Legislator Case Law & Legislation
396/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal lacking legal interest due to prior appeal by co-defendant, allowing the other appeal.

Case Number 396/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece joined two concurrent appeals filed by different anonymous companies against a final judgment reducing a penalty clause. While the Court dismissed the second appeal as inadmissible because the appellant lost the legal interest to appeal after the first appellant filed their own appeal, it accepted the first appeal. The Court ruled that the legal interest requirement under Article 68 of the Code of Civil Procedure was no longer met for the second appellant, who could not benefit from the retrial initiated by the co-appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure; The legal interest required for an appeal must exist at the time of filing and at the time of the hearing, and its absence renders the appeal inadmissible, particularly when a co-appellant's prior appeal revives the litigation and eliminates the specific interest of the second appellant.

Keywords

AI generated
legal interest appeal concurrent appeals inadmissible appeal co-appellant retrial effect Code of Civil Procedure penalty clause

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1251/2019
Supreme Court 1265/2019
Supreme Court 1028/2019
Supreme Court 1840/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..." και τον διακριτικό τίτλο "…....", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..." και τον διακριτικό τίτλο "…...", που εδρεύει στη …... Δήμου ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μποροδήμο.

Β. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….." και τον διακριτικό τίτλο "…..", που εδρεύει στη ... Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μποροδήμο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….." και τον διακριτικό τίτλο "…..", που εδρεύει στο ...., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..… . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθ. 26/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….. και 257/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 20-2-2023 και 10-03-2023 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της από 10-03-2023 αίτησης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου της από 20-02-2023 αίτησης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-10-2024) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 20-2-2023 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…..." κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…..." και β)η αντίθετη από 10-3-2023 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…..." κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…...".

Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 1-3-2023 και 10-3-2023, αντίστοιχα, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 257/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ..., που δημοσιεύθηκε στις 22-12-2022 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής.

Αμφότερες οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και για τις οποίες κατατέθηκαν τα νόμιμα παράβολα (άρθ. 495, 553, 5556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Οι αιτήσεις αναίρεσης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "….." άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….. την από 3-7- 2020 αγωγή της κατά της εναγομένης ζητώντας, κατά τα κύρια αιτήματά της, α)Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 15.5.2020 σε βάρος της γενόμενης καταγγελίας της εναγόμενης, άλλως, αν κριθεί ότι είναι υποστατή, ότι είναι άκυρη ως προσχηματική και ασκηθείσα άνευ σπουδαίου λόγου, β)Να αναγνωριστεί ότι η από 1.6.2020 καταγγελία της εναγόμενης και οι λόγοι που συγκροτούν αυτήν είναι ουσία αβάσιμοι και μη σπουδαίοι, γ)Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει για τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αιτίες το ποσό των 7.200 ευρώ ως αποζημίωση λόγω παράβασης της συμβατικής της υποχρέωσης, το ποσό των 45.900 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας συνεπεία της άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης (300 ευρώ/ημερησίως από 1-7-2020 έως 31-12-2020) και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη πράξη των οργάνων της εναγομένης συνεπεία των οποίων επλήγη η επαγγελματική της πίστη και φήμη.

Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 452/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., όπως αυτή διορθώθηκε αυτεπαγγέλτως δυνάμει της με αριθ. 26/2022 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 15.5.2020 καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.150,00 € (22.950 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα και 7.200 ευρώ ως αποζημίωση), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις επι των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθ. 257/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις, εξαφάνισε την με αριθμό 452/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή , αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-5-2020 καταγγελίας της από 2-1-2020 σύμβασης αποθήκευσης μεταξύ των διαδίκων, αναγνώρισε ότι η από 1-6-2020 καταγγελία της πιο πάνω σύμβασης έγινε για να μη σπουδαίο λόγο, και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.175,00 € (7.200 ευρώ ως αποζημίωση, 11.475 ευρώ ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα και 1500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις για την αναίρεσή της. Ι) Επι της από 20-2-2023 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…..". Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1186/2014).

Η νομική αοριστία της αγωγής, όπως και η ποιοτική και ποσοτική, για να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 1/1987 ΕλλΔνη 1987.1243, ΑΠ 665/2011, ΑΠ 1002/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της από 20-2-2023 αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως προς το κεφάλαιο της αγωγής της για την επιδίκαση σ'αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κεφάλαιο το οποίο είχε απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έκρινε το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ορισμένο και νόμιμο, επιδικάζοντας σε βάρος της αναιρεσείουσας/εναγόμενης το ποσό των 1500 ευρώ, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η από 3-7-2020 αγωγή ήταν κατά το κεφάλαιο τούτο αόριστη διότι δεν αναφέρονταν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την θετική και αποθετική ζημία της ενάγουσας αλλά και αυτά που θεμελίωναν την αξίωσή της για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ειδικότερα διότι δεν αναφέρεται ότι η ηθική βλάβη συνδέεται με συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, καθόσον η φερομένη ως ζημιωθείσα είναι νομικό πρόσωπο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αναιρέσεως αν πρότεινε και με ποιό τρόπο νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας τον περί αοριστίας ισχυρισμό της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 793/2015).

Ειδικά, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο ή ενώπιον προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν. 4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019,ΑΠ 779/2019).

Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013), ενώ είναι επιτρεπτή η προσκομιδή προσθέτων ενόρκων βεβαιώσεων μέσα στην προθεσμία της αντίκρουσης, εντός των αριθμητικών ορίων που θέτει το άρθ. 422 παρ.3 ΚΠολΔ, όμως αποκλειστικά με σκοπό την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν το πρώτον στο ακροατήριο.

Η δυνατότητα προσκόμισης ένορκης βεβαίωσης το πρώτον με την προσθήκη, υπολαμβάνεται ως αυτονόητη στο άρθρο 422 παρ.3 ΚΠολΔ, οι δε ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται το πρώτον με την προσθήκη πρέπει να κατατείνουν στην απόδειξη ισχυρισμών, που προβλήθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις του αντιδίκου (αρθ.237 παρ.2 ΚΠολΔ, ΑΠ 667/2020).

Σημειώνεται, ότι ο διάδικος που προσκομίζει ένορκη βεβαίωση με την προσθήκη, οφείλει να επικαλείται ειδικά, ότι το αποδεικτικό μέσο προσκομίζεται για την αντίκρουση ισχυρισμού, που προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 57/2002, ΑΠ 74/2017), εάν δε αυτές ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη η λήψη υπόψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της επ' ακροατηρίω συζήτησης και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτές επιτρεπτώς προσκομίζονται στο Εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 1229/2022, ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 678/2007, ΑΠ 1909/2007, ΑΠ 1877/2005, ΑΠ 457/2005, ΑΠ 884/1998, ΑΠ 1187/1997), εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρούστηκε ρητά από το Εφετείο διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια.

Για να εξετασθεί κατ'ουσίαν ο λόγος αυτός, θα πρέπει να προσκομίζεται στον Αρειο Πάγο το έγγραφο αυτό και οι προτάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων το επικαλέστηκε (ΑΠ 336/2010) προκειμένου να ελεγχθεί αν τα όσα κατέθεσαν οι ενόρκως εξετασθέντες μάρτυρες αφορούν κρίσιμα γεγονότα ή λυσιτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη/αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στο λόγο, και:

α)την υπ'αριθ. …./27-11-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν.Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ….. Ι.Σ. και β)την υπ'αριθ. …./26-11-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.Π., οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης για την αντίκρουση των ισχυρισμών της στην πρωτόδικη δίκη, δυνάμει των υπ'αριθ. 6733Δ/24-11-2020 και 6723Δ/23-11-2020 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ….

Ι.Μ., τις οποίες επικαλέστηκε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της και προσκόμισε κατά τη συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, αποδεικνύονταν ουσιώδεις ισχυρισμοί της σχετικά με την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 26-9-2022 προτάσεων που η αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι στην σελ. 4 αυτών επικαλέστηκε ως σχετικό 13 τις ως άνω δύο ένορκες για τη λήψη των οποίων είχε κλητεύσει νόμιμα την αντίδικό της. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, προέβη στην εξής εισαγωγική διατύπωση: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των με αριθμούς 10.979, 10980, 10.984, 10.985 και 10.986/12.11.2020 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Μ.Μ., Θ.Α., Γ.Μ., Κ.Μ.

και Α.Μ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε.Λ.Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και οι οποίες έχουν ληφθεί ύστερα από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήψη τους (βλ. την υπ' αριθ. 11.604β/9.11.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ...

με έδρα του Πρωτοδικείο ... Α. Σ.), της υπ' αριθ. …./13.11.2020 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων Α.Ν., Γ. Σ. και Χ. Μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ι. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη και έχει ληφθεί ύστερα από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την υπ' αριθ. 6.700/10.11.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ...

με έδρα το Πρωτοδικείο ... Ι. Μ.), της με αριθμό …./20-9-2022 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Μ. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ι. Σ., την οποία παραδεκτά με επίκληση προσκομίζει το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη (άρθρο 422 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) η εφεσίβλητη- εναγομένη προς αντίκρουση της σε βάρος της έφεσης και η οποία λήφθηκε με πρωτοβουλία της τελευταίας, ύστερα από νομότυπη κλήτευση της εκκαλούσας- ενάγουσας πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήψη της (βλ.

τη με αριθμό 34196/15-9-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ... με έδρα του Πρωτοδικείο ... Ε. Κ.), όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομοτύπως οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 παρ. 1α' του ΚΠολΔ-βλ.

ΑΠ 842/2021, ΑΠ 1825/2012 δημ ΝΟΜΟΣ), αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339, 395 ΚΠολΔ), μερικά μάλιστα από τα οποία (έγγραφα), λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αριθ.3, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 Κ.Πολ.Δ), χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη :

α/ η υπ' αριθ. …./27.11.2020 ένορκη, βεβαίωση της μάρτυρας Κ.Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Λ. Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεων της, η υπ' αριθμ. …/27-11-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Δ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Ι. Σ. κι η υπ' αριθ. …./26-11-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Δ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη με την προσθήκη των προτάσεων της, καθόσον δεν αφορούν την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της αντιδίκου εκάστης προσκομίζουσας αυτές (...)", επαναλαμβάνοντας κατά λέξη τη διατύπωση της πρωτοβάθμιας υπ'αριθ. 452/2021 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχαν απορριφθεί ως απαράδεκτα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως παραδεκτά προσκομίστηκαν ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας.

Κατά συνέπεια το Εφετείο που απέρριψε και δεν έλαβε υπόψη του τις ενώπιον αυτού νομοτύπως προσκομισθείσες με επίκληση υπ'αριθ. …./27-11-2020 και …./26-11-2020 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες και αύθις προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11 εδαφ. γ` ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος της από 20-2-2023 αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή αυτού του λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που νίκησε, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αναιρέσεως, χωρίς όμως να καταθέσει προτάσεις (άρθ. 106, 186, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΙΙ) Επι της από 10-3-2023 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…..". Από την υπ'αριθ.575Γ/13-6-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Α.Σ., που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10-3-2023 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο εν μέρει νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο ενάγων, όταν για οποιοδήποτε λόγο έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1265/2019).

Εν προκειμένω, με την υπό κρίση από 10-3-2023 αίτησή της η εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "….." αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να μειώσει την συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα στο 1/4 του αιτηθέντος ποσού (από 45.900 ευρώ σε 11.475 ευρώ) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 409 ΑΚ.

Ενόψει της κατά τα ανωτέρω αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της συνεκδικασθείσης με αυτήν αντίθετης από 20-2-2023 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “….." και της αναιρετικής εμβέλειας του εκ του αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγου συνεπεία του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της (ΑΠ 1028/2019, ΑΠ 1840/2007) με αποτέλεσμα οι διάδικοι να επανέρχονται στην προηγούμενη κατάσταση (άρθ. 579 ΚΠολΔ), να αναβιώνει η εκκρεμοδικία επι των ασκηθεισών εφέσεων και το Εφετείο στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση, θα ερευνήσει εκ νέου τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων άρα και αυτού περί της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας και του ύψους της, εξέλιπε εκ των υστέρων και δεν δικαιολογείται πλέον το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκησή της.

Κατόπιν τούτου, θα πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε, ελλείψει αιτήματος περί αυτής από την αναιρεσίβλητη, που δεν παραστάθηκε (άρθ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 20-2-2023 και 10-3-2023 αιτήσεις αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “….." και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…..".

Δέχεται την από 20-2-2023 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ'αριθ. 257/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 10-3-2023 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ