397/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated397/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 397 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 397/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαστεργίου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2005 μη οριστική, 10/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη και προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, που δεν περιλαμβάνονται όμως στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, διότι τούτο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που ως βάση της είχε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, παρά το ότι στο δικόγραφό της και στις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζήτησης δεν περιέχονται, από τα πραγματικά περιστατικά που ο ίδιος επικαλέσθηκε για τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους μνημονευόμενους δικαιοπαρόχους του, τα οποία αυτός (ο αναιρεσείων ως εναγόμενος) αμφισβήτησε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η πράξη αποδοχής της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου εκείνων και η μεταγραφή της, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται ποσοτική αοριστία της αγωγής που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ.1α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1033, 1094 ΑΚ, καθόσον, ο ενάγων επικαλείτο μεν ως τίτλο κυριότητάς του επί του επιδίκου το ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, οι άμεσοι όμως δικαιοπάροχοί του, των οποίων την κυριότητα ο αναιρεσείων ως εναγόμενος, είχε αμφισβητήσει, δεν ήταν κύριοι του επιδίκου κατά τον χρόνο σύναψης της εν λόγω σύμβασης, λόγω μη νόμιμης αποδοχής της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου εκείνων και επομένως δεν μεταβίβασα την κυριότητα του επιδίκου στην ενάγουσα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 560 περ. 1α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος, ενώ με βάση τα περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "...
σε χρόνο μεταγενέστερο του έτους 1993, ήτοι της αγοράς του ακινήτου από τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) και μέχρι του έτους 1996 ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) με τη συνδρομή του θετού πατέρα του Ω κατέλαβε σταδιακά μέρος της προς νότον όμορης της ήδη κατά τα παραπάνω (απ' αυτόν και το θετό πατέρα του) κατεχόμενης ιδιοκτησίας του εκκαλούντα, εμβαδού 1.522, 88 τ.μ.
και την ενσωμάτωσε σ' αυτήν (την κατεχομένη) ..." και ότι "... εντός του καταληφθέντος τμήματος ο εφεσίβλητος φύτευσε συνολικά 34 ελαιόδενδρα σε δύο στοίχους, ενώ συγχρόνως φύτευσε και 51 ελαιόδενδρα σε τρεις στοίχους στην ήδη κατεχόμενη και μετέπειτα σ' αυτόν δωρηθείσα έκταση ...", έπρεπε να γίνει δεκτό ότι από τα ανωτέρω δημιουργήθηκε στον αναιρεσείοντα εύλογα η πεποίθηση, ότι ο αντίδικός του δε θα προβάλλει οποιοδήποτε δικαίωμά του και ότι η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης στο επίδικο ακίνητο, που αξιοποιήθηκε και βελτιώθηκε από τον ίδιο και το θετό πατέρα του, θα επιφέρει σ' αυτόν δυσβάστακτες συνέπειες, αφού θα υποχρεωθεί, εκτός των άλλων, να στερηθεί της χρήσης των δένδρων και κηπευτικών που επί χρόνια διατηρεί και καλλιεργεί στο επίδικο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία από το Δικαστήριο της ουσίας της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ είναι αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής αυτής διάταξης. Κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά, που έκανε δεκτά, δε δέχθηκε περαιτέρω ότι δημιουργήθηκε στον αναιρεσείοντα εύλογα η πεποίθηση ότι ο αντίδικός του δε θα προβάλλει οποιοδήποτε δικαίωμά του και ότι η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης στο επίδικο ακίνητο, που αξιοποιήθηκε και βελτιώθηκε από τον ίδιο και το θετό πατέρα του, θα επιφέρει σ' αυτόν δυσβάστακτες συνέπειες, αφού θα υποχρεωθεί, εκτός των άλλων, να στερηθεί της χρήσης των δένδρων και κηπευτικών που επί χρόνια διατηρεί και καλλιεργεί στο επίδικο, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 560 περ.1 ΚΠολΔ πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς τα ανωτέρω θεμελιωτικά στοιχεία της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται ο λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 560 περ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια της παραβίασης εκ πλαγίου των άρθρων 1094 και 1045 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που αναφέρονται στο λόγο αυτό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις που μ' αυτόν αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 -4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 10/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ