιματολογικές εγκαταστάσεις του, καλώντας τους τελευταίους να προβούν σε άμεση επιδιόρθωση αυτών, έχοντες αναλάβει σχετική υποχρέωση με το ως άνω μισθωτήριο έγγραφο.
Ειδικότερα από το υπ' αρ. πρωτ. ..../04.08. 2000 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών του ΥΠΕΧΩΔΕ προς τους ενάγοντες και την συνημμένη υπ' αρ. .../19.07.2000 τεχνική έκθεση των Η/Μ εγκαταστάσεων του μισθίου, κατόπιν διενέργειας αυτοψίας αυτού, προκύπτει ότι ένα έτος περίπου από την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, το μίσθιο παρουσίαζε τα παρακάτω προβλήματα και καλούνται οι συνεκμισθωτές να προβούν, σε εκπλήρωση σχετικής συμβατικής τους υποχρέωσης, στην αποκατάσταση αυτών.
Ήτοι: 1] Στην εγκατάσταση κλιματισμού - θέρμανσης: α] Σε ορισμένους χώρους χρειαζόταν η εγκατάσταση επιπλέον fan-coils ώστε να κλιματίζονται επαρκώς, β] Στην κεντρική κλιματιστική μονάδα τύπου ... δεν λειτουργούσε ο ένας εκ των δύο συμπιεστών παρόλο, που ήταν αυξημένα τα φορτία ψύξης λόγω της εξωτερικής θερμοκρασίας του περιβάλλοντος, γ] Σε ορισμένα fan-coils χρειαζόταν συντήρηση παρόλο που ήταν πρόσφατη η εγκατάστασή τους στο κτήριο, λόγω της προχειρότητας της εγκατάστασής τους [διαρροές στο δίκτυο αποχέτευσης συμπυκνωμάτων], δ] Τα κανάλια προσαγωγής και απαγωγής αέρα όδευαν χαμηλά, χωρίς καλύμματα προστασίας με συνέπεια τον κίνδυνο ατυχήματος για τους υπαλλήλους και πολίτες, ε] ανάγκη τοποθέτησης ηλεκτρομαγνητικής βαλβίδας ασφαλείας στην παροχή πετρελαίου του καυστήρα, στ] ανάγκη αντικατάστασης της βαλβίδας ασφαλείας του λέβητα. 2] Στην εγκατάσταση Ύδρευσης - Αποχέτευσης:
α] μη παροχή ύδατος σε ορισμένες βρύσες [νιπτήρων] στα WC, β] διαρροή ύδατος στους χώρους των WC. 3] Στον ανελκυστήρα, κατά τις υποδείξεις του υπεύθυνου κτηρίου παρουσιαζόταν κακή λειτουργία αυτού με συχνές βλάβες, λόγω μη σωστής παροχής ρεύματος από τον ηλεκτρικό πίνακα. 4] Στην εγκατάσταση ασθενών ρευμάτων υφίσταντο ορατά καλώδια διερχόμενα από το πάτωμα, θύρες κλπ, ενώ όσον αφορά στην εγκατάσταση πυρόσβεσης το σύστημα πυρόσβεσης ήταν μη ενεργό [μηδενική πίεση] και δεν υφίσταντο φορητοί πυροσβεστήρες] [βλ.
το επικαλούμενα και προσκομιζόμενο υπ' αρ. πρωτ. .../4.7. 2000 έγγραφο της Γεν. Δ/νσης Τεχνικής Υποστήριξης και Λ. Έργων. Επίσης από το υπ' αρ. πρωτ. 1906/18.09.2003 έγγραφο εσωτερικής αλληλογραφίας της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων προς την Δ/νση Διοίκησης και Προγραμματισμού και Δ/νση Δ18 Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, προκύπτει ότι η ηλεκτρολογική εγκατάσταση του μισθίου παρουσίαζε πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου δεν λειτουργούσαν συγχρόνως, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, όταν ο εσωτερικός φωτισμός του μισθίου είναι σε λειτουργία.
Επίσης στον 3ο όροφο υπήρχε υγρασία στους περιμετρικούς τοίχους, οι οποίες προέρχονται από την οροφή [υαλοπέτασμα του αίθριου] του μισθίου, λόγω ελαττωματικής μόνωσης, εξ αιτίας της οποίας, κατά την περίοδο των βροχοπτώσεων, ο εν λόγω όροφος πλημμύριζε και ότι, λόγω της κακής κατανομής και της παλαιότητας των θερμαντικών, του λέβητα και κλιματιστικών σωμάτων, οι εσωτερικοί χώροι του μισθίου δεν είχαν την κατάλληλη θερμοκρασία [χαμηλή θερμοκρασία τον χειμώνα και υψηλή θερμοκρασία το θέρος], για όλους δε τους ανωτέρω λόγους η ως άνω Υπηρεσία πρότεινε στην αρμόδια ως άνω Διεύθυνση του ΥΠΕΧΩΔΕ, την εξεύρεση άλλου κατάλληλου κτηρίου προκειμένου να στεγαστεί ο Τ.Α.Σ Ν.
Φιλαδέλφειας. Το ως άνω πρόβλημα της στεγανότητας στην οροφή του αίθριου, παραδέχθηκε και ο πρώτος ενάγων εκμισθωτής με την από 16/09/2003 έγγραφη επιστολή του προς τις ανωτέρω Διευθύνσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, στην οποία αναφέρεται σε κάποιο μικροπρόβλημα στεγανότητας, το οποίο δέχθηκε να αποκαταστήσει άμεσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την απόδοση των κλειδιών του μισθίου ακινήτου από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και την παραλαβή αυτού από τους συνεκμισθωτές, στις 18/12/2009, διαπιστώθηκαν φθορές και βλάβες στο μίσθιο πέραν των προδιαληφθεισών, οι οποίες αποκαταστάθηκαν κατά την διάρκεια της μίσθωσης, οφειλόμενες όχι στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου, αλλά σε υπαίτια παράβαση εκ μέρους Οργάνων αυτού των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεών του προς απόδοση τούτου, κατά την λήξη της σύμβασης μίσθωσης στην κατάσταση που το παρέλαβε, με επισκευασμένες τις κάθε είδους ζημιές και φθορές αυτού, πλην των εκ της συνήθους χρήσεως προερχομένων.
Ειδικότερα α] οι τοίχοι του μισθίου καθώς και οι κολώνες είχαν εκτεταμένες φθορές και βλάβες [οπές] από την αποξήλωση 22 πρόσθετων κλιματιστικών μονάδων τύπου split, που είχαν τοποθετηθεί από το εναγόμενο Δημόσιο. Επίσης φθορές προκλήθηκαν από την αποξήλωση πρόσθετων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, γραμμών τηλεφώνου και γραμμών δικτύου, στους χώρους του ισογείου και των ορόφων, εξ αιτίας των βαθιών τομών και οπών στους τοίχους, τα ταβάνια και στα δάπεδα.
Για την αποκατάσταση των ως άνω φθορών οι ενάγοντες δαπάνησαν τα παρακάτω ποσά: Α. Για το εσωτερικό και εξωτερικό στοκάρισμα και κλείσιμο των οπών, για επιχρίσματα και ελαιοχρωματισμό του μισθίου [εντός και εκτός αυτού, λόγω των πολλών επιδιορθώσεων] απαιτήθηκε: 1] για την αγορά υλικών: 1α] Για το ισόγειο [τοίχοι και ταβάνια επιφανείας 630 τ.μ.
και κολόνες επιφανείας 200 τ.μ.] των κολόνων το ποσό των 4.800€, 1β] για τον 1ο όροφο [τοίχοι και δάπεδα 600 τ.μ. πλέον κολόνων εμβαδού 90 τ.μ.] το ποσό των 4.370€, 1γ] για τον 2ο όροφο [τοίχοι επιφανείας μετά των ταβανιών 600 τ.μ. πλέον κολόνων εμβαδού 90 τ.μ.] ποσό 4.370€ και 1δ] για τον 3ο όροφο [τοίχοι με τα ταβάνια επιφανείας 600 τ.μ.
πλέον κολόνων, επιφανείας 90 τ.μ.] το ποσό των 4.370€, ήτοι συνολικά το ποσό των 17.912,32€ [βλ.τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα 46 τιμολόγια αγοράς]. 2] Για την αμοιβή του εργατοτεχνικού προσωπικού [δύο τεχνιτών και δύο βοηθών] για εργασία είκοσι [20] ημερών, το ποσό των 3.200€ [{20 ημέρες χ 50€ το ημερομίσθιο κάθε τεχνίτη χ 2} = 2000€ + {20 ημέρες χ 30€ το ημερομίσθιο κάθε βοηθού χ 2 =} 1200€], απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου κατά το επί πλέον ποσόν των 6230 [9.430-3.200] € ως υπερβολικού και αναπόδεικτου.
Ήτοι συνολικά για την αποκατάσταση των φθορών από την ως άνω αιτία, οι ενάγοντες δαπάνησαν το ποσό των 21.112,32 [17.912,32 + 3200]€. Β. Κατά την αποξήλωση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων εκ μέρους του εναγομένου μισθωτή, προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στους ηλεκτρικούς πίνακες και τις καλωδιώσεις, οι οποίοι έχρηζαν αντικατάστασης.
Επίσης κατά την αποξήλωση των εσωτερικών [αλουμινένιων] χωρισμάτων υπέστησαν σημαντικές ζημιές πολλά φωτιστικά σώματα, πρίζες, διακόπτες, θυροτηλέφωνα και λαμπτήρες, που έχρηζαν αντικατάστασης. Ειδικότερα οι ενάγοντες δαπάνησαν για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 10.310 [2700 + 2.320 + 2.270 + 2.380 + 460]€: Ήτοι: 1] Για αγορά υλικών: 1α] Στο ισόγειο για την αντικατάσταση 80 τεμαχίων φωτιστικών σωμάτων, 180 τεμαχίων λαμπτήρων και για τοποθέτηση νέας καλωδίωσης προς τα φωτιστικά και ενδύσεις το ποσό των 2.700€. 1β] Στον 1ο όροφο για την αντικατάσταση 65 τεμαχίων φωτιστικών σωμάτων και 170 τεμαχίων λαμπτήρων, τοποθέτηση νέας καλωδίωσης προς τα φωτιστικά και μετασχηματιστές, το ποσό των 2.320€. 1γ] Στον 2ο όροφο για την αντικατάσταση 62 τεμαχίων φωτιστικών σωμάτων και 160 τεμαχίων λαμπτήρων, για εγκατάσταση νέας καλωδίωσης προς τα φωτιστικά και μετασχηματιστές, το ποσό των 2.270€ και 1δ] Στον 3ο όροφο για την αντικατάσταση 73 τεμαχίων φωτιστικών σωμάτων και 150 τεμαχίων λαμπτήρων, τοποθέτηση νέας καλωδίωσης προς τα φωτιστικά και μετασχηματιστές το ποσό των 2.380€ [βλ.
τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα δέκα οκτώ {18} τιμολόγια πώλησης], 2] Για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού ήτοι ενός ηλεκτρολόγου και ενός βοηθού για εργασία 8 ημερών το ποσό των 640 [{8 ημέρες χ 50€ ημερομίσθιο ηλεκτρολόγου = } 400€ + {8 ημέρες χ 30€ ημερομίσθιο βοηθού =}240€], απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου κατά το επί πλέον ποσό των 1.200 [1.840 - 640]€ ως υπερβολικού και αναπόδεικτου.
Γ. Για την αποκατάσταση των φθορών και ζημιών στις μονάδες κλιματισμού, στην υδραυλική εγκατάσταση, στο σύστημα πυροπροστασίας και στα είδη υγιεινής, οι ενάγοντες δαπάνησαν τα παρακάτω ποσά: 1] Για την αγορά υλικών: 1α] Στο ισόγειο για την αντικατάσταση ενός [1] νιπτήρα, δύο [2] εσωτερικών μονάδων κλιματισμού, μπουτόν πυρασφάλειας, δύο [2] λεκανών και καζανακίων και ενός [1] πάγκου κουζίνας το ποσό των 1.250€. 1β] Στον 1ο όροφο για την αντικατάσταση των σωληνώσεων εγκαταστάσεων του κλιματιστικού και των καλωδιώσεων, δύο [2] μονάδων κλιματισμού, μπουτόν πυρασασφάλειας και μπαταρίας λουτρού, το ποσό των 1.480€, 1γ] Στον 2ο όροφο για την αντικατάσταση σωληνώσεων των εγκαταστάσεων κλιματιστικού και καλωδιώσεων, δύο [2] μονάδων κλιματισμού, μπουτόν πυρασφάλειας και νιπτήρα λουτρού, το ποσό των 1.174€, 1δ] Στον 3ο όροφο για αντικατάσταση σωληνώσεων εγκαταστάσεων κλιματιστικού και καλωδιώσεων, μιας [1] μονάδας κλιματισμού, μπουτόν πυρασφάλειας, ενός νιπτήρα λουτρού και σωληνώσεων αποχέτευσης, το ποσό των 1.620€ και 1ε] Για αντικατάσταση κεντρικής βάνας κλιματισμού, δοχείου διαστολής, δοχείου αδράνειας, αλλά του φθαρμένου [καμένου] κυκλοφορητή - λέβητα, σωληνώσεων και καλωδιώσεων και για γενικό έλεγχο πυρασφάλειας και κλιματισμού, για σωληνώσεις σ' αυτά και καλωδιώσεις 2.300€ και 2] για αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού ήτοι ενός ψυκτικού-υδραυλικού και ενός βοηθού, για εργασία τριάντα [30] ημερών, το ποσό των 2.400 [{30ημέρες χ 50€ το ημερομίσθιο του ψυκτικού/υδραυλικού =}1500€ + {30 ημέρες χ 30€ το ημερομίσθιο του βοηθού =}900]€, απορριπτόμενου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου κατά το επί πλέον ποσό των 5.305 [7705 - 2400]€, ως υπερβολικού και αναπόδεικτου.
Ήτοι, συνολικά, για την αποκατάσταση των ζημιών, από την ως άνω αιτία, οι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό των 10.225 [1250 + 1480 + 1170 + 1620 + 2300 + 2400]€. Περαιτέρω η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε, χωρίς να εκκαλείται με τις υπό κρίση εφέσεις, κατά το σχετικό κεφάλαιο, ότι από το αιτούμενο κονδύλιο για αποκατάσταση φθορών στο σύστημα κλιματισμού, στην υδραυλική εγκατάσταση κλπ.
πρέπει να αφαιρεθεί ποσό,που αντιστοιχεί στο 40%, λόγω της υπάρχουσας παλαιότητας του συστήματος κλιματισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι στο μίσθιο διακινείτο, καθημερινά, πλήθος κόσμου, με αποτέλεσμα να καταπονείται ο εξοπλισμός του, γεγονός, που γνώριζαν οι ενάγοντες συνεκμισθωτές ήδη κατά τον χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης.
Συνεπώς το ως άνω ποσό των 10.225€ διαμορφώνεται στο ποσό των 6.135 [10.225 - {40%} 4.090]€. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται για την αποκατάσταση των φθορών και ζημιών του μισθίου ακινήτου, μη οφειλομένων στην συνήθη [συμφωνημένη] χρήση αυτού, το ποσό των 37.557,32 [21.112,32 + 10.310,00 + 6.135,00 ]€. Σημειώνεται ότι με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε πέραν των ανωτέρω ποσών, για αγορά υλικών και ο αναλογούν σ' αυτό ΦΠΑ, τον οποίο η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι συμπεριλαμβάνεται στα επιδικασθέντα για την αγορά των χρησιμοποιηθέντων υλικών, το παρόν Δικαστήριο, όμως, δεν έχει εξουσία να επιδικάσει το σχετικό κονδύλιο στους ενάγοντες, εφόσον με την από 4/1/2016 έφεσή τους, δεν διατυπώνεται παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς την διάταξή της αυτή.
Όσον αφορά τα αγωγικά κονδύλια για αποζημίωση, λόγω φθορών και ζημιών στα μαρμάρινα δάπεδα ποσού 17.123€, στα υαλοπετάσματα, τζαμαρίες, ξύλινες επιφάνειες, συνολικού ποσού 6.897€, στην γκαραζόπορτα ποσού 3.104€, στις πλάκες πρασιάς, πεζοδρομίου και εξωτερικού χώρου συνολικού ποσού 7.597€, κόστους ενοικίασης σκαλωσιάς και γερανού ποσού 1.700€ πλέον ΦΠΑ και αμοιβής πολιτικού μηχανικού και εργοδηγού 7.000€ πλέον ΦΠΑ, τα οποία απορρίφθησαν με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμα , δεν θα ερευνηθούν από το παρόν Δικαστήριο, εφόσον με την ένδικη από 4/1/2016 έφεση των εναγόντων δεν διατυπώνεται παράπονο κατ' αυτής, ως προς τα σχετικά κεφάλαια".
Το αναιρεσείον Δημόσιο με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων επικαλούμενο ότι με την παραπάνω κρίση του στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα δε, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ισχυριζόμενο ότι διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, καθώς δέχθηκε ότι οφείλεται στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους αποζημίωση λόγω φθορών του μισθίου, οι οποίες προκλήθηκαν από την αποξήλωση των 22 κλιματιστικών μονάδων των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, καθώς και των εσωτερικών αλουμινένιων χωρισμάτων.
Τούτο, διότι η εγκατάσταση και εντεύθεν, κατά την εκκένωση του μισθίου, η αποξήλωση αυτών δεν αποτελεί "υπαίτια παράβαση εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεών του προς απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως στην κατάσταση που το παρέλαβε με επισκευασμένες τις κάθε είδους ζημιές και φθορές αυτού εξαιρουμένων των εκ της συνήθους χρήσεως προερχομένων", αλλά ενέργεια του Δημοσίου, στην οποία τούτο προέβη, κατόπιν της μη εκπληρώσεως των εκ της συμβάσεως υποχρεώσεων των εκμισθωτών, καθόσον η ίδια η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τόσο την εξαρχής ύπαρξη πληθώρας ελλείψεων και βλαβών στις μηχανολογικές/ηλεκτρολογικές και κλιματιστικές εγκαταστάσεις του μισθίου, όσο και τη σχετική ρητή συμβατική υποχρέωση προς αποκατάσταση αυτών από τους εκμισθωτές - ενάγοντες.
Οι βλάβες αυτές προφανώς δεν αποκαταστάθηκαν από τους εκμισθωτές στο σύνολό τους, διότι, άλλως, δεν θα προέβαινε το Δημόσιο σε εγκατάσταση 22 πρόσθετων κλιματιστικών, σε πρόσθετες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις γραμμών τηλεφώνου και γραμμών δικτύου.
Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω δεδομένων με αντιφατική, άλλως πλημμελή αιτιολογία αποδίδεται στο Δημόσιο υπαίτια κατά το νόμο και τη σύμβαση πράξη η παράλειψη. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται, εξάλλου, από το γεγονός ότι οι εκμισθωτές ουδόλως αντέλεξαν στην απομάκρυνση αυτών των πρόσθετων κλιματιστικών, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και χωρισμάτων από το Δημόσιο, αλλά παραπονούνται και ζητούν να αποζημιωθούν για τις συνέπειες της αποξηλώσεως αυτών.
Δηλαδή, ενώ κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση μισθώσεως (άρθρο 11 αυτής) οι ίδιοι οι αντίδικοι έπρεπε να είχαν προβεί στις εν λόγω επισκευές και προσθήκες, το Δημόσιο που προέβη στις αναγκαίες ενέργειες λόγω της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των εκμισθωτών, καλείται, ως υπαίτιο της παραβάσεως της συμβάσεως, να αποζημιώσει αυτούς για τις τυχόν δαπάνες της αποξηλώσεως, η οποία αναπόφευκτα δημιουργεί στο μίσθιο βλάβες και φθορές.
Κρίνοντας κατά τον ανωτέρω αντιφατικό τρόπο, άλλως μη αιτιολογώντας επαρκώς, σε τι συνίσταται η υπαίτια παράβαση του Δημοσίου εκ της εγκαταστάσεως των πρόσθετων κλιματιστικών και των ηλεκτρολογικών προσθηκών, η οποία προκάλεσε την ένδικη αποξήλωση, η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου κατέστη αναιρετέα κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την επιδίκαση α) ποσού 21.112,32 ευρώ για τις δαπάνες στοκαρίσματος, επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμού και την αντίστοιχη αμοιβή του εργατοτεχνικού προσωπικού προς αποκατάσταση των φθορών που προεκλήθησαν από την αποξήλωση 22 κλιματιστικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, γραμμών τηλεφώνου και γραμμών δικτύου και β) ποσού 10.310 ευρώ για αγορά υλικών και αμοιβή εργατοτεχνικού προσωπικού προς αποκατάσταση των φθορών που προεκλήθησαν από την αποξήλωση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και εσωτερικών χωρισμάτων.
Σχετικά με αυτόν τον λόγο της αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με το άρθρο 11 του συμφωνητικού μίσθωσης, ορίστηκε ότι "Ο μισθωτής υποχρεούται να διατηρεί το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε και να διορθώνει και επισκευάζει με δαπάνες του κάθε φθορά και βλάβη αυτού, από οποιαδήποτε αιτία [που ευθύνεται ο μισθωτής] και αν προέρχεται εκτός από ζημιές ή βλάβες, που τυχόν παρουσιάσουν οι ηλεκτρολογικές ή μηχανολογικές εγκαταστάσεις του κτηρίου η αποκατάσταση των οποίων βαρύνει τους εκμισθωτές.
Στην περίπτωση αυτή οι εκμισθωτές υποχρεούνται σε πέντε [5] ημέρες από την ειδοποίηση να επισκευάζουν αυτές, διαφορετικά θα επισκευάζονται από τον μισθωτή και θα συμψηφίζονται στο μίσθωμα. Το ίδιο θα γίνεται και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης επισκευής των εγκαταστάσεων, δηλαδή πλημμύρα από σπάσιμο σωλήνα κλπ, που στην περίπτωση αυτή επισκευάζονται άμεσα και θα χρεώνονται στους εκμισθωτές, πλην εκείνων που οφείλονται σε κακή χρήση από τον μισθωτή...", ενώ με επόμενο άρθρο ορίστηκε ότι "Κατά την λήξη της μισθώσεως ο μισθωτής υποχρεούται να εκκενώσει και να παραδώσει το μίσθιο στους εκμισθωτές στην κατάσταση, που το παρέλαβε και με διορθωμένες τις κάθε είδους ζημιές και φθορές πλην των εκ της συνήθους χρήσεως προερχομένων, άλλως γίνεται υπερήμερος".
Ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την απόδοση των κλειδιών του μισθίου ακινήτου από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και την παραλαβή αυτού από τους συνεκμισθωτές, στις 18/12/2009, διαπιστώθηκαν φθορές και βλάβες στο μίσθιο πέραν των προδιαληφθεισών, οι οποίες αποκαταστάθηκαν κατά την διάρκεια της μίσθωσης, οφειλόμενες όχι στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου, αλλά σε υπαίτια παράβαση εκ μέρους Οργάνων αυτού των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεών του προς απόδοση τούτου, κατά την λήξη της σύμβασης μίσθωσης στην κατάσταση που το παρέλαβε, με επισκευασμένες τις κάθε είδους ζημιές και φθορές αυτού, πλην των εκ της συνήθους χρήσεως προερχομένων".
Στη συνέχεια αναφέρει τις ζημιές αυτές και τα ποσά που δαπάνησαν οι αναιρεσίβλητοι για την αγορά υλικών και την αμοιβή του εργατοτεχνικού προσωπικού για την αποκατάσταση αυτών των ζημιών. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς έκρινε ότι οι φθορές που προκλήθηκαν στο μίσθιο και ειδικότερα στους τοίχους και στις κολώνες από την αποξήλωση 22 πρόσθετων κλιματιστικών μονάδων που είχαν τοποθετηθεί από το δημόσιο καθώς και οι φθορές που προκλήθηκαν από την αποξήλωση πρόσθετων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, γραμμών τηλεφώνου και γραμμών δικτύου στους χώρους του ισογείου και των ορόφων εξαιτίας των βαθιών τομών και οπών στους τοίχους, τα ταβάνια και στα δάπεδα αποτελούν υπαίτια παράβαση εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεών του προς απόδοση του μισθίου κατά τη λήξη της σύμβασης μισθώσεως στην κατάσταση που το παρέλαβε.
Συνεπώς, ο θεμελιούμενος επί του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της αντιφατικής και ελλειπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 19/2005). Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ).
Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 370/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 591/2017, 1685/2008). Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή, και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.
Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, γυμνά, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης αποφάσεως.
Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι` αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 1663/2010).
Αντίθετα από την διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την επέκταση του δεδικασμένου επί των προδικαστικών ζητημάτων απαιτείται το προδικαστικό ζήτημα να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Δηλαδή το ζήτημα, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης, ήτοι το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, το δε κύριο ζήτημα την έννομη συνέπεια αυτού που δέχθηκε ή απέρριψε το Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 10/2002, ΑΠ 744/2019 ΑΠ 1394/2008).
Εξάλλου κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (Ολ.ΑΠ 30/1998, 37/1996, ΑΠ 931/2001). Η διάταξη εφαρμόζεται μόνο αν η ορθή αιτιολογία μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, όταν δηλαδή υφίσταται ωριμότητα της υποθέσεως και έναντι του Αρείου Πάγου δεδομένου ότι το Ακυρωτικό δεν έχει τη δυνατότητα να διεξαγάγει αποδείξεις ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Τέτοια δυνατότητα υποκατάστασης δεν υφίσταται εκ των πραγμάτων στους λόγους των αριθμ. 2, 4, 5, 6, 7, 16 και 17 αλλά ούτε και στο λόγο του αριθμ. 3 καθώς δεν επιτρέπεται να μείνει σε ισχύ απόφαση που βεβαιώνει ότι η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν μεροληπτική (ΕΣΔΑ 6 παρ. 1)(Νίκας ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 578, ομοίως ΜΜαργαρίτης ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 578).
Αν υφίσταται απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου δεν μπορεί να θεραπευθεί όσο ισχύει η απόφαση που παράγει το δεδικασμένο (βλ. Νίκα Το έννομο συμφέρον, Καλαβρός Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ άρθρο 578). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 04-08-2014 αγωγή τους οι νυν αναιρεσίβλητοι αιτήθηκαν μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει το ποσό των 81.424,50 ευρώ, ως αποζημίωση ένεκα διαφυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα από 14-10-2008 έως 18-12-2009 (διάστημα της φερόμενης από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος νυν αναιρεσιβλήτους, εξωσυμβατικής χρήσεως λόγω μη αποδόσεως του μισθίου κατά τη συμβατική λήξη της μισθώσεως).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1499/2015 απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα ως αβάσιμο, με την αιτιολογία αφ' ενός ότι δεν απεδείχθησαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί από τις δύο έγγραφες προσφορές των εταιρειών "... ΑΕ" και "... και ΣΙΑ ΕΠΕ" που προσκόμισαν οι νυν αναιρεσιβλήτοι κι αφ' ετέρου ότι με την υπ' αριθμ. 224/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδικάσθηκε σε αυτούς μεταξύ άλλων ποσό 463.638 ευρώ που αντιστοιχεί σε αποζημίωση χρήσεως για την παράνομη κατακράτηση του μισθίου για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Εν συνεχεία, οι νυν αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 04-01-2016 και με αρ. καταθ. 256/2016 έφεσή τους, με την οποία αιτήθηκαν την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 1499/2015 αποφάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου μεταξύ άλλων και ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απερρίφθη το ανωτέρω αίτημα διαφυγόντων κερδών, επικαλούμενοι εσφαλμένη από το Δικαστήριο εκτίμηση των δύο προσκομισθεισών προσφορών των εταιρειών "...
ΑΕ" και "... και ΣΙΑ ΕΠΕ" και του λοιπού αποδεικτικού υλικού. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την νυν αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί του οικείου λόγου εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε αυτόν αποφαινόμενο ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν λύθηκε στις 15-10-2008, αλλά στις 18-12-2009 με την συναινετική λύση της μισθώσεως και συνεπώς το Ελληνικό Δημόσιο δε χρησιμοποιούσε αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα το μίσθιο, ώστε να υποχρεούται σε αποζημίωση ένεκα διαφυγόντων κερδών.
Τούτο δε, διότι δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 3698/2012 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η καταγγελία για μέρος του ενιαίου επίδικου μισθίου είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν επέφερε τη λύση της μισθώσεως, ούτε έπαυσε η υποχρέωση καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος.
Πιο συγκεκριμένα, το δικάσαν Εφετείο με την αμέσως ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι "...Εφόσον, λοιπόν με την προδιαληφθείσα τελεσίδικη και αμετάκλητη ως άνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, σε συμμόρφωση [άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ] με την υπ' αριθμ. 936/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η καταγγελία μέρους κάθε φορά του ενιαίου μισθίου με τις υπ' αρ.
πρωτ. .../24.6.2003 και υπ' αρ. πρωτ. ..../21.3.2006 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ δεν είναι έγκυρη και δεν επέφερε την λύση της ένδικης μίσθωσης, συνεχίστηκε η ένδικη μίσθωση και μετά την πάροδο της συμβατικής της διάρκειας των εννέα [9] ετών [14/10/2008]...".
Εν προκειμένω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την παραπάνω αιτιολογία της. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι η κατά παράβαση των άρθρων 322 παρ. 1, 324 και 331 ΚΠολΔ κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου ότι το ουσιαστικό δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 3698/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καταλαμβάνει και τον χαρακτήρα και το κύρος της υπ' αριθμ.
πρωτ. ..../21-03-2006 πρόωρης λύσεως της επίδικης μισθώσεως, και η εντεύθεν κρίση ότι υφίσταται ενεργός σύμβαση μισθώσεως για το επίδικο χρονικό διάστημα από 15-10-2008 έως 18-12-2009, ακόμα και εάν οδηγεί σε απόρριψη του αιτήματος καταβολής διαφυγόντων κερδών για το διάστημα αυτό, δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο εις βάρος του νυν αναιρεσείοντος Δημοσίου σε άλλες δίκες μεταξύ αυτού και των αναιρεσιβλήτων, στις οποίες κρίνεται το εάν η ένδικη μίσθωση είχε λυθεί αζημίως από την 21-04-2006, κατόπιν της υπ' αριθμ.
πρωτ. ..../21-03-2006 έγγραφης λύσεως της Διεύθυνσης Δ18 Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών της τέως Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Τούτο δε, ιδίως, στην δίκη που άνοιξε με την από 14-02-2010 αγωγή των αντιδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα μεταξύ άλλων την καταβολή αποζημιώσεως εξωσυμβατικής χρήσεως για το ίδιο το επίδικο χρονικό διάστημα ύψους 483.304 ευρώ, η οποία συζητήθηκε σε δεύτερο βαθμό κατά τη δικάσιμο της 23-01-2018 ενώπιον του 7ου Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Γι' αυτό το λόγο έχει έννομο συμφέρον ως νικήσας, κατά το νυν εξεταζόμενο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης, διάδικος να αιτηθεί την αντικατάσταση της ως άνω εσφαλμένης αιτιολογίας, με την ορθή, η οποία συνίσταται στην απόρριψη του υπό κρίσιν αγωγικού αιτήματος των αντιδίκων για καταβολή διαφυγόντων κερδών, με την αιτιολογία ότι κατ' εφαρμογή της διατάξεως του όρθρου 26 του ισχύοντος εν προκειμένω από 10/19-11-1932 Π.Δ/τος περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 66/1973 και κατόπιν της υπ' αριθμ.
πρωτ. ..../21-03-2006 έγγραφης λύσεως της Διεύθυνσης Δ18 Οικονομικών Υποθέσεων και Προμηθειών της τέως Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, η ένδικη μίσθωση είχε λυθεί αζημίως από την 21-04-2006. Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, γιατί τέτοια δυνατότητα υποκατάστασης του σκεπτικού δεν υφίσταται εκ των πραγμάτων στο λόγο του αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα εν προκειμένω, γιατί εφόσον υφίσταται απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 3698/2012 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η καταγγελία για μέρος του ενιαίου επίδικου μισθίου είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν επέφερε τη λύση της μισθώσεως, ούτε έπαυσε η υποχρέωση καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος, δεν μπορεί να θεραπευθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με τη διόρθωση του αιτιολογικού της που δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του αναιρεσείοντος, όσο ισχύει η απόφαση που παράγει το δεδικασμένο.
Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει προτάσεις αναιρεσιβλήτων, μειωμένων όμως τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-5-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 95/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ