397/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 397 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated397/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 397 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 397 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 397/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παρασκευή Ρήγα, 2)Δημοτικής Επιχείρησης ..., ως καθολικού διαδόχου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και ... δυνάμει του αρθρ. 109 παρ.6Ν3852/2010 που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων:1)Κ. Κ. του Γ., 2)Δ. Κ. του Γ., 3)Ι. Κ. του Γ., 4)Κ. χας Γ. Κ., κατοίκων ... 5)Γ. Τ. του Α., 6)Κ. Τ. του Α., κατοίκων ...,7)Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 8)Μ. χας Α. Τ., κατοίκου ..., 9)Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 10)Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ...,,11)Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκε η απόφαση: 35/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του παρόντος αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 18-10-2017, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../14-8-2017, .../14-8-2017, .../14-8-2017, .../14-8-2017, .../16-8-2017, .../18-7-2017, ...18-7-2017, .../3-8-2017, ...16-8-2017, .../18-8-2017, .../18-8-2017, .../18-8-2017 και ...14-8-2017 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών περιφέρειας Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Μ. (οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, ένατη και δέκατη τρίτη), Αθηνών Φ. Δ. (οι έκτη, έβδομη, δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη) και Θεσσαλονίκης Δ. Π. (η όγδοη) αντίστοιχα, τις οποίες η επισπεύδουσα τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης πρώτη αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της η προαναφερθείσα (18-10-2017) και με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσείουσα και στους αναιρεσιβλήτους (στον εξ αυτών Ι. Κ., ως ειδικό διάδοχο του εξ αυτών Θ. Κ., δυνάμει του υπ’ αριθ. ...2015 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Ναυπακτίας Ν. Κ.). Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2018). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, η δεύτερη αναιρεσείουσα και οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των τελευταίων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 10-1-2018 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 35/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (27-5-2011), "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Περαιτέρω, επί απόφασης πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η προθεσμία της αναίρεσης "ηρεμεί", όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού παρέλθει η τελευταία. Είναι συνεπώς, η προθεσμία της αναίρεσης (αν δεν υπάρξει επίδοση της απόφασης) συνολικά έξι χρόνια, δηλαδή τρία χρόνια για να παρέλθει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ Ολ. 1113/1986, ΑΠ 623/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες. Εξάλλου, εφόσον η απόφαση δημοσιεύτηκε στις 27-5-2011, η τριετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) την επομένη και έληγε στις 27-5-2014. Την επομένη άρχισε η τριετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 όπως ίσχυε), που έληγε στις 27-5-2017. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 24-7-2015, δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της προθεσμίας για την αναίρεση.
Συνεπώς, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αριθ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων, κατά δε το άρθρο 2 ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Περαιτέρω, με τα άρθρα 94 παρ. 1, 3 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η’ του ν. 1406/1983 ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές...." "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδ.α’ ΕισΝΑΚ, 914 ΑΚ ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και συνεπώς να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ’ ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Συνεπώς, κάθε αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά και των εχουσών διφυή υπόσταση δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, (εφόσον βάσει του άρθρου 24 παρ. 1 του ν. 1069/1980, τα υπ’ αυτών εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, τα δε γι’ αυτά ως και για τις συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαιούντα ακίνητα, απαλλοτριώνονται αναγκαστικώς υπέρ και δαπάναις αυτών, κατόπιν απόφασης του διοικητικού τους συμβουλίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των δήμων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων), για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες, οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, αντίστοιχα, ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1992/2017). Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 15/1993). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού η παραπάνω έλλειψη αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 8-10-2009 αγωγή τους, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθεταν ότι είναι κύριοι και συγκύριοι των λεπτομερώς αναφερομένων στο εισαγωγικό τους δικόγραφο ακινήτων και ότι οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες, κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2004, εισήλθαν δια των οργάνων τους παράνομα και χωρίς προηγουμένως να προβούν σε σχετική απαλλοτρίωση ή σύσταση δουλείας στα περιγραφόμενα εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους, καταλαμβάνοντας αυτά, έκοψαν τα εντός αυτών υπάρχοντα ελαιόδενδρα, κατέστρεψαν τις περιφράξεις τους και την υπάρχουσα εντός της ιδιοκτησίας του τελευταίου αποθήκη και προέβησαν στην εγκατάσταση εντός των καταληφθέντων τμημάτων αντλιοστασίου και στην κατασκευή τριών ισογείων κτισμάτων με τρία συνεχόμενα φρεάτια, προχώρησαν σε επίστρωση των τμημάτων αυτών με βιομηχανικό μπετόν, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται να εισέρχονται πλέον σε αυτά, ενώ ταυτόχρονα τα οικόπεδά τους κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα. Ζητούσαν δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι να τους καταβάλουν ως αποζημίωση για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξ αυτής τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ποσά. Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η ένδικη αγωγή αποζημίωσης υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, οι πιο πάνω παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων των εναγομένων τελέστηκαν σε συνάρτηση με τη λειτουργία τους ως δημοτικής υπηρεσίας και εξαιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας τους, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνων τους που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και, συνεπώς, η αγωγή είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Όμως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε σε αντίθετη κρίση και δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο συναφή πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, και εφόσον παρέλκει η έρευνα του δευτέρου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε να κρατηθεί η υπόθεση, να εκδικασθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων από το παρόν Δικαστήριο και ν’ απορριφθεί η αγωγή, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης που είναι δεσμευτική για το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί (ΑΠ 1992/2017). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου αναιρεσείοντος Δήμου σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 35/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8-10-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ