397/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΦέρεται νομίμως προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 15-7-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1185/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 55/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία επήλθε ύστερα από την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από την ίδια αναιρεσείουσα, στρεφόμενης κατά της 4748/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετ' αναίρεση της προηγηθείσας 6025/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου εκείνου, δια της 65/ 2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Το παρόν δικαστήριο αναφέρεται και πάλι στις νομικές σκέψεις των ως άνω προηγηθεισών αποφάσεών του.
Legislator headnote
AI generated397/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το έτος 1983, ύστερα από μετεκπαίδευσή της, η ενάγουσα απασχολήθηκε σταθερά ως προϊσταμένη χειρουργείου. Την 29-9-2005, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το 537/29-9-2005 έγγραφο της υπηρεσίας της με το οποίο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, με προειδοποίηση, για την 30-11-2005, εφαρμόζοντας σχετική απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου.
Full text
Απόφαση 397 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Άγγελου Μαραγκού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και νομιμοποίησε τη δικηγόρο Σεβαστή Ντογιάκου.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριου Σεραφείμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1185/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6025/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 11-1-2011 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 65/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1162/2012 απόφασή του, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση. Κατόπιν εκδόθηκε η 4748/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε και πάλι η ήδη αναιρεσείουσα με την από 23-12-2013 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 55/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 4748/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επαναφέρει η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2015 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίστηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρεται νομίμως προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 15-7-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1185/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 55/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία επήλθε ύστερα από την άσκηση δεύτερης αίτησης αναίρεσης από την ίδια αναιρεσείουσα, στρεφόμενης κατά της 4748/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετ' αναίρεση της προηγηθείσας 6025/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου εκείνου, δια της 65/ 2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Το παρόν δικαστήριο αναφέρεται και πάλι στις νομικές σκέψεις των ως άνω προηγηθεισών αποφάσεών του.
2. Με την ένδικη, από 16-2-2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και επικαλούμενη την κατά την άποψή της αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 27 παρ.3 περ. β' του ν. 1902/1990, που προβλέπει υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις τη συνταξιοδότηση των ανδρών σε ηλικία 60 ετών, αλλά των γυναικών σε ηλικία 55 ετών, με τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω διάταξη εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω φύλου και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, ζήτησε, προεχόντως, την αναγνώριση της ακυρότητας της από 15-2-2006, λόγω ηλικίας 55 ετών, καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας που τη συνέδεε με την εναγομένη και, παρεπομένως, την πραγματική αποδοχή της εργασίας της μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών, αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας μέχρι την 15-11-2006 και χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ήδη εκκαλούμενη απόφασή του, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-2-2006 καταγγελίας, υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στο μέλλον και επιδίκασε τις αιτηθείσες αποδοχές υπερημερίας. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εναγομένη με την από 15-7-2008 έφεσή της για κακή εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων.
3. Από όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι (μάρτυρες, έγγραφα και εκατέρωθεν άμεσες ή έμμεσες ομολογίες) αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την από 2-2-1978 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έχοντας κάνει σπουδές νοσηλευτικής στην αλλοδαπή, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί τη νοσηλευτική μονάδα "..." στην Αθήνα, όπου διενεργείται κυρίως εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο στο πλαίσιο προγραμμάτων της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να απασχοληθεί ως νοσηλεύτρια.
Από το έτος 1983, ύστερα από μετεκπαίδευσή της, η ενάγουσα απασχολήθηκε σταθερά ως προϊσταμένη χειρουργείου. Την 29-9-2005, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το 537/29-9-2005 έγγραφο της υπηρεσίας της με το οποίο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, με προειδοποίηση, για την 30-11-2005, εφαρμόζοντας σχετική απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου.
Κατά την απόφαση, η ενάγουσα είχε τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ, καθόσον επρόκειτο να συμπληρώσει την ηλικία των 55 ετών και είχε συγκεντρώσει 4.500 ένσημα βαρέος και ανθυγιεινού επαγγέλματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 και 27 παρ.3 περ. β' του ν. 1902/1990.
Η ενάγουσα παρέλαβε το έγγραφο της ως άνω καταγγελίας και δεν αντέδρασε. Στη συνέχεια, όταν επρόκειτο να συμπληρωθεί ο χρόνος της προειδοποίησης, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα το 682/28-11-2005 έγγραφο της υπηρεσίας της, με το οποίο την κάλεσε να αποδώσει όλα τα χειρουργικά εργαλεία τα οποία ήσαν χρεωμένα σ' αυτήν, λόγω της ιδιότητάς της ως προϊσταμένης χειρουργείου.
Μια μέρα, όμως, μετά την επίδοση και παραλαβή του ως άνω εγγράφου και συγκεκριμένα την 29-11-2005 η ενάγουσα ανέφερε τραυματισμό στο δεξί της πόδι, που είχε συμβεί σε ώρα εργασίας ύστερα από ολίσθηση σε σκάλα του θεραπευτηρίου κατά τη μετάβασή της στο ακτινολογικό τμήμα για την παραλαβή του αποτελέσματος εξετάσεων νοσηλευομένων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 29-11-2005 ιατρική βεβαίωση ορθοπεδικού χειρουργού, η ενάγουσα είχε υποστεί ρήξη του έσω πλαγίου συνδέσμου του δεξιού γόνατος και πιθανή ρήξη του έσω μηνίσκου, χωρίς εμφανή οστική βλάβη. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση εργατικού ατυχήματος στο ΙΚΑ και χορήγησε στην ενάγουσα αναρρωτική άδεια, η οποία εγκρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή.
Μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας, η οποία διήρκεσε αλληλοδιαδόχως μέχρι την 8-1-2006, η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε από την εναγομένη ολόκληρη την κανονική της άδεια του έτους 2006, η οποία διήρκεσε από 9-1-2006 μέχρι 10-2-2006. Τότε ζήτησε και έλαβε από την εργοδότριά της υπόλοιπο 2 ημερών χειρουργικής άδειας, την οποία δικαιούταν ως προϊσταμένη χειρουργείου και η οποία διήρκεσε από 13-2-2006 μέχρι και 14-2-2006.
Την 15-2-2006, η ενάγουσα επέστρεψε στο Θεραπευτήριο με την πρόθεση να αναλάβει εργασία, αλλά η εναγομένη της επέδωσε την από 15-2-2006 δεύτερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, στην οποία ανέφερε ως μοναδικό λόγο τον ίδιο που ανέγραφε και στο ως άνω 537/29-9-2005 έγγραφό της, δηλαδή τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης.
Ταυτόχρονα, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τις μηνιαίες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 14-2-2006, ποσού 1.154,30 ευρώ, την αναλογία του επιδόματος των εορτών Πάσχα 2006, ποσού 627,03 ευρώ και του επιδόματος αδείας του ίδιου έτους 2006, ποσού 1.607,60 ευρώ. Επίσης, της κατέβαλε την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955, αφού ήταν και επικουρικά ασφαλισμένη (40% της αποζημιώσεως καταγγελίας του ν. 2112/1920, ύψους 24 μισθών, ήτοι 3.631,51 ευρώ 14/12 Χ 40% =), ανερχόμενη σε 40.672,91 ευρώ μικτά ή (μετά από αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος από 4.134,58 ευρώ =) 36.538,33 ευρώ καθαρά. Η ενάγουσα παρέλαβε την ως άνω δεύτερη καταγγελία και την αποζημίωση με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός της.
Κατόπιν, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε νομίμως στην εναγομένη την 8-3-2006.
4. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που τη συνέδεε με την ενάγουσα, η οποία έγινε με την επίδοση (παράδοση στα χέρια της ενάγουσας χωρίς τη διατύπωση επιφύλαξης) του από 29-9-2005 εγγράφου, με προειδοποίηση για λύση του υφιστάμενου συμβατικού δεσμού την 30-11-2005, επέφερε τη διαπλαστική της ενέργεια αμέσως μόλις παρήλθε η εν λόγω ημερομηνία.
Πριν από την ημερομηνία αυτή δεν υπήρξε κάποιο περιστατικό, από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί μεταβολή της βουλήσεως της εναγομένης. Αντίθετα, η τελευταία εκδήλωσε επιμονή ως προς την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας με το να ζητήσει από την ενάγουσα, την 28-11-2005, να αποδώσει προσηκόντως τα χειρουργικά εργαλεία που της είχαν χρεωθεί κατά τη διάρκεια της εργασίας της.
Ο τραυματισμός της ενάγουσας, την 29-11-2005, μεσολάβησε πριν από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ήτοι διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας και αποτέλεσε πράγματι εργατικό ατύχημα. Η συνεπεία αυτού χορήγηση αναρρωτικής άδειας δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως περιστατικό δηλωτικό ανάκλησης της καταγγελίας (πριν από την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτής), διότι παραμένει ανεξάρτητο από τη βούληση της εναγομένης.
Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βούληση κατάρτισης νέας συμβάσεως εργασίας, διότι με τη χορήγηση των αλλεπάλληλων αδειών (αναρρωτικής, κανονικής και ειδικής) η εναγομένη δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να καταβάλει αποδοχές τις οποίες όφειλε σύμφωνα με το νόμο χωρίς την παροχή εργασίας. Αντίθετα, μόλις τέθηκε ζήτημα περαιτέρω αποδοχής της εργασίας της ενάγουσας, η εναγομένη έσπευσε να δηλώσει εκ νέου τη βούλησή της να μην υπάρξει συνέχεια στη σύμβαση, που στο μεταξύ είχε λυθεί.
Κατά συνέπεια, ως χρόνος της καταγγελίας θεωρείται η ημέρα κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της από 29-9-2005 δήλωσης, ήτοι η 1-12-2005. Οπότε, η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία αμφισβήτησης του κύρους της καταγγελίας αυτής παρήλθε την 1-3-2006 (άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, ΑΚ 240, 241 παρ.1, 242, 243 παρ.2). Η δεύτερη, από 15-2-2006 καταγγελία, αξιολογείται ως έχουσα επικουρικό χαρακτήρα, δυνάμενη να επιφέρει έννομα αποτελέσματα μόνο σε περίπτωση ακυρότητας της πρώτης.
Με την ένδικη αγωγή προσβάλλεται μόνο η δεύτερη καταγγελία, αλυσιτελώς, όμως, ως προς την τύχη της συμβάσεως εργασίας, διότι η λύση αυτής είχε επέλθει με την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης που είχε ταχθεί με την πρώτη. Άρα ελέγχεται αβάσιμη. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η ενάγουσα, έχουσα έννομο συμφέρον να διασωθεί η σύμβαση εργασίας, προσβάλλει με την αγωγή την πρώτη καταγγελία, αυτή ασκείται (8-3-2006) μετά την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας (1-3-2006), ήτοι απαραδέκτως.
Τούτου δοθέντος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε σιωπηρά την ένσταση περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, την οποία η εναγομένη παραδεκτά είχε προβάλει ενώπιόν του, έσφαλε ως προς την υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή. Η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί. Το δικαστήριο πρέπει να δικάσει εκ νέου την αγωγή. Και με δεδομένο το ότι όλα τα αιτήματα της αγωγής έχουν ως προϋπόθεση την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η οποία ήδη κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής είχε καταστεί απρόσβλητη, πρέπει να την απορρίψει ως αβάσιμη, άλλως απαράδεκτη. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 15-7-2008 έφεση της εναγομένης.
Εξαφανίζει την 1185/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 16-2-2006 αγωγή.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ