Legislator Case Law & Legislation
397/2019 AI generated

397/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 397/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

397/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 397 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Τ. του Σ., 2) Α. Ο. του Ν., συζ. Ν. Τ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" και ήδη "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεώνη Σουρλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 10-1-2019 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 10-1-2019 προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της ασφαλιστικής εταιρείας και το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σ. και συνεκδικάστηκε με την από 28-9-2010 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 24-12-2010 αγωγή του 4ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2014 μη οριστική και 404/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 4ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθμ. 404/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την έφεση του νυν αναιρεσείοντος και την έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της υπ' αριθμ. 93/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σ.

δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και διά της με αριθμ. 135/ 2014 αποφάσεώς του ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθεί το αναφερόμενο σ' αυτή έγγραφο της Υπηρεσίας του Τμήματος Τροχαίας Σ.. Με την από 19-5-2015 αίτηση - κλήση επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι εφέσεις και τελικά το Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του με την οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του Επικουρικού κεφαλαίου, ενώ δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σ.

μόνο κατά τη διάταξη περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Εξ άλλου, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8α, 16 παρ. 4, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 και 4 Κ.Ο.Κ (ν. 2696/1999) προβλέπονται ότι: "...στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: α) Να διαβαίνουν της εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής" (5 παρ. 8α), "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν" (16 παρ. 4), "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει, προηγουμένως, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο, ή, παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους" (άρθρ. 21 παρ. 1) και τέλος, "προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης, και, προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).

Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει" (23 παρ 2 ΚΟΚ).

Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, "οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια" (23 παρ. 4).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/ 2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 22-11-2009 και περί ώρα 11,40 π.μ.

ο Ν. Τ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ...02 - ΙΧΕ αυτοκίνητο... κινείτο επί της Ε.Ο. Τ.ς - Σ. με κατεύθυνση προς Τ. και έχοντας τελικό προορισμό την εκδήλωση που θα διενεργούνταν στις 12:00 π.μ. στο μνημείο των 118 στα πλαίσια του εορτασμού της Εθνικής Αντίστασης. Στην 35+00 χ.θ. της ως άνω Ε.Ο. και λίγο πριν φθάσει στο άνω μνημείο ο ανωτέρω οδηγός πλησιάζοντας στην είσοδο χώρου στάθμευσης, ο οποίος βρισκόταν μετά την άκρη του οδοστρώματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με αυτό που κινείτο ο ίδιος, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας Τ.- Σ.

και χρησιμοποιούνταν ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων των προσκεκλημένων - επισκεπτών για την προαναφερόμενη εκδήλωση... μείωσε την ταχύτητά του και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν παρακωλύει την κίνηση άλλων οχημάτων που κινούνταν όπισθεν αυτού ή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατέστησε γνωστή στους οδηγούς των άλλων οχημάτων την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά, χρησιμοποιώντας το δείκτη κατεύθυνσης για αριστερή πορεία (αριστερό φλάς) και επιχείρησε να στρίψει αριστερά διασχίζοντας διαγώνια το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να εισέλθει στον ως άνω χώρο στάθμευσης.

Την ίδια ακριβώς στιγμή ο Ν. Β. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...29 ανασφάλιστη δίκυκλη μοτοσικλέτα του κινιόταν επί της ως άνω Ε.Ο. στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με τον Ν. Τ. και επιχειρούσε διαδοχικές προσπεράσεις στα προπορευόμενα αυτού αυτοκίνητα κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και μόλις έφθασε στο σημείο που ο τελευταίος διέσχιζε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης αιφνιδιάστηκε στη θέα του αυτοκινήτου και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας του στο μέσο του πίσω μέρους του οχήματος του αντιδίκου του.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επιμέλεια των εφεσίβλητων, Ν. Τ. και Α. Ο., έγγραφα, σύμφωνα με όσα διέταξε η υπ' αριθμ. 135/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, στο σημείο του ατυχήματος και την ώρα που αυτό έλαβε χώρα (11.40 π.μ.), δεν είχαν ληφθεί μέτρα τροχαίας, καθόσον οι αστυνομικοί του Τμήματος Σ.

δεν είχαν φθάσει ακόμη εκεί. Στο σημείο όμως αυτό που πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση για τον εορτασμό της Εθνικής Αντίστασης υπήρχε ήδη δύναμη του Τμήματος Περιφέρειας Σ. (τουλάχιστον ένας αστυνομικός με το υπ'αριθμ. ...14 υπηρεσιακό όχημα) για τη λήψη μέτρων τάξης στο χώρο της εκδήλωσης...... Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη κι αν ο οδηγός Ν.

Τ. έστριψε αριστερά προκειμένου να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης των οχημάτων των επισκεπτών, χωρίς να του έχει υποδειχθεί κάτι τέτοιο από αρμόδιο αστυνομικό, δεν μπορεί να του αποδοθεί αμελής συμπεριφορά, δεδομένου ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, κατά την οποία πραγματοποιείτο η εν λόγω εκδήλωση, και κατά το χρονικό διάστημα προσέλευσης και αποχώρησης των οχημάτων των προσκεκλημένων - επισκεπτών, επιτρεπόταν άτυπα η υπέρβαση της διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής από τα οχήματα των επισκεπτών.

Και τούτο διότι, όπως συνηθιζόταν, κατά την εν λόγω εκδήλωση χρησιμοποιείτο, ως χώρος στάθμευσης, ο χώρος που βρίσκεται απέναντι από το μνημείο, στον οποίο για να εισέλθουν τα οχήματα που έρχονταν από Σ. έπρεπε να υπερβούν τη διαχωριστική γραμμή. Άλλωστε εκείνη την ημέρα δεν επιβλήθηκε πρόστιμο σε κανέναν από τους οδηγούς - επισκέπτες, παρότι κάποιοι από αυτούς κινήθηκαν κατά παράβαση του ΚΟΚ, για να σταθμεύσουν στον χρησιμοποιούμενο για την εκδήλωση χώρο στάθμευσης.

Το ζητούμενο λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση είναι αν ο Ν. Τ., που επιχείρησε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, προκειμένου να το πράξει με ασφάλεια, γεγονός που ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος είναι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, διότι, κατά παράβαση των άρθρων 12 § 1, 16 § 1, 2 και 17 § 1, 6 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), επιχείρησε επικίνδυνη διαδοχική προσπέραση περισσότερων οχημάτων κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά λόγω αμέλειας, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε υπό τις παραπάνω περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το αυτοκίνητο του αντιδίκου του, που έχοντας ανάψει το αριστερό φλας και μειώσει την ταχύτητά του επιχειρούσε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο οπίσθιο μέρος αυτού.

Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε καμία αμέλεια, που να βαρύνει τον Ν. Τ., καθώς είχε ανάψει τον δείκτη κατεύθυνσης για αριστερή πορεία (αριστερό φλας), είχε μειώσει την ταχύτητά του, είχε προσεγγίσει προσεκτικά την διπλή διαχωριστική γραμμή που χώριζε τα δυο ρεύματα κυκλοφορίας και επιχείρησε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, χωρίς μέχρι εκείνη τη στιγμή να μπορεί να δει από τον καθρέπτη του την μηχανή του αντιδίκου του".

Με το να δεχθεί τα παραπάνω το Εφετείο, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την οδηγική συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ατύχημα, την αμελή οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του και της πρόκλησης του ατυχήματος, την έλλειψη αμελούς συμπεριφοράς στον Ν.

Τ. τελούσας σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1 και 2, και 17 §§ 1 και 6 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι "επιχείρησε επικίνδυνη διαδοχική προσπέραση περισσότερων οχημάτων κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά λόγω αμέλειας, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε υπό τις παραπάνω περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το αυτοκίνητο του αντιδίκου του, που έχοντας ανάψει το αριστερό φλας και μειώσει την ταχύτητά του επιχειρούσε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο οπίσθιο μέρος αυτού", πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού του για αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος Συνεπώς ο εκτιμώμενος ως θεμελιούμενος επί του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό αυτό καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 εδ. α' του ΚΟΚ, με το να μην δεχθεί σχετική αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε σχετικά ότι η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση διότι "Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη κι αν ο οδηγός Ν.

Τ. έστριψε αριστερά προκειμένου να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης των οχημάτων των επισκεπτών, χωρίς να του έχει υποδειχθεί κάτι τέτοιο από αρμόδιο αστυνομικό, δεν μπορεί να του αποδοθεί αμελής συμπεριφορά, δεδομένου ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, κατά την οποία πραγματοποιείτο η εν λόγω εκδήλωση, και κατά το χρονικό διάστημα προσέλευσης και αποχώρησης των οχημάτων των προσκεκλημένων - επισκεπτών, επιτρεπόταν άτυπα η υπέρβαση της διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής από τα οχήματα των επισκεπτών.

Και τούτο διότι, όπως συνηθιζόταν, κατά την εν λόγω εκδήλωση χρησιμοποιείτο, ως χώρος στάθμευσης, ο χώρος που βρίσκεται απέναντι από το μνημείο, στον οποίο για να εισέλθουν τα οχήματα που έρχονταν από Σ. έπρεπε να υπερβούν τη διαχωριστική γραμμή". Άλλωστε, ούτε στον αναιρεσείοντα απέδωσε σχετική αμέλεια, για τον οποίο επίσης δέχθηκε ότι εισήλθε και κινείτο στο αντίθετο ρεύμα, παραβιάζοντας την διπλή διαχωριστική γραμμή.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις οποίες το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον αναιρεσείοντα, οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, γιατί "κατά παράβαση των άρθρων 12 § 1, 16 § 1, 2 και 17 § 1, 6 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), επιχείρησε επικίνδυνη διαδοχική προσπέραση περισσότερων οχημάτων κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά λόγω αμέλειας, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε υπό τις παραπάνω περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το αυτοκίνητο του αντιδίκου του, που έχοντας ανάψει το αριστερό φλας και μειώσει την ταχύτητά του επιχειρούσε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο οπίσθιο μέρος αυτού", προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1 και 2, και 17 §§ 1 και 6 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που δεν διακόπηκε με οποιαδήποτε ανύπαρκτη συνυπαιτιότητα του επίσης εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον σχετικό δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίφαση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά την σ' αυτόν περιλαμβανομένη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος ενεργούσε ανεπίτρεπτη επικίνδυνη διαδοχική προσπέραση περισσότερων οχημάτων κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν.

Τ., ο οποίος έχοντας ανάψει το αριστερό φλάς και μειώσει την ταχύτητά του επιχειρούσε να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο οπίσθιο μέρος αυτού, αφού τα γενόμενα δεκτά βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο επιχείρησε στροφή προς τα αριστερά παρά την ύπαρξη διπλής κατά μήκος συνεχούς διαγραμμίσεως, χωρίς να του έχει υποδειχθεί από αρμόδιο όργανο, επειδή επιτρεπόταν άτυπα η υπέρβαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής και δεν επιβλήθηκε κάποιο πρόστιμο σ' αυτόν (οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της), ενώ με τον ίδιο λόγο (δεύτερο) κατά τα λοιπά, από το περιεχόμενο του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης, το επιχείρημα του Εφετείου ότι "εκείνη την ημέρα δεν επιβλήθηκε πρόστιμο σε κανένα από τους οδηγούς-επισκέπτες, παρότι κάποιοι από αυτούς κινήθηκαν κατά παράβαση του ΚΟΚ, για να σταθμεύσουν στον χρησιμοποιούμενο για την εκδήλωση χώρο στάθμευσης", σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων (με την παραδοχή του Εφετείου ότι "κατά το χρονικό διάστημα προσέλευσης και αποχώρησης των οχημάτων των προσκεκλημένων-επισκεπτών, επιτρεπόταν άτυπα η υπέρβαση της διαχωριστικής των ρευμάτων γραμμής από τα οχήματα των επισκεπτών") και δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάση της οποίας διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία θα επιδικαστούν ενιαία, αφού από υπερβολική πρόνοια παραστάθηκαν με χωριστούς δικηγόρους (άρθρ. 189 παρ. 2 περ.

β'), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 404/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ