397/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 397 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2011
Legislator headnote
AI generated397/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 397 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 397 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. του Β., κατοίκου ... και 2. Ν. Α. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φλώρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Γ. Φ. του Β., κατοίκου δ.δ. ..., 2. Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ... και 3. Μ. Φ. του Γ., κατοίκου δ.δ. ..., ως μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Φ. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Στασινόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσβιλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 20-11-2009 έκθεση της ήδη Αντιπροέδρου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ν. Φ. του Γ., πατέρας του πρώτου των εναγόντων και της Π. Φ., μητέρας των εναγομένων και παππούς των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων, με το υπ' αριθμ. 3612/2.5.1960 προικοσυμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Κωνσταντίνου Καραγιάννη, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε λόγω προίκας το 1960 στον Β. Α., σύζυγο της μητέρας των εναγομένων και πατέρα αυτών, από μείζονα έκταση, κυριότητάς του, στο δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ..., μια ισόγεια λιθόκτιστη αποθήκη καπνών μετά της νοτίως της ως άνω αποθήκης συνεχόμενης περιοχής, έκτασης 250 τ.μ., η οποία συνορεύει ανατολικά με δρομίσκο, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Χ., βόρεια με την επαρχιακή οδό ... και νότια με ιδιοκτησία Κ. Π.. Ειδικότερα, με το ανωτέρω συμβόλαιο ορίσθηκε ότι ο Β. Α. του Α., πατέρας των εναγομένων, όπως επίσης και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του θα μπορούσαν να κάνουν χρήση του προαναφερομένου δρομίσκου, πλάτους 1,5 μέτρου και μήκους 40 μέτρων, ο οποίος υφίσταται μέχρι σήμερα και άρχιζε από τον επαρχιακό δρόμο ..., διήρχετο ανάμεσα από τις ιδιοκτησίες των διαδίκων και κατέληγε στην υδατοδεξαμενή, που υπήρχε στην νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου των εναγομένων από τον δρομίσκο δε αυτό διέρχονταν ακώλυτα μέχρι το 2004 οι οικογένειες των διαδίκων. Το 1983 ο πρώτος των εναγόντων με τη συνδρομή του μάστορα Δ. Μ. τοποθέτησε στον ανωτέρω δρομίσκο πλακάκια σκούρου χρώματος και μια πόρτα μεταξύ των σπιτιών των διαδίκων. Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμ. 1259/23.6.1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος το 1966 Ν. Φ. του Γ. και της αποβιωσάσης το 1978 Β. χήρας Ν. Φ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Ι. Τ. και του υπ' αριθμ. 1260/23.6.1983 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφησαν, κατέστησαν οι ενάγοντες συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου με τα εντός αυτού κτίσματα και τον επίδικο δρομίσκο, έκτασης 1143,79 τ.μ., που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 18 του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., αποτυπώνεται στο από Φεβρουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ. Α. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ και συνορεύει βόρεια με την επαρχιακή οδό ..., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία δευτέρου των εναγόντων και δυτικά με ιδιοκτησία των εναγομένων. Οι τελευταίοι συγκύριοι γειτονικού, ακινήτου, κειμένου δυτικά του οικοπέδου των εναγόντων το 2004 α)κατέστρεψαν την πόρτα που ο πρώτος των εναγόντων είχε τοποθετήσει το 1983 καθ' όλο το πλάτος του δρομίσκου και συνέδεε τα κτίσματα των διαδίκων και τοποθέτησαν καινούργια σιδερένια πόρτα, την οποία κλείδωσαν, β)επέστρωσαν με πλακάκια μέρος του επιδίκου δρομίσκου, μήκους 10 μέτρων με κατεύθυνση προς νότο, γ) κατασκεύασαν σκαλοπάτι πλάτους 50 πόντων και ύψους 20 εκ. στην είσοδο της θύρας της οικίας τους εντός του επιδίκου και κατά τον τρόπο αυτό κατέλαβαν παράνομα τον επίδικο δρομίσκο και απέβαλαν τους ενάγοντες της σύννομής αυτού. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατατέθηκαν με σαφήνεια από την μάρτυρα απόδειξης Ε. σύζυγο Γ. Φ., της οποίας η κατάθεση ενισχύεται από όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα ιδίως όμως επιρρωνύεται από το υπ' αριθμ. 3612/2.5.1960 προικοσυμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αγρινίου Κωνσταντίνου Καραγιάννη από το οποίο προκύπτει ότι το ανωτέρω ακίνητο που δόθηκε ως προίκα στον πατέρα των εναγομένων, έκτασης 250 τ.μ., συνόρευε ανατολικά με δρομίσκο, που είχαν μεν δικαίωμα να χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι προκειμένου να παίρνουν νερό από την υδατοδεξαμενή της οικίας τους πλην, όμως ο δρομίσκος αυτός, όπως προαναφέρθηκε, ανήκε κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Ν. Φ. του Γ. και στη συνέχεια περιήλθε στην συγκυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου ... Ι. Τ., που νόμιμα μεταγράφησαν. Η κατάθεση δε της προαναφερομένης μάρτυρος απόδειξης όχι μονάχα δεν αναιρείται αλλά αντίθετα επιβεβαιώνεται από την αόριστη, αντιφατική και εν γένει μη πειστική κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης.....". Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί κατ' ορθή εκτίμησή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι στο αναγνωριζόμενο με το προμνημονευόμενο προικοσυμβόλαιο δικαίωμα χρήσης του επίδικου δρόμου δεν περιλαμβανόταν η από μέρους των αναιρεσειόντων "αντικατάσταση της πόρτας του δρομίσκου, το κλείδωμα της ίδιας, η επίστρωση με πλακάκια μέρους του δρομίσκου και η κατασκευή σκαλοπατιού επί του δρομίσκου στην είσοδο της θύρας της οικίας τους", με το να δεχθεί, επίσης, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον επίδικο δρομίσκο μόνο για τη λήψη νερού από την υδατοδεξαμενή της οικίας τους και, τέλος, με το να μη παραθέσει τις περιεχόμενες στο πιο πάνω προικοσυμβόλαιο δηλώσεις βούλησης των σ' αυτό συμβαλλομένων, με τις οποίες αναγνωρίστηκε και συστήθηκε το δικαίωμα χρήσης του επίδικου δρομίσκου, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μη προσφύγει σ' αυτούς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης του Ν. Φ. του Γ. σε σχέση με ην αναγνώριση στον αντισυμβαλλόμενό του Β. Α. του Α. (γαμπρό του και πατέρα των αναιρεσειόντων), καθώς και στους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους του τελευταίου του δικαιώματος χρήσης του επίδικου δρομίσκου προς λήψη νερού από την υδατοδεξαμενή, που βρισκόταν μέσα στο τότε προικώο οικόπεδο, ενώ, εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, να παραθέσει το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας τις περιεχόμενες στο παραπάνω προικοσυμβόλαιο σχετικές με το επίμαχο δικαίωμα δηλώσεις των συμβαλλομένων. Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, η παντελής δηλαδή παράλειψη παράθεσης των νομικών διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα ή η ατελής ή αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του ίδιου δικαστηρίου, σε σχέση με αυτές ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση κ.λ.π. δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα ή για ένα από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους που θεσπίζονται περιοριστικά με τις τελευταίες αυτές διατάξεις (Ολ. ΑΠ 3/1997). Και αυτό γιατί η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο κοινός δε νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες όμως στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Oι συναφείς, επομένως, τρεις πρώτοι και κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο, γιατί υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να μη παραθέσει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1710 και 1846, αντίστοιχα, του ΑΚ, επί των οποίων στήριξε το επί της ουσίας πόρισμά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 364/1988 ΝοΒ 27.252). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση - χρησικτησία. Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της• αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της - αγωγής - οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί, όμως, λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει η αοριστία αυτή να προτείνεται στο Εφετείο και να αναφέρεται η πρόταση αυτή στο σχετικό αναιρετικό λόγο, αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Οι συναφείς, επομένως, πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του και δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των τελευταίων στο εν λόγω ακίνητο (εδαφική λωρίδα-δρομίσκο) ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, γιατί οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, μολονότι ισχυρίζoνται στην ένδικη αγωγή, ότι το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους στο πιο πάνω ακίνητο απέκτησαν με βάση το 1260/23-6-1983 δωρητήριο στη ζωή συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ι. Τ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, καθώς και τη 1259/23-6-1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με την οποία αυτοί αποδέχθηκαν ρητά την κληρονομία της θανούσας, κατά το έτος 1978, μητέρας τους Β. Χ. Ν. Φ., δεν εκθέτουν περαιτέρω στην εν λόγω αγωγή ποιος είναι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους, δωρητής στο προμνημονευόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, ούτε αν αυτός, καθώς και η κληρονομουμένη υπήρξαν κύριος του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως μεν, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των από 4-12-2006 πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων, καθώς και των από 6-6-2007 προτάσεων των ίδιων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορισμένη ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής από τους παραπάνω λόγους, ούτε επανέφεραν παραδεκτά την εν λόγω ένστασή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ούτε, άλλωστε, η επίμαχη ένσταση εμπίπτει σε καμία από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις και, ειδικότερα, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αλλιώς, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτούς αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις αναφέρονται σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, συνακόλουθα δε, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' Κ.Πολ.Δ και, έτσι, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1421/2009). Με τους συναφείς πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή, χωρίς παράλληλα, να δεχθεί ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Ν. Φ. του Γ., δωρητής, καθώς και η θανούσα σύζυγός του Β. υπήρξαν κύριοι της επίδικης εδαφικής λωρίδας (με τους δύο πρώτους απ' αυτούς) και με το να δεχθεί, επίσης, ότι: "Οι τελευταίοι (δηλαδή, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες) συγκύριοι γειτονικού ακινήτου, κειμένου δυτικά του οικοπέδου των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) το 2004 α) κατέστρεψαν την πόρτα που ο πρώτος των εναγόντων είχε τοποθετήσει το 1983 καθ' όλο το πλάτος του δρομίσκου και συνέδεε τα κτίσματα των διαδίκων και τοποθέτησαν καινούργια σιδερένια πόρτα, την οποία κλείδωσαν, β) επέστρωσαν με πλακάκια μέρος του επιδίκου δρομίσκου, μήκους 10 μέτρων με κατεύθυνση προς νότο, γ) κατασκεύασαν σκαλοπάτι πλάτους 50 πόντων και ύψους 20 εκ. στην είσοδο της θύρας της οικίας τους εντός του επιδίκου και κατά τον τρόπο αυτό κατέλαβαν παράνομα τον επίδικο δρομίσκο και απέβαλαν τους ενάγοντες της συννομής αυτού", ενώ οι αμέσως παραπάνω, υπό στοιχεία α', β' και γ' αντίστοιχα, πράξεις δεν συνιστούν τέτοιες καθολικής προσβολής της κυριότητας και αποβολής του κυρίου από τη νομή του, (με τον τρίτο απ' αυτούς), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1710 και 1846, αντίστοιχα, του ΑΚ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις τελευταίες, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που ορίζονται στις εν λόγω διατάξεις για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο, του οποίου η κτήση στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, δηλαδή, σε σύμβαση δωρεάς και κληρονομία. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, εφόσον πλήττεται με αυτούς η αναιρετικά ενέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ). Η περιλαμβανόμενη στον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν παράνομα τον επίδικο δρομίσκο και απέβαλαν τους αντιδίκους τους από τη συννομή του τελευταίου με τις προεκτιθέμενες πράξεις τους, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και, έτσι, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας συγκυριότητάς τους στον επίδικο δρομίσκο με έκτακτη χρησικτησία με την από μέρους τους άσκηση νομής σ' αυτόν με διάνοια κυρίου από του έτους 1960 και εφεξής μέχρι και το έτος 2004, που νόμιμα προτάθηκε από τους ίδιους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και παραδεκτά επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος, που παρά την αναφορά του στον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν εμπίπτει στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2009 αίτηση των Α. Α. κ.α για αναίρεση της 133/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ