Legislator Case Law & Legislation
397/2014 AI generated

397/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 397/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 397 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2014

Legislator headnote

AI generated

397/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 397 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2014

Keywords

AI generated
statutory rights of heir previous legal status standing of heirs death of procedural party representative of the estate determination of legal heir
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 397 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3)Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κολιόπουλο που ανακάλεσε την από 23/10/213 δήλωσή του και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Φ. Λ. του Γ., 2)Α. συζ. Α. Σ. Γ., το γένος Γ. Λ., κατοίκων ... 3)Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Λ. Σ., 4)Π. συζ. Φ. Δ., το γένος Λ. Σ., κατοίκων ... 5)Η. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 6)α)Ε. χήρας Α. Σ. του Λ. και β)Ε. Σ. του Α., κατοίκων ... ως κληρονόμων του Α. Σ., 7)Α. συζ. Χ. Σ., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., 8)Χ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 9)Β. χήρας Θ. Σ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 10)Μ. συζ. Μ. Δ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ..., 11)Ε. συζ. Ν. Β., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ..., 12)α)Δ. Β. του Ι. και )Μ. συζ. Χ. Λ., το γένος Ι. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ε. χήρας Ι. Β., 13))Χ. Σ.-Ρ. του Α., )Μ. συζ. Ν. Π., το γένος Α. Ρ.-Σ., ως κληρονόμων του Α. Σ. - Ρ., 14) )Ε. χήρας Δ. Σ., το γένος Α. Β., )Α. Σ. του Δ. και )Γ. Σ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ. Σ., κατοίκων .... Ο 1, η 2, η 7, ο 8, η 9, η 11, ο 12α ,η 12β και ο 13α εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Γεωργιλά και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/1995 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την 20227/1998 απόφαση που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ασκήθηκε η από 19/4/1999 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του αρχικού διαδίκου Γ. Κ. και η από 27/5/1999 πρόσθετη παρέμβαση των Α. και Χ. Κ., οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33063/1999 μη οριστική, 36162/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2220/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 3994/2011, και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια, και μάλιστα στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν αρκεί να έχει απλώς την ιδιότητα του δικηγόρου αλλά απαιτείται να έχει και την ικανότητα προς επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, στον Άρειο Πάγο είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω, 2) ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως αποδεικνύεται ότι δεν έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος, διότι δεν λαμβάνει μέρος στη δίκη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίσθηκε πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε (είτε αυτοτελής είτε με την αίτηση αναίρεσης και τις πράξεις ορισμού δικασίμου), ενώ, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν, όμως, δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 576 παρ.3 εδ.β' ΚΠολΔ, όπως το εδ.β' προστέθηκε με το άρθρο 62 ν.4139/2013, καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 ν.4139/2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η τρίτη, τέταρτη, πέμπτος, έκτη, έβδομη, ενδέκατη, δέκατη έβδομη, δέκατος όγδοος και δέκατος ένατος αναιρεσίβλητοι Ε. Τ., Π. Δ., Η. Σ., Ε. Σ., Ε. Σ., Μ. Δ., Ε. Σ., Α. Σ. και Γ. Σ., αντίστοιχα, οι οποίοι τελούν μεταξύ τους (ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι και συγκύριοι εξ αδιαιρέτου) σε σχέση απλής ομοδικίας (άρθρο 74, 75 ΚΠολΔ), κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την οικεία σειρά της από το πινάκιο, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ η δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη Μ. Π., που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευστράτιο Γεωργιλά, δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι είχε χορηγήσει στον παραπάνω δικηγόρο με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 20/11/2013, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Ως εκ τούτου η εν λόγω αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν παραστάθηκε νόμιμα, θεωρείται ότι είναι δικονομικώς απούσα. Όμως, οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσκομίζουν τις με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .../2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης … και στο Πρωτοδικείο Βόλου …, από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω ορισθείσα δικάσιμο (20-11-2013), επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, σε καθένα από τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους (καθώς και στη δικονομικώς απούσα δέκατη έκτη αναιρεσίβλητη) πλην της ενδέκατης αναιρεσίβλητης Μ. Δ., ως προς την οποία δεν προκύπτει ότι έγινε νόμιμη κλήτευση για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν αποδεικτικό επίδοσης της σχετική κλήσης προς αυτή. Επομένως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους νομίμως παριστάμενους πρώτο, δεύτερη, όγδοη, ένατο, δέκατη, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, δέκατη τέταρτη, δέκατο πέμπτο αναιρεσιβλήτους, καθώς και ως προς τους νομίμως κλητευθέντες πιο πάνω απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη αυτή (η συζήτηση) ως προς την απολειπόμενη ενδέκατη αναιρεσίβλητη.

Κατά τις διατάξεις των ν.12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ.8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, οι μεν sui είναι τα υπό την πατρική εξουσία τελούνται ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου πατρός τους, αποκτούν αυτοδικαίως και χωρίς αποδοχή την κληρονομία εκείνου, για δε την κτήση της κληρονομίας από εξωτικούς-εκουσίους, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι που ορίζει ο ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", ήτοι τα ενήλικα τέκνα και η σύζυγος καθώς και τα ανήλικα τέκνα έναντι της κληρονομουμένης υπ' αυτών μητέρας τους αποκτούν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία με μονομερή δήλωση, ρητή ή σιωπηρή αυτών περί αποδοχής της (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς) είτε σιωπηρώς συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμειξης στην κληρονομία και απόκτηση αυτής, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός τύπος για αυτήν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών συγκυρίων και, επομένως, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή τους να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος. Μόνη η κατοχή του κοινού πράγματος ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ' αυτού από ένα συγκύριο δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, αν δεν εκδηλωθεί σαφώς στους λοιπούς συγκυρίους η βούλησή του περί αποκλειστικής, στο όνομά του μόνον, νομής του κοινού πράγματος. Η ως άνω γνωστοποίηση, αφορώσα την αντιποίηση της νομής των λοιπών συγκυρίων από τον ήδη νεμόμενο το ακίνητο συγκοινωνό τους, χωρεί είτε ρητά ή σιωπηρά, η δε γνώση των λοιπών μπορεί να νομιμοποιήσει την αντιποίηση, από οποιονδήποτε και αν προέρχεται και όχι απαραιτήτως από τον ίδιο τον αντιποιούμενο τη νομή τους. Όμως τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη διανομή ή δωρεά μεταξύ των συγκυρίων, εφόσον έκτοτε ο κατέχων το κοινό σαφώς εκδηλώνει τη βούλησή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, οι δε υπόλοιποι, που μετείχαν στη σχετική συμφωνία, αποδέχθηκαν τη βούληση αυτή. Κατά μείζονα λόγο τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν ο ένας συγκληρονόμος παραχωρεί το μερίδιό του σε άλλο συγκληρονόμο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο πιο πάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Α. Κ. του Γ. (πάππος και προπάππος των διαδίκων), κάτοικος εν ζωή ..., πέθανε στις 20/2/1920 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη. Κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος διαφόρων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των επιδίκων και συγκεκριμένα 1) ενός οικοπέδου εμβαδού 2.300 τμ. περίπου, μετά της επ' αυτού διώροφης κατοικίας, αποτελούμενης από ισόγειο και δύο ορόφους, που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του χωριού ... και συνορεύει με ανώνυμες κοινοτικές οδούς και με ακίνητα κληρονόμων Γ. Σ., Χ. Σ. Ρ., Θ. και Δ. Κ., κληρονόμων Λ., κληρονόμων Λ., κληρονόμων Τ. και Α. Π., 2) ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 375,50 γμ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... και συνορεύει βόρεια με ρέμα, νότια με ανώνυμη κοινοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Β. Ρ. και Χ. Σ., 3) ενός οικοπέδου εμβαδού 312,40 τμ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού ... και συνορεύει νοτιοδυτικά, δυτικά και βορειοδυτικά με οικόπεδο κληρονόμων Γ. Κ., βορειοδυτικά, βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά με οικόπεδο Π. Κ. και νοτιοανατολικά με ανώνυμη κοινοτική οδό και 4) ενός οικοπέδου εμβαδού 100 τμ. περίπου, μετά της επ' αυτού ήδη κατεδαφισθείσας οικίας, που βρίσκεται στο χωριό ... και συνορεύει με ανώνυμους κοινοτικούς δρόμους και με ακίνητο Γ. Β. και Γ. Μ. (για το οποίο δεν υφίσταται λόγος έφεσης). Ο ως άνω αποβιώσας κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα οκτώ τέκνα του, ήτοι τους Δ. Κ. (πατέρα του εναγομένου), Σ. Κ. (πατέρα των προσθέτως παρεμβάντων), Μ. συζ. Χ. Σ.-Ρ., Ε. συζ. Γ. Ζ. Σ., Ζ. συζ. Χ. Ρ., Ε. συζ. Λ. Σ., Σ. συζ. Σ. Χ. και Ο. συζ. Γ. Λ. (μητέρα των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων), κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από το καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία του πατέρα τους και αναμείχθηκαν ενεργά σ' αυτήν και απέκτησαν την κυριότητα κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου και των τριών πρώτων από τα επίδικα ακίνητα, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ με ενεργό ανάμειξη-υπεισέλευση στην κληρονομιαία περιουσία, ήτοι κατοικούσαν στην υφιστάμενη στο πρώτο ακίνητο πατρική κατοικία και χρησιμοποιούσαν τον περιβάλλοντα χώρο αυτής καθώς και τα λοιπά ακίνητα κατά τον προορισμό τους. Άλλωστε, την κτήση της κυριότητας των ως άνω ακινήτων με κληρονομική διαδοχή εκ μέρους των παραπάνω συγκληρονόμων συνομολογεί ρητά ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και οι υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντες. Μετά το θάνατο του πατέρα τους παντρεύτηκαν οι έξι κόρες του, από τις οποίες η Μ., Ε., Ζ. και Σ., αποχώρησαν από την πατρική οικία και εγκαταστάθηκαν στις κατοικίες των συζύγων τους, η Ε. εγκαταστάθηκε με τον σύζυγό της στην κατοικία που υπήρχε στο 4ο των επίδικων ακινήτων, ενώ η Ο. παντρεύτηκε τον Γ. Λ., στις 11/12/1938 και συνέχισε ως συγκληρονόμος να συγκατοικεί με το σύζυγό της πλέον στον ισόγειο όροφο της πατρικής οικίας, ήτοι στο πρώτο των επίδικων ακινήτων, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και τα τέκνα αυτής, ήτοι ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων και συνέχισε να κατοικεί εκεί μέχρι και το έτος 1978, οπότε και αποχώρησε λόγω των σοβαρών βλαβών που είχε υποστεί η εν λόγω κατοικία λόγω του σεισμού του 1978. Επίσης, ο πατέρας του εναγομένου, Δ. Κ., ως συγκληρονόμος διέμενε με την οικογένειά του, ήτοι τη σύζυγό του Μ. και τον εναγόμενο υιό του Γ., και χρησιμοποιούσε ως κατοικία τον δεύτερο όροφο της υπάρχουσας στο πρώτο επίδικο διώροφης κατοικίας, μέχρι το έτος 1960 περίπου και στη συνέχεια συνέχισε να διαμένει εκεί ο εναγόμενος υιός του μέχρι το έτος 1975, που εγκαταστάθηκε στη … και επισκεπτόταν και διέμενε στο δεύτερο όροφο της κατοικίας τους θερινούς κυρίως μήνες. Στον πρώτο όροφο της εν λόγω κατοικίας διέμενε ως συγκληρονόμος ο πατέρας των προσθέτως παρεμβάντων, Σ. Κ., με τη σύζυγό του Τ. και τα δύο τέκνα του Α. και Χ., μέχρι και το έτος 1965, οπότε αποχώρησε και εγκαταστάθηκε στο ... Με βάση τα προαποδειχθέντα περιστατικά, τα παραπάνω οκτώ τέκνα του αποβιώσαντος το 1920 πατέρα τους Α. Κ., απέκτησαν τη συγκυριότητα στα προπεριγραφόμενα τρία επίδικα ακίνητα, με κληρονομική διαδοχή, υπεισελθόντα με ενεργό ανάμειξη στην κληρονομιαία περιουσία μετά το θάνατό του, κατά ποσοστό 1/8 ή 900/720 εξ αδιαιρέτου το καθένα. Από τους παραπάνω, ο Δ. Κ. του Α. (πατέρας του εναγομένου), συγκύριος των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 1/8 ή 900/7200 εξ αδιαιρέτου, πώλησε δυνάμει του υπ' αριθ. .../1926 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Μανούσου Χατζηγρηγόρη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …, στον Σ. Χ., σύζυγο της αδελφής του Σ., ποσοστό 800/7200 εξ αδιαιρέτου από το κληρονομικό του μερίδιο επί των επίδικων ακινήτων και απέμεινε σ' αυτόν ποσοστό συγκυριότητας από 100/7200 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια, ως άνω αγοραστής πώλησε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό των 800/7200 που αγόρασε με το παραπάνω συμβόλαιο, στην σύζυγό του Σ. συζ. Σ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1939 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Κατσικέα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και αριθμό … και έτσι η τελευταία έγινε συγκύρια των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 1700/7200 εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά 900/7200 από κληρονομία του πατέρα της και κατά 800/7200 από αγορά από τον προηγούμενο κύριο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου και των προσθέτως παρεμβάντων ότι το παραπάνω υπ' αριθ. .../1926 συμβόλαιο, με το οποίο ο Δ. Κ. μεταβίβασε προς τον σύζυγο της αδελφής του Σ., Σ. Χ., ποσοστό 800/7200 εξ αδιαιρέτου του κληρονομικού του μεριδίου στα επίδικα ακίνητα, είναι εικονικό, γιατί η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων δεν ήταν η μεταβίβαση του μεριδίου, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης. Και συγκεκριμένα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση, που χώρησε ειδική διαδοχή, μετά την κατάρτιση του ως εικονικού φερόμενου υπ' αριθ. .../1926 πωλητηρίου συμβολαίου, ήτοι έλαβε χώρα δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθ. .../1939 συμβολαίου περαιτέρω μεταβίβαση των αγορασθέντων με το φερόμενο ως εικονικό συμβόλαιο, ακινήτων, η ειδική διάδοχος-αγοράστρια Σ. συζ. Σ. Χ. το γένος Α. Κ., γνώριζε την εικονικότητα κατά το χρόνο κτήσης του δικαιώματος, όπως απαιτείται στην περίπτωση που υπάρχουν σχετικές ειδικές διαδοχές όπως στην προκείμενη περίπτωση (ΑΠ 1606/2003 δημ. Νόμος). Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων, το οποίο αυτοί προέβαλαν νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν και με τις προτάσεις τους στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Ο εναγόμενος και οι υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντες ισχυρίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τον ισχυρισμό τους αυτό επαναφέρουν και ενώπιον του παρόντος κατ' έφεση δικαστηρίου με τις προτάσεις τους, ότι οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα των τριών επίδικων ακινήτων με χρησικτησία, καθόσον τόσο οι πατέρες τους αρχικά όσο και οι ίδιοι στη συνέχεια νέμονται και κατέχουν αυτά με διάνοια κυρίων ενεργώντας τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, από το έτος 1945 μέχρι και την άσκηση της αγωγής και μετά από άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας το έτος 1945. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το έτος 1945 με το από 12/5/1945 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ των δύο παραπάνω αδελφών-συγκληρονόμων, ήτοι του Δ. Κ. - πατέρα του εναγομένου και του Σ. Κ.-πατέρα των προσθέτως παρεμβάντων, διένειμαν αυτοί μεταξύ τους όλη την κληρονομιαία περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα τρία επίδικα ακίνητα, εκ των οποίων έλαβαν από κοινού το πρώτο ακίνητο (οικόπεδο εμβαδού 2.300 τμ. με διώροφη οικία), ενώ το δεύτερο (αγροτεμάχιο εμβαδού 375,50 τμ.) και τρίτο (οικόπεδο εμβαδού 312,40 τμ.) έλαβε ο πατέρας του εναγομένου, Δ. Κ., στην άτυπη δε αυτή διανομή και κατά την υπογραφή του συμφωνητικού παρίσταντο και συμφώνησαν οι τρεις τότε εν ζωή αδελφές τους, και στη συνέχεια, συμφώνησαν και οι κληρονόμοι των άλλων τριών αδελφών που είχαν πεθάνει, για το λόγο ότι οι αδελφές είχαν ήδη λάβει περιουσία κατά τους γάμους τους και δεν είχαν καμία απαίτηση από την πατρική κληρονομία και ότι έκτοτε νέμονταν και κατείχαν το πρώτο επίδικο ακίνητο τα δύο αδέλφια, το δε δεύτερο και τρίτο, ο πατέρας του εναγομένου, με διάνοια κυρίων ενεργούντες τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, και μετά το θάνατο αυτών οι κληρονόμοι τους, ήτοι ο εναγόμενος και οι υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντες, από το έτος 1945 συνεχώς μέχρι και το έτος 1995, ώστε απέκτησαν την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν. Και συγκεκριμένα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μεταξύ των ως άνω οκτώ τέκνων του Α. Κ., συγκληρονόμων και συγκυρίων των τριών επίδικων ακινήτων, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, ούτε αποδείχθηκε ότι κατά την γενόμενη μεταξύ των δύο μόνον συγκληρονόμων αδελφών Δ. και Σ. Κ., άτυπη διανομή, παρίσταντο και συμφώνησαν ή συμφώνησαν εκ των υστέρων οι λοιποί συγκληρονόμοι και συγκύριοι των επιδίκων, ήτοι οι αδελφές και οι συγγενείς των αποβιωσάντων μέχρι το 1945 αδελφών, όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίζονται ο εναγόμενος και οι προσθέτως παρεμβάντες. Είναι βέβαια γεγονός ότι μεταξύ του πατέρα του εναγομένου, Δ. Κ. και του πατέρα των προσθέτως παρεμβάντων Σ. Κ., καταρτίσθηκε στις 12/5/1945 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτοί, ως κληρονόμοι του Α. Κ. που πέθανε το 1920, διένειμαν τα ακίνητα της κληρονομίας και έλαβαν από κοινού το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα (οικόπεδο με διώροφη οικία), ο Δ. επιπλέον το δεύτερο και το τρίτο των επίδικων ακινήτων, καθώς και δύο άλλα ακίνητα, ήτοι αγροτεμάχιο εμβαδού 700 τμ. στη θέση "..." και οικόπεδο 1.000 τμ. στη θέση "..." (μη επίδικα), ενώ ο Σ. έλαβε επιπλέον και ένα χωράφι εμβαδού 3.208 τμ. στη θέση "άσπρα χώματα παλιαμπέλου". Πλην όμως, το συμφωνητικό αυτό και η δι' αυτού συμφωνηθείσα άτυπη διανομή δεν δεσμεύει και δεν ασκεί επιρροή στα δικαιώματα συγκυριότητας και στα έννομα συμφέροντα των λοιπών συγκληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Κ., και συγκυρίων των επίδικων ακινήτων, ήτοι των παραπάνω έξι αδελφών και των κληρονόμων αυτών, αφού αυτοί δεν συμμετείχαν στην υπογραφή του ούτε ήσαν παρόντες και συμφώνησαν κατά την κατάρτισή του ούτε συμφώνησαν αμέσως ούτε έλαβαν γνώση με οποιοδήποτε τρόπο ότι οι αδελφοί τους- συγκύριοι των επιδίκων νέμονται αυτά για δικό τους λογαριασμό ως αποκλειστικοί κύριοι. Άλλωστε, κατά τα προαποδειχθέντα, στο πρώτο των επίδικων ακινήτων κατοικούσε ως συγκληρονόμος και συγκύρια με την οικογένειά της η Ο. συζ. Γ. Λ. μέχρι και το έτος 1978, ενώ ο εναγόμενος και οι προσθέτως παρεμβάντες, καθώς και οι δικαιοπάροχοί τους είχαν αποχωρήσει νωρίτερα από την κατοικία αυτή και εγκαταστάθηκαν σε άλλα ακίνητα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω έξι αδελφές, δικαιοπάροχοι των εναγόντων, συγκύριες και συννομείς των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 1/8 'η 900/7200 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ουδέποτε παρέδωσαν τη νομή του μεριδίου τους στα επίδικα ακίνητα στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου και των προσθέτως παρεμβάντων, αδελφούς τους, αλλά μέχρι και το έτος 1978 η Ο. κατοικούσε στο πρώτο των επιδίκων ως συγκληρονόμος-συγκύρια και όχι κατά παραχώρηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ο εναγόμενος και οι προσθέτως παρεμβάντες, ενώ οι οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις στα επίδικα εκ μέρους των τελευταίων των δικαιοπάροχων τους (Δ. και Σ. Κ.) διενεργούνται από αυτούς όχι για δικό τους λογαριασμό αποκλειστικά αλλά αντιπροσωπεύοντας στη νομή και τους λοιπούς συγκυρίους, ήτοι τις αδελφές του και τις κληρονόμους αυτών στη συνέχεια. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορες δαπάνες γι' αυτά δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαποδειχθέντα δεν έλαβε χώρα άτυπη μεταβίβαση της νομής του μεριδίου των λοιπών συγκυρίων αδελφών των δικαιοπαρόχων του εναγομένου και των προσθέτως παρεμβάντων, ώστε να μπορούν οι τελευταίοι να αντιτάξουν κατά των εναγόντων κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα περιστατικά: Η εκ των ως άνω συγκυρίων των επιδίκων, Ο. συζ. Γ. Λ., μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της από 900/7200 σε καθένα από τα τρία επίδικα ακίνητα, στα παιδιά της, ήτοι στους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, Φ. Λ. του Γ. και Α. συζ. Α. Γ. αντίστοιχα, κατά ποσοστό 450/7200 εξ αδιαιρέτου στο καθένα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1981 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …και έτσι οι τελευταίοι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με μεταβίβαση από την προηγούμενη κυρία κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Στις 26/2/1972 πέθανε η παραπάνω συγκληρονόμος και συγκύρια των επιδίκων Ε. συζ. Λ. Σ., και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, ήτοι τους τρίτη τέταρτη, πέμπτο και έκτο των εναγόντων, Ε. συζ. Κ. Τ., Π. συζ. Φ. Δ., Η. Σ. του Λ. και Α. Σ. του Λ. αντίστοιχα, στους οποίους περιήλθαν τα επίδικα κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, που αποδέχθηκαν την κληρονομία με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό … και έτσι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με κληρονομική διαδοχή, ενώ η κληρονομούμενη μητέρα τους ήταν κύρια κατά ποσοστό 900/7200 εξ αδιαιρέτου, και η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο …και με αριθμό …. και έτσι έγινε συγκυρία των επιδίκων με κληρονομική διαδοχή, ενώ η κληρονομούμενη μητέρα της ήταν κυρία κατά ποσοστό 900/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα της Α. Κ. κατά τα άνω και κατά ποσοστό 800/7200 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον προηγούμενο κύριο Σ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1939 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Κατσικέα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και αριθμό …, ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει κατά το ως άνω ποσοστό των 800/7200 εξ αδιαιρέτου, με αγορά δυνάμει του υπ' αριθ. .../1926 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Μανούσου Χατζηγρηγόρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό …, από τον προηγούμενο κύριο Δ. Κ. του Α., συγκληρονόμο και συγκύριο των επιδίκων κατά ποσοστό 900/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα του Α. Κ., που πέθανε κατά τα άνω το 1920. Στις 27/7/1940 πέθανε η παραπάνω συγκληρονόμος και συγκύρια των επιδίκων Ζ. συζ. Χ. Ρ., και συγκληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, Χ. Ρ. του Χ. (όγδοο των εναγόντων), Β. Ρ. και το σύζυγό της Χ. Ρ., στους οποίους περιήλθαν τα επίδικα κατά ποσοστό 337,5/7200 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα τέκνα της και κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου στο σύζυγο, που απέκτησαν την κυριότητα με υπεισέλευση και ενεργό ανάμειξη στην κληρονομιαία περιουσία της κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, αφού ο θάνατος επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ, μετά δε και το θάνατο το συζύγου στις 3/12/1970, το μερίδιό του περιήλθε κατά ποσοστό 122,5/7200 εξ αδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τα ως άνω τέκνα του, ενώ μετά και το θάνατο του Β. Ρ. στις 5/11/1981, το μερίδιό του από 450/7200 εξ αδιαιρέτου στα επίδικα ακίνητα περιήλθε στον όγδοο ενάγοντα αδελφό του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …και επίσης με την υπ' αριθ. .../1982 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …, αποδέχθηκε για λογαριασμό του αποβιώσαντος αδελφού του την επαχθείσα στον τελευταίο κληρονομία του πατέρα του και, στη συνέχεια, την επαχθείσα στον ίδιο κληρονομία του αδελφού του, και έτσι έγινε συγκύριος των επιδίκων με κληρονομικές διαδοχές, κατά ποσοστό 900/7200 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων. Στις ένατη, δέκατη και ενδέκατη των εναγόντων, Β. χα Θ. Σ., το γένος Α. Κ., Μ. συζ. Μ. Δ. το γένος Θ. Σ. και Ε. συζ. Ν. Β., το γένος Θ. Σ., περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 75/7200, 112,5/7200 και 112,5/7200 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, από κληρονομία εξ αδιαθέτου του συζύγου και πατέρα τους Θ. Σ. που πέθανε στις 8/9/1976, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …, στον κληρονομούμενο δε περιήλθαν κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της μητέρας του Μ. συζ. Χ. Σ., που πέθανε στις 25/11/1923, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, κατά δε ποσοστό 75/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα του Χ. Σ.-Ρ., που πέθανε στις 10/1/1936, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, στον κληρονομούμενο δε πατέρα του περιήλθαν κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της συζύγου του Μ. Σ.-Ρ., που πέθανε κατά τα άνω στις 25/11/1923, στην οποία κληρονομία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ. Στις δωδέκατη και δέκατη τρίτη των εναγόντων, Α. Σ. του Γ. και Κ. χα Ε. Π. το γένος Γ. Σ., περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, από κληρονομία εξ αδιαθέτου της μητέρας τους, Ε. συζ. Γ. Σ., που πέθανε στις 25/5/1926, στην οποία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν ενεργά ως κληρονόμοι κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησαν την κυριότητα κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, και κατά ποσοστό 75/7200 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία από κληρονομία εξ αδιαθέτου του πατέρα τους Γ. Σ., που πέθανε στις 25/6/1960, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης Θεσ/νίκης στον τόμο … και με αριθμό …, στον κληρονομούμενο δε περιήλθαν από κληρονομία εξ αδιαθέτου της συζύγου του Ε. συζ. Γ. Σ., που πέθανε στις 25/5/1926, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ. Στους δέκατη τέταρτη και δέκατο πέμπτο των εναγόντων, Ε. χα Ι. Β., το γένος Χ. και Μ. Σ.-Ρ., και Α. Σ.-Ρ. του Χ., περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομία εξ αδιαθέτου της μητέρας τους Μ. συζ. Χ. Σ.-Ρ., που πέθανε στις 25/11/1923, στην οποία κληρονομία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν ενεργά ως κληρονόμοι κατά τα παραπάνω ποσοστά, και απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, και κατά ποσοστό 75/7200 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από κληρονομία εξ αδιαθέτου του πατέρα τους Χ. Σ.-Ρ., που πέθανε στις 10/1/1936, στην οποία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν ενεργά ως κληρονόμοι κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, στον κληρονομούμενο δε πατέρα τους περιήλθαν κατά ποσοστό 150/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της συζύγου του Μ. Σ.-Ρ., που πέθανε κατά τα άνω στις 25/11/1923, στην οποία κληρονομία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ. Στους δέκατη έκτη, δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο των εναγόντων, Ε. χα Δ. Σ., το γένος Α. Β., Α. Σ. του Δ. και Γ. Σ. του Δ., περιήλθαν τα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 75/7200, 112,5/7200 και 112,5/7200 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, από κληρονομία εξ αδιαθέτου του συζύγου και πατέρα τους Δ. Σ. του Γ., που πέθανε στις 12/5/1975, την οποία αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .../1994 δήλωση αποδοχής του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης Θεσ/νίκης στον τόμο …και με αριθμό …, στον κληρονομούμενο δε περιήλθαν κατά ποσοστό 225/7200 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της μητέρας του Ε. συζ. Γ. Σ., που πέθανε στις 25/5/1926, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, και κατά ποσοστό 75/7200 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία εξ αδιαθέτου του πατέρα του Γ. Σ. που πέθανε στις 25/5/1960, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα, στον τελευταίο δε περιήλθαν από κληρονομία εξ αδιαθέτου της συζύγου του Ε. συζ. Γ. Σ., που πέθανε στις 25/5/1926, στην οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε ενεργά ως κληρονόμος κατά το παραπάνω ποσοστό, 225/7200 εξ αδιαιρέτου, και απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος, αφού αυτοί ήσαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές και μεταβίβαση από τον προηγούμενο κύριο, και ο συγκληρονόμος-συγκύριος εναγόμενος, ακόμη και αν κατέχει τα επίδικα, θεωρείται ότι νέμεται ως αντιπρόσωπος και των άλλων συγκληρονόμων-συγκυρίων, και δη των εναγόντων. Μόνη η κατοχή των κοινών ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ' αυτών από τον εναγόμενο-συγκύριο, δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν εκδήλωσε ο τελευταίος σαφώς στους ενάγοντες και στους αναφερόμενους παραπάνω αναλυτικά δικαιοπαρόχους τους τη βούλησή του περί αποκλειστικής, στο όνομά του μόνον νομή των κοινών ακινήτων, ομοίως και οι προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβάντες. Έτσι, δεν μπορούν να αντιτάξουν κατ' αυτών κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), αφού δεν εκδήλωσαν τη βούλησή τους αυτή με οποιονδήποτε τρόπο όσο ζούσαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων προς αυτούς, αλλά ούτε και προς τους ενάγοντες μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και οι υπέρ αυτού παρεμβάντες απέκτησαν το μερίδιο των έξι αδελφών τους, δικαιοπαρόχων των εναγόντων-συγκληρονόμων με μεταβίβαση ή παραχώρηση της σύννομης του μεριδίου από αυτές, δεδομένου ότι οι τελευταίες ουδέποτε παρέδωσαν οικειοθελώς τα μερίδιά τους στα επίδικα, αλλ' αντιθέτως εξ αυτών η Ο. διέμενε μόνιμα στο πρώτο των επιδίκων μέχρι και το έτος 1978 ως συγκύρια. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός του εναγομένου και των υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντων ότι απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, γιατί τα νέμονταν από το έτος 1945 μέχρι και την άσκηση της αγωγής (1995) είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της νομής των μεριδίων των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, επί των επιδίκων, με παράδοση αυτής στον εναγόμενο, ούτε και αντιποίηση της νομής των μεριδίων τους εκ μέρους του τελευταίου, που επέρχεται εφόσον καταστήσει γνωστό ότι νέμεται αποκλειστικά το κοινό πράγμα ή κατά μεγαλύτερο μερίδιο, ούτε αποδείχθηκε άτυπη διανομή γενόμενη μεταξύ των συγκληρονόμων-συγκυρίων. Έτσι, ο εναγόμενος και οι προσθέτως παρεμβάντες, τις οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις τους στα επίδικα τις διενήργησαν και ως αντιπρόσωποι των ως άνω συγκληρονόμων, κατά των οποίων δεν μπορούν να αντιτάξουν κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) και θα πρέπει να απορριφθεί η προβληθείσα κατά τα ως άνω ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, εξαφανίζοντας μετά την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και των πρόσθετων λόγων αυτής, την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994, 1113 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αναγνώρισης του δικαιώματος συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, που απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές και μεταβίβαση από τον προηγούμενο κύριο) και της μη απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειόντων σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του προσβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση, από τους αρ.8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι "η άτυπη διανομή έγινε μεταξύ των δύο αδελφών, γιατί οι αδελφές τους είχαν ήδη λάβει προίκα, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη και αποδείχθηκε άλλωστε από τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων τους" είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή ότι "η δι' αυτού (συμφωνητικού) άτυπη διανομή δεν δεσμεύει και δεν ασκεί επιρροή στα δικαιώματα συγκυριότητας και στα έννομα συμφέροντα των λοιπών συγκληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Κ. και συγκυρίων των επίδικων ακινήτων, ήτοι των παραπάνω έξι αδελφών..". Ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, κατ' εκτίμηση, την από τον αρ.8 (και όχι από τον αρ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους για την άτυπη διανομή των επίδικων ακινήτων με την συγκατάθεση των εν ζωή αδελφών τους και των κληρονόμων εκείνων που είχαν ήδη αποβιώσει, την κτήση κυριότητας των ιδίων (αναιρεσειόντων) σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία και τη μη παράδοση της νομής εκ μέρους των αδελφών τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν. Τέλος, η προβαλλόμενη με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, κατά το τρίτο μέρος, του αιτίαση, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν αναφέρονται στην απόφαση συγκεκριμένες (χρονολογικά) πράξεις νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της (απόφασης) στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με την αναίρεση και μη αμφισβητούμενη παραδοχή της κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές και μεταβίβαση από προηγούμενο κύριο) και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους. Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ που ορίζει ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη" προκύπτει ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Η εκ του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτουσα έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη και εμπεριέχει αφ' εαυτής και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονοήτως συντρέχον. Στην προκείμενη περίπτωση , με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδονται στο Εφετείο οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ απορρέουσες αιτιάσεις ότι: α) κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 138 παρ.1, 139 ΑΚ, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων και δεν κήρυξε άκυρη ως εικονική τη μεταβίβαση κυριότητας ποσοστού 800/7200 εξ αδιαιρέτου του κληρονομικού μεριδίου του Δ. Κ. στα επίδικα ακίνητα προς το σύζυγο της αδελφής του Σ. Χ., που έγινε με το .../1926 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και στη συνέχεια με το .../1939 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο έγινε περαιτέρω μεταβίβαση του ποσοστού αυτού προς τη Σ. συζ. Σ. Χ., ενώ η εικονικότητα του επίμαχου συμβολαίου αποδεικνύεται δυνάμει ιδιωτικού αντιγράφου, που συντάχθηκε από το ίδιο άτομο που συμβλήθηκε στο .../1926 συμβόλαιο και β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα, και ειδικότερα, απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων (ως εφεσιβλήτων) περί εικονικότητας του πιο πάνω συμβολαίου, με την παραδοχή ότι η ειδική διάδοχος-αγοράστρια Σ. Χ. δεν γνώριζε την εικονικότητα κατά το χρόνο κτήσης του δικαιώματός της, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από τους αναιρεσιβλήτους (ως εκκαλούντες) με την έφεσή τους, σε κάθε δε περίπτωση ήταν αδύνατον η πιο πάνω αγοράστρια να μη γνώριζε την εικονικότητα του αρχικού συμβολαίου. Ο λόγος αυτός ως προς τις υπό στοιχείο α' και υπό στοιχείο β', κατά το δεύτερο μέρος, αιτιάσεις είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο. Ο ίδιος λόγος ως προς την υπό στοιχείο β', κατά το πρώτο μέρος, αιτίαση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δέχθηκε ως εκ περισσού την έλλειψη γνώσης της ειδικής διαδόχου - αγοράστριας για τη στήριξη της απορριπτικής του κρίσης ως προς τον ισχυρισμό περί εικονικότητας των επίδικων συμβολαίων, αφού το στοιχείο αυτό εμπεριέχεται στον ισχυρισμό περί εικονικότητας που προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: 1) για παραβίαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώσει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, συνισταμένης στη νόμιμη πρόταση του ισχυρισμού που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει νικήσει στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του ως εφεσιβλήτου στο Εφετείο πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μπορεί να γίνει με τις προτάσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ), που είχαν προβάλει νομίμως με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ως εναγόμενοι) και στο Εφετείο (ως εφεσίβλητοι). Όμως από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι αυτοί επανέφεραν νομίμως την προβληθείσα πρωτοδίκως πιο πάνω ένστασή τους με σαφή τρόπο, η δε σχετική αναφορά που γίνεται στην τέταρτη σελίδα των προτάσεών τους (με την ένδειξη "νομικό μέρος") αποτελεί απλή επανάληψη του περιεχομένου των θεμάτων απόδειξης που τάχθηκαν με την 33063/99 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ένσταση του 281 ΑΚ. Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός θεωρείται ότι δεν προτάθηκε νόμιμα και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ενώ δεν συντρέχει καμία περίπτωση εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25/4/2012 αίτησης των Δ. Κ. κλπ. για αναίρεση της 2220/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την αναιρεσίβλητη Μ. Δ.

Απορρίπτει την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτου, δεύτερης, όγδοης, ένατου, δέκατης, δωδέκατης, δέκατου τρίτου, δέκατης τέταρτης και δέκατου πέμπτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ