Legislator Case Law & Legislation
397/2007 AI generated

397/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 397/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 397 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

397/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 397 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
insufficient contribution period default on loan agreement suspension of payments restitution of lapsed deadline late payment instalment payment agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 397 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 397/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "SYNERGO Ανώνυμη Τεχνική - Οικονομική και Εμπορική Εταιρεία", με τον διακριτικό τίτλο "SYNERGO", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "SOCIETE GENERALΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5403/2005 μη οριστική και 1740/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουνίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την προσκομιζόμενη με επίκληση 329Γ/19.9.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθήνας .... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Όμως αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει. ΄Εμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών. Στην προκείμενη περίπτωση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ΄ αυτή προκύπτει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Με το από ....ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγoυσα (αναιρεσείουσα) εκμίσθωσε στην εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρία τις επί της Λ.... αρ. ...ου Δήμου ....Αττικής οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου υπογείου, τμήματος του πρώτου υπογείου, τμήματος του ισογείου. του ημιορόφου, πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου ορόφου. Το μίσθωμα ορίστηκε σε 330.600.000 δρχ. ετησίως για το πρώτο έτος, αναπροσαρμοζόμενο για τα επόμενα έτη. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε σε εννέα (9) έτη και άρχιζε αυθημερόν (...) και έληγε στις 16-7-2005. Περαιτέρω με τον υπό στοιχ. 12.2 όρο του ιδίου συμφωνητικού ορίστηκε ότι "η μισθώτρια θα μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση μετά την πάροδο διετίας με προηγούμενη ειδοποίηση εξ (6) μηνών. Στην περίπτωση αυτή η καταβληθείσα εγγύηση θα καταπίπτει υπέρ της εκμισθώτριας και θα καταβάλλει αυτή επιπλέον στην εκμισθώτρια δέκα μηνιαία μισθώματα". Όμως, με το νεότερο, από 30-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό η διάρκεια της μίσθωσης περιορίστηκε σε εξ (6) έτη, αρχόμενη στις 17-7-1996 και λήγουσα στις 16-7-2002, οπότε συμφωνήθηκε να αποδώσει η εναγόμενη μισθώτρια το μίσθιο. Το νεότερο αυτό συμφωνητικό έλαβε βεβαία χρονολογία. με την κατάθεσή του στη συμβολαιογράφο Αθηνών Αγάπη Κατζάκη - Πετροχείλου. η οποία συνέταξε την ..... συμβολαιογραφική πράξη. Με το νεότερο αυτό συμφωνητικό ορίστηκε ότι οι λοιποί όροι του αρχικού από .... μισθωτηρίου παραμένουν αμετάβλητοι. Προ της παρόδου του ανωτέρω περιορισθέντος συμβατικού χρόνου τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2741/1999. Με τη διάταξη του άρθρο 7 παρ. 6 αυτού τροποποιήθηκε το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, που προέβλεπε κατώτερη διάρκεια μίσθωσης εννέα (9) ετών και ορίστηκε ότι η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο. Γι' αυτό και καταργήθηκε το άρθρο 6 του κωδικ. νόμου 813/78 (π.δ. 34/95) που παρείχε το δικαίωμα στο μισθωτή για μονομερή παράταση. Η μίσθωση συνεχίστηκε χωρίς εναντίωση της εκμισθώτριας και μετά τη συμβατική ως άνω λήξη της στις 16-7-2002 και καταλήφθηκε από την ως άνω δωδεκαετία του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 2741/99, γι' αυτό και δεν μετατράπηκε σε αορίστου διαρκείας. Έτσι. βάσει του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 η μισθώτρια κατήγγειλε στις 3-6-2003 τη μίσθωση και προσέφερε την αποζημίωση των τεσσάρων μισθωμάτων που προβλέπει το ως άνω άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, την οποία αρνήθηκε η ενάγουσα. Ειδικότερα με την από 17-7-1996 αρχική σύμβαση μισθώσεως ορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης σε εννέα (9) έτη, ως συμβατικός χρόνος αυτής (που απλώς συνέπιπτε τότε με τον νόμιμο των εννέα (9) ετών) και με την νεότερη, από 30-7-1996, συμφωνία. περιορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης συμβατικά σε εξ (6) έτη, αρχόμενη στις 17-7-96 και λήγουσα (ρητώς) στις 16-7-2002, οπότε η μισθώτρια υποχρεούτο να αποδώσει το μίσθιο, όπως αναφέρει το νεότερο αυτό συμφωνητικό, το οποίο εμπεριέχει έγκυρη σύντμηση της αρχικής συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης. Ο επίδικος με στοιχ. 12.2 όρος της μίσθωσης αποτελεί ποινική ρήτρα (παρεπόμενη σύμβαση), ήτοι δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της κύριας ενοχής (σύμβασης μισθώσεως) και συνδέθηκε σαφώς με την συμβατική εξαετή διάρκεια της μίσθωσης, στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε και όχι με την, μετά τη συμφωνημένη λήξη, αναγκαστική παράταση της μίσθωσης, η οποία και αυτή (νόμιμη διάρκεια) είχε εγκύρως συντμηθεί με την νεότερη, βεβαίας χρονολογίας συμφωνία (άρθρο 5 παρ. 1 π.δ. 34/1995). Γι' αυτό δεν παρατάθηκε αναγκαστικά η ισχύς της ποινικής ρήτρας. Και ναι μεν με τα μισθωτήρια ορίστηκε ότι η μισθώτρια είχε δικαίωμα να ζητήσει την παράταση της μίσθωσης επί μία τριετία. πλην το δικαίωμα αυτό του μισθωτή περί μονομερούς παράτασης καταργήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 2741/1999, γι' αυτό και δεν προτείνεται από τους διαδίκους, ούτε υπήρξε τέτοια περίπτωση. Περαιτέρω η υφιστάμενη μίσθωση, συνεχίστηκε, όπως συνομολογείται, και μετά τη συμφωνημένη λήξη της, χωρίς εναντίωση της εκμισθώτριας και κατελήφθη από τη διάταξη του άρθρο 7 του ν. 2741/1999, με την οποία ορίστηκε η διάρκεια σε δώδεκα (12) έτη. Ο επίδικος όρος υπό στοιχ. 12.2 της μίσθωσης, συνδέθηκε σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, με το συμβατικό χρόνο της μίσθωσης που έληγε ρητώς στις 16-7-2002 και όχι με τη νόμιμη διάρκεια και την αναγκαστική παράταση που προέκυψε μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου. Έτσι. παρελθόντος του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, έπαυε να έχει εφαρμογή ο όρος 12.2 της σύμβασης μίσθωσης, και η εναγομένη μισθώτρια που κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, ήτοι κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής παράτασης, δεν οφείλει την εγγυοδοσία, που δεν κατέπεσε, ούτε τα αιτούμενα δέκα μηνιαία μισθώματα". Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την από 8-3-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την κύρια βάση της, με την οποία είχε ζητηθεί : α) να αναγνωριστεί, ότι είναι έγκυρος ο ως άνω υπό στοιχ. 12.2 όρος της από 17-7-1996 σύμβασης μισθώσεως, που επιβεβαιώθηκε με την από 30-7-1996 νεότερη τροποποιητική σύμβαση, με τον οποίο η εναγόμενη μπορούσε να καταγγείλει τη μίσθωση μετά πάροδο διετίας, αλλά με κατάπτωση της εγγυοδοσίας και β) να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη το ισόποσο δέκα (10) μηνιαίων μισθωμάτων, ανερχόμενο σε 1.107.140,90 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπέπεσε πράγματι στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στην απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων για προσφυγή στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, τους οποίους έτσι παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους. Δεν υπάρχει νόμιμη βάση, με αποτέλεσμα ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων αυτών να είναι ανέφικτος. Με τις πιο πάνω παραδοχές του δεν διευκρινίζει αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και ιδιαίτερα στον επίμαχο όρο υπό στοιχ. 12.2 αυτής, ενώ από το σύνολο των σκέψεών του φαίνεται να αποδέχεται έμμεσα την ύπαρξη κάποιου κενού. Γι΄ αυτό και προβαίνει στην ερμηνεία του όρου αυτού, καταλήγοντας σε ερμηνευτικό πόρισμα ότι : αα) Ο εν λόγω όρος της μίσθωσης αποτελεί ποινική ρήτρα και παρεπόμενη σύμβαση. Δηλαδή δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της κύριας ενοχής (σύμβασης μισθώσεως). ββ) Αυτός έχει συνδεθεί εδώ σαφώς με τη συμβατική εξαετή διάρκεια της μίσθωσης, στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε και όχι με την, μετά τη συμφωνημένη λήξη, αναγκαστική παράταση της μίσθωσης, η οποία και αυτή (νόμιμη διάρκεια) είχε εγκύρως συντμηθεί με νεότερη βέβαιας χρονολογίας συμφωνία. Και γγ) ΄Ετσι δεν παρατάθηκε αναγκαστικά η ισχύς της ποινικής ρήτρας. Ειδικότερα τώρα, το Εφετείο παραθέτει στην απόφασή του κατά λέξη τον επίμαχο όρο, χωρίς να δέχεται με σαφήνεια ότι διατυπώνεται σ΄ αυτόν βούληση των συμβληθέντων διαδίκων μερών για αποκλεισμό της εφαρμογής του σε περίπτωση που η συμφωνηθείσα διάρκεια της μίσθωσης θα παρατεινόταν στο μέλλον αναγκαστικά. Ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για τέτοιο αποκλεισμό στον όρο, όπως προέκυπτε από την ανάγνωσή του. Αντίθετα το δικαστήριο της ουσίας, ερμηνεύοντας κατά τρόπο έμμεσο το ιδιωτικό συμφωνητικό της μίσθωσης, κατέληξε στους ως άνω χαρακτηρισμούς του όρου "ως ποινική ρήτρα, παρεπόμενη σύμβαση κ.λ.π.", καθώς και στο πιο πάνω ελλιπές ερμηνευτικό πόρισμα, με την αιτιολογία του οποίου και απέρριψε την αγωγή κατ΄ ουσίαν ως αβάσιμη. Χρησιμοποίησε δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, για να διαπιστώσει την έννοια του παραπάνω όρου της σύμβασης, τους υπόλοιπους όρους αυτής, διατυπώνοντας απ΄ αυτούς επιχειρήματα και συνέχοντας τον όρο αυτό με εκείνον του περιορισμού της διάρκειας της μίσθωσης σε έξι έτη. Τελικά προσδιόρισε την έννοιά του, όχι με βάση το περιεχόμενό του, αλλά σύμφωνα με τη σαφή, κατά την κρίση του, σύνδεσή του με τον όρο για περιορισμό της διάρκειας μισθώσεως. Περαιτέρω, ο ν. 2741/1999, που επέφερε νομοθετική μεταβολή και άσκησε επίδραση στη σύμβαση των διαδίκων, δεν ρύθμισε τον επίμαχο αυτό όρο 12.2 της σύμβασης, ούτε οι συμβαλλόμενοι προέβλεψαν για την τύχη του όρου σε περίπτωση νομοθετικής (απρόβλεπτης) μεταβολής. ΄Αρα ανέκυπτε θέμα ερμηνείας της σύμβασης και του όρου, κατά λογική αναγκαιότητα, με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Όμως το Εφετείο δεν παρέπεμψε καθόλου στις διατάξεις αυτές, ούτε χρησιμοποίησε τα κριτήρια που θέτουν εκείνες, παρόλο που ερμήνευσε τον όρο για να διαπιστώσει την έννοιά του. Δεν χρησιμοποίησε δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων σχετικά με την έννοια του όρου, αλλά επικαλέστηκε άλλα επιχειρήματα και κρίσεις που δεν αντλούνται, ούτε στηρίζονται στα κριτήρια του νόμου. Σύμφωνα με όλα αυτά οι αιτιολογίες του Εφετείου κρίνονται ανεπαρκείς. Η ανεπάρκεια αυτή στηρίζει το λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εκ πλαγίου. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός, ώστε στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1740/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ