396/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated396/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Full text
Απόφαση 396 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 396/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Α., κατοίκου ... και 2) Α. Φ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κ. Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Διοικητή αυτής και στην προκειμένη περίπτωση από τον κ. Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελισάβετ Παπαδοπούλου - Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1452/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 909/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 9/3/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 909/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την από 15/6/2016 έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθ.1452/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 3-4-2012 ανακοπή των αναιρεσειόντων που ζητούσαν την ακύρωση της υπ' αριθμ. 3354/24.5.2011 ταμειακής βεβαίωσης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου της Δ.Ο.Υ Ιωνίας Θεσσαλονίκης για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους.
Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 12-4-2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής στις 10-4-2019, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών (και θα έληγε κανονικά στις 11/4/2021), μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 12/4/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία), δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της παραπάνω προθεσμίας (11/4/2021) ήταν ημέρα Κυριακή (εξαιρετέα ημέρα), οπότε η προθεσμία έληγε την επομένη μη εξαιρετέα ημέρα (άρθρ.145 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή την κριθείσα έννομη συνέπεια (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 147/1994). Έτσι, έχει κριθεί ότι με ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ περί αναγκαστικής εκτέλεσης ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τους, που είναι η ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος των δανειστών (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 1258/1997, ΑΠ 354/2010), μεταξύ δε αυτών σαφώς περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των άρθρων 73 επ.του ΚΕΔΕ περί ανακοπών του οφειλέτη (ΑΠ 991/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023), κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 51/2022).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023,ΑΠ 883/2022, AΠ1185/2021, AΠ363/2021, ΑΠ 480/2020).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 34/2023 ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, ήτοι το ανυπόστατο, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσης. Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, Α.Π.2081/2018).Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020,) ενώ οι ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχονται μέσω του προβλεπόμένου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020).
Κατά το άρθρο 73 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), που έχει τον υπέρτιτλο "Ανακοπαί υπό του οφειλέτου", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η προ της έναρξης της διοικητικής εκτέλεσης παρεχόμενη κατ' άρθρ.73 του ΚΕΔΕ ανακοπή του οφειλέτη ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε από τα καθ' ύλην αρμόδια δικαστήρια κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ.
Με την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου.
Το κατά τα άρθρα 73 και 75 του ΚΕΔΕ αρμόδιο δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα τίτλου, καθώς και αν από τα έγγραφα που συγκροτούν αυτόν αποδεικνύεται ή πιθανολογείται η βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση με την διοικητική εκτέλεση. Οι από το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ λόγοι ανακοπής είναι απεριόριστοι, υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε ελάττωμα της απαίτησης (δημόσιου εσόδου), του φερόμενου ως νόμιμου τίτλου, της βεβαιωτικής διαδικασίας, της ατομικής ειδοποίησης, του εντάλματος προσωπικής κράτησης κ.λπ.
δύναται να αποτελέσει λόγο της ανακοπής του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1405/2021, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1549/1998). Ειδικότερα, με την ανακοπή της παρ. 1 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, της οποίας η άσκηση, εφόσον δεν έλαβε χώρα πλειστηριασμός, είναι απρόθεσμη, ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει την ακυρότητα του τίτλου εκτέλεσης (εν στενή εννοία ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ), όπως στην περίπτωση που με δικαστικές αποφάσεις αυτός ο τίτλος εκτέλεσης έχει ακυρωθεί τελεσίδικα, είτε να προβάλει την ακυρότητα του νομίμου τίτλου (επί του οποίου ο τίτλος εκτέλεσης στηρίζεται), δηλαδή το νόμιμο ή το ορισμένο του νομίμου τίτλου, όπως στην περίπτωση που το χρέος βεβαιώνεται (εν ευρεία εννοία) από υπηρεσίες του Δημοσίου και συντάσσεται σχετικός χρηματικός κατάλογος που αποστέλλεται στη Δ.Ο.Υ, όταν αυτός δεν περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυπόχρεων ευθυνόμενων τρίτων, όπως το είδος της οφειλής και το ακριβές ποσό αυτής κατά κεφάλαιο και τόκους (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 251/2018), επικαλούμενος ασφαλώς και ανεπανόρθωτη βλάβη (άρθρ.75 ΚΕΔΕ), είτε να προβάλλει ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας και δη ότι επισπεύδεται για ικανοποίηση απαίτησης μη βέβαιης και μη εκκαθαρισμένης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν.4224/2013, με έναρξη ισχύος από 1-1-2014, νόμιμος τίτλος που χορηγεί στο Δημόσιο το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη των εσόδων του, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του ΚΕΔΕ είναι: α) η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωση και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρμόδιες κατά νόμο αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που αποδεικνύουν οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη και το ποσό της οφειλής.
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νόμιμο τίτλο, υπό ευρεία έννοια, αποτελεί, συν τοις άλλοις και η οφειλή που αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα (συμβάσεις, εγγυητικές επιστολές κ.λ.π), καθώς και η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικούμενου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση (ΑΠ 134/2022).
Εάν δεν υπάρχει ο από άρθρο 2 του ΚΕΔΕ νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση (ΑΠ 1531/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 824/2022, ΑΠ488/2017, ΑΠ 1549/1998). Η απόδειξη της ύπαρξης νομίμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει στη δίκη των άρθρων 73 επ.
Κ.Ε.Δ.Ε τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής) καθώς και ότι από τα έγγραφα πιθανολογείται βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, να αποδείξει δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρ.1, 2, 5 και 7 Κ.Ε.Δ.Ε).
Δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος, κατά το άρθρο 2 παρ.2 εδαφ.α του ΚΕΔΕ όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία βεβαίωσης του εισπρακτέου εσόδου ή όταν αυτή έγινε από αναρμόδιο όργανο ή όταν από τον νόμιμο τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, δεν προκύπτει το είδος της οφειλής και η ακριβής νομική και πραγματική αιτία αυτής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος.
Τούτο διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους (229/2023, ΑΠ 134/2022, ΑΠ 488/2017) Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στην θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων (ΑΠ 229/2023, ΑΠ 1375/2022, ΑΠ 134/2022).
Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από την παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013, ορίζει ότι "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιο Ταμείο, ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτη ατομική ειδοποίηση περιέχουσα τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκει τούτο, τον αριθμό και τη χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και τη χρονολογία πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως σε περίπτωση καταβολής σε δόσεις".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 583-585 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία μπορεί να ασκείται τόσον κατά του νόμιμου τίτλου όσον και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αυτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατά αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (OλΑΠ 5/2019, ΑΠ 229/2023, ΑΠ 1375/2022, ΑΠ 134/2022, 144/2022).
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση εν ευρεία εννοία) διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή, συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην, μεταξύ τους, υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο, στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα, που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση που εκδίδει, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, κατά κεφάλαιο, τόκους, προσαυξήσεις και έξοδα, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής, κατά το άρθρο 73 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ίδιου Κώδικα, σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξεως.
Ωστόσο, βλάβη, με την ανωτέρω έννοια, δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση, που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη, με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως, πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός, με δικονομικά παραδεκτό τρόπο, τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για το λόγο αυτό, δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (OλΑΠ 5/2019, ΑΠ 229/2023, ΑΠ 1375/2022, ΑΠ 134/2022, 144/2022).
Κατά το άρθρο 1 παρ.1α (ββ) του Ν.2322/12-7-1995 επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν προς ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.
Κατά δε το άρθρο 11 του ιδίου Νόμου το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων (παρ.1).
Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών (παρ.5).
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 Ν.2362/1995 (με ισχύ από 1.1.1996) "1.Το Υπουργείο Οικονομικών είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την παροχή εγγυήσεων για λογαριασμό του Δημοσίου...2. Στην αρμόδια για τις Εγγυήσεις του Δημοσίου Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τηρούνται ειδικά βιβλία παρακολούθησης των παρεχομένων εγγυήσεων στα οποία καταχωρούνται όλα τα στοιχεία που αφορούν την πορεία των σχέσεων του Δημοσίου από τις εγγυήσεις αυτές 3.
Το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησης του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων".
Κατ' εξουσιοδότηση του Ν.128/1975 εκδόθηκε η υπ' άριθμ. 4216/Β26/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία έγινε ρύθμιση των υφισταμένων, ληξιπρόθεσμων ή μη οφειλών στις 31.12.2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων προς την Α.Τ.Ε, τελούσας της νέας οφειλής που θα προέκυπτε από την ρύθμιση υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τον προαναφερθεντα Ν.2322/1995 και οριζομένου ότι από το σύνολο των οφειλών η ΑΤΕ θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας και μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελέσει νέο δάνειο διάρκειας 15 ετών.
Οι όροι της κατά τα ανωτέρω παρεχομένης από το Ελληνικό Δημόσιο εγγύησης και της κατάπτωσης της εγγύησης), ρυθμίστηκαν με τις υπ'αριθμ.2/13854 /0025/11.6.2001 και 2/6518/0025/2-2-2004 Υπουργικές Αποφάσεις. Εξάλλου, κατ' εξουσιοδότηση των Ν.2322/95 και Ν.2362/95, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 16/13.1.2006, τεύχος Β'), για την βεβαίωση οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την οποία αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εις διπλούν, πλήρης φάκελος με τα παρακάτω αναφερόμενα δικαιολογητικά, η δε 25η Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και στην συνέχεια αποστέλλει έναν πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια ΔΟΥ, η οποία προβαίνει εντός προθεσμίας ενός μηνός στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Η 25η Διεύθυνση ακολούθως προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω του Ειδικού Λογαριασμού "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου". Για τη διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει, μεταξύ άλλων:
Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν. β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας. γ) Τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους. ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 229/2023, ΑΠ 819/2021, ΑΠ 340/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακολουθα: "Ο πρώτος ανακόπτων Γ. Φ. (πρώτος αναιρεσείων) και ο Δ. Φ. του Α., μοναδικός καθολικός διάδοχος του οποίου λόγω κληρονομικής διαδοχής είναι ο δεύτερος ανακόπτων Α. Φ. (δεύτερος αναιρεσείων), ιδιότητα που δεν αμφισβητεί ειδικά ο εν λόγω διάδικος συναγόμενης έτσι ομολογίας του περί αυτής (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), ευθυνόμενος συνεπώς για τα χρέη του δικαιοπαρόχου του, έχοντες την ιδιότητα του αγρότη (κτηνοτρόφοι), έλαβαν από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας ΑΕ", από το έτος 1989 έως και το έτος 1998, διάφορα μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα δάνεια, ενώ ήδη είχαν υπογράψει και συμβάσεις ρύθμισης χρεών την 17-11-1989 και την 28- 11-1994, που αποτελούσαν νέα μεσοπρόθεσμα δάνεια, και συμβάσεις πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ακολούθως, εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του Ν 128/1975, η υπ' αριθ. 4216/Β.269/7-2-2001 και με τίτλο "Ρύθμιση οφειλών κτηνοτροφικών - πτηνοτροφικών επιχειρήσεων" απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών), με την οποία έγινε ρύθμιση των υφισταμένων ληξιπροθέσμων ή μη, οφειλών στις 31.12.2000, των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων προς την Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ), ορίσθηκε ότι από το σύνολο των ανωτέρω οφειλών, όπως αυτή των ανακοπτόντων η τράπεζα θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι απομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους, ότι μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού, το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελεί ένα νέο δάνειο διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της, ενώ επιπλέον ορίσθηκε ότι για τη νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995.
Μετά καταρτίσθηκε στα πλαίσια της Υπουργικής απόφασης, μεταξύ των ίδιων προσώπων, αγροτών, που ενέπιπταν στις διατάξεις της, και της Αγροτικής Τράπεζας, η με αριθμό ... "πρόσθετη δανειστική σύμβαση ρύθμισης οφειλών". Με τη νέα αυτή σύμβαση, που κατά τους όρους τόσο της ίδιας όσο και της παραπάνω Υπουργικής απόφασης αφορά νέο δάνειο, συμφωνήθηκε ότι οι ληξιπρόθεσμες μέχρι την 31-12-2000 οφειλές του από τα αναφερόμενα σ' αυτήν κατά τα ειδικότερα στοιχεία τους (οφειλόμενα ποσά, διάρκεια αποπληρωμής και επιτόκιο) μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα δάνεια και προγενέστερες συμβάσεις ρύθμισης, καθορίζονται, μετά τη διαγραφή, κατά τους όρους της Υπουργικής απόφασης, ποσού 18.834,23 ευρώ, στο ποσό των 123.645,98 ευρώ.
Με τη σύμβαση, για την οποία τηρήθηκε ο 215-50-602682-41 λογαριασμός, συμφωνήθηκε, σε αρμονία με τα οριζόμενα στην Υπουργική απόφαση, το ποσό αυτό να αποτελέσει νέο δάνειο, με χρόνο αποπληρωμής 15 ετών, με συμβατικό επιτόκιο αυτό των ρυθμίσεων της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, που ισχύει κάθε φορά και επιτόκιο υπερημερίας 2,5 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το κάθε φορά ισχύον ενήμερο επιτόκιο.
Η εξόφληση ορίσθηκε ότι θα γινόταν σε 15 ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ...... Αφού είχε τεθεί σε ισχύ το άρθρο 30 Ν.2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν.2912/2001, επακολούθησε ο Ν 3259/2004, στην παρ. 5 του άρθρου 39 του οποίου γίνεται ρύθμιση των οφειλών των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, ορίζοντας ειδικότερα: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση....
Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο...." Ενόψει της ανωτέρω νομοθετικής παρέμβασης, οι οφειλέτες, των οποίων όλες οι οφειλές είχαν ενταχθεί, στην επίμαχη 950/7-11 -2001 σύμβαση ρύθμισης, η οποία κατά τα ήδη λεχθέντα, αποτελούσε νέο δάνειο υπέβαλαν προς την Αγροτική Τράπεζα την από 13-10-2004 αίτηση για την υπαγωγή της συνολικής οφειλής τους στη ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 39 Ν3259/2004.
Το αίτημα τους ικανοποιήθηκε από την τράπεζα η οποία και εξέδωσε, προς απάντηση της αίτησης, το 14596/10-11-2004 έγγραφο της, απευθυνόμενο προς τον πρώτο ανακόπτοντα. Η Αγροτική Τράπεζα, χρησιμοποιώντας ορθά τον συντελεστή 2, πολλαπλασίασε μόνο το αρχικό κεφάλαιο των ληφθέντων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση, της οποίας την ημερομηνία ειδικώς ανέφερε, και αφού αφαίρεσε τα επίσης ειδικώς αναφερόμενα καταβληθέντα ποσά, όρισε το συνολικό ποσό της οφειλής τους στην κρίσιμη κατά το νόμο ημερομηνία της 4-8-2004, σε αυτό των 122.580,45 ευρώ, μικρότερο από το ποσό της επίμαχης ...
σύμβασης, αναφέροντας επιπρόσθετα ότι αν οι οφειλές εκτοκιστούν με τους όρους των οικείων συμβάσεων και τα ισχύοντα στην Τράπεζα, προκύπτει, πάντα κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο της 4-8-2004, μεγαλύτερο ποσό και δη αυτό των 143.956,48 ευρώ. Την ως άνω οφειλή τους, σχηματοποιηθείσα κατά το άρθρο 39 παρ.5 του Ν 3259/2004, παρά την ύπαρξη του ανωτέρω 14596/10-11-2004 εγγράφου της Αγροτικής Τράπεζας, ουδέποτε οι ανακόπτοντες αμφισβήτησαν, και ουδέποτε προέβαλαν (μέχρι την άσκηση της ανακοπής) τον ισχυρισμό περί- εσφαλμένου υπολογισμού της οφειλής κατά παράβαση της παραπάνω νομοθετικής ρύθμισης.
Όπως προκύπτει από το από 6-4-2009 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας υπό τον τίτλο "ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", μετά τη διαμόρφωση του ποσού της οφειλής κατά το άρθρο 39 του Ν 3259/2004, οι λοιποί όροι τελευταίας και μόνης ισχύουσας, νέας κατά ανωτέρω σύμβασης δανείου με αριθμό ..., όπου είχαν εναχθεί όλες οι προγενέστερες οφειλές, δεν μεταβλήθηκαν, αφού η διάρκεια αποπληρωμής παρέμεινε η ίδια και δη μέχρι το έτος 2016, οι υπόλοιπες δόσεις, που μετά την ισχύ του νόμου (4-8-2004) απέμεναν ήταν 12 από τις αρχικά, κατά τη σύναψη της σύμβασης 15 (αφού είχαν ήδη παρέλθει μέχρι τότε οι τρείς πρώτες δόσεις της 31-3-2002, της 31-3-2003 και της 31-3- 2004), η ημερομηνία πληρωμής της πρώτης μετά τη ρύθμιση δόσης ήταν η 31-5-2006, ενώ στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι το συμβατικό επιτόκιο κατά τη σύναψη της σύμβασης ήταν 9,38 και το επιτόκιο υπερημερίας ήταν, κατά τον ίδιο χρόνο, 11,88 (2,5 μονάδες ανώτερο του συμβατικού όπως προβλεπόταν στη σύμβαση) και ότι στο συμβατικό επιτόκιο (και άρα και στο υπερημερίας, αφού το τελευταίο προσδιορίζεται με βάση το πρώτο) δεν περιλαμβάνεται η εισφορά του Ν 128/1975.
Παρά όμως την υπαγωγή τους στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν 3259/2004 και τον κατά τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 39 επαναπροσδιορισμό του ποσού της συνολικής οφειλής τους από την επίμαχη και μόνη ισχύουσα ... σύμβαση - νέο δάνειο, οι συγκεκριμένοι δεν τήρησαν ούτε τους όρους αυτής της σύμβασης και ειδικότερα δεν κατέβαλαν την 6η από την κατάρτιση της σύμβασης το 2001 δόση, λήξης 31-3-2007, ποσού κατά κεφάλαιο 8.466,19 ευρώ, αλλά ούτε και την 7η δόση, λήξης 31-3- 2008, ποσού κατά κεφάλαιο 9.930,30 ευρώ.
Η πιστώτρια Αγροτική Τράπεζα, κάνοντας χρήση του όρου της 950/7-11-2011 σύμβασης-νέου δανείου και του δικαιώματος της από την παραπάνω, υπ' αριθ. 2/6518/0025/2004, απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δοθέντος ότι δεν είχαν εξοφληθεί οι ανωτέρω δύο δόσεις, αφού παρήλθε και το ένα έτος από τη λήξη και της δεύτερης δόσης, ζήτησε από το Δημόσιο τη βεβαίωση και την εξόφληση τους, λόγω της κατάπτωσης της χορηγηθείσας εγγύησης, οπότε το τελευταίο υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στα δικαιώματα της πιστώτριας τράπεζας κατά του οφειλέτη.
Ειδικότερα, η Αγροτική Τράπεζα απέστειλε στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών την υπ'αριθμ.πρωτ. 2394/22-10-2009 "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ-ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ" και εξέδωσε τα με ημερομηνία 23-4-2009 δυο έγγραφα υπό τον τίτλο "ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ....... Οι δύο αυτές εκτυπώσεις είχαν περιέλθει σε γνώση των ανακοπτόντων ήδη πριν από την άσκηση της ανακοπής τους, αφού τους παραδόθηκαν από τη Δ.Ο.Υ.
Ιωνίας Θεσσαλονίκης, μετά την από 19-9-2011 αίτηση τους, όπως οι ίδιοι ομολογούν ακόμη και με την ανακοπή τους...Από την ως άνω Κατάσταση και τις ανωτέρω δύο εκτυπώσεις, στις οποίες αναφέρονται ο πρώτος ανακόπτων Γ. Φ., αλλά και ο δικαιοπάροχος του δεύτερου ανακόπτοντος (Δ. Φ.) και, επιπλέον, στις εκτυπώσεις αναφέρονται η υπ' αριθ. 4216/Β.269/7-2-2001 και με τίτλο "Ρύθμιση οφειλών κτηνοτροφικών - πτηνοτροφικών επιχειρήσεων" απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει η ρύθμιση των επίμαχων οφειλών, υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και είχε καταρτιστεί, μεταξύ των αρχικών οφειλετών και της πιστώτριας τράπεζας, η επίμαχη ...
σύμβαση ρύθμισης-νέο δάνειο, καθώς και οι ήδη αναφερθείσες δύο Υπουργικές αποφάσεις για την παροχή και τους όρους κατάπτωσης της εγγύησης, αποδεικνύονται τα πλήρη στοιχεία των επίμαχων οφειλών, για τις οποίες η προσβαλλόμενη διοικητική εκτέλεση. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η αιτία από την οποία απορρέουν είναι η επίμαχη 950/2001 σύμβαση ρύθμισης - νέο δάνειο, ότι αφορούν τη μη καταβολή της 6ης και 7ης δόσης της εν λόγω σύμβασης, ότι ο χρόνος που θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί οι δόσεις αυτές είναι, αντίστοιχα, η 31-3-2007 και η 31-3-2008, ότι το κεφάλαιο της 6ης δόσης είναι 8.466,19 ευρώ και της 7ης δόσης είναι 9.930,30 ευρώ, ότι το συμβατικό επιτόκιο κυμαίνεται, στις ειδικότερες ημερομηνίες που αναφέρονται, από 8,12% έως 8,47%, ότι το επιτόκιο υπερημερίας κυμαίνεται, στις ειδικότερες ημερομηνίες που αναφέρονται, από 6,37% έως 10,97% (δηλαδή σε ποσοστά μικρότερα από το συμβατικό αλλά και το επιτόκιο υπερημερίας κατά την υπογραφή της σύμβασης που ανέρχονταν, αντίστοιχα, σε 9,38% και σε 11.88%) ότι οι συμβατικοί τόκοι είναι 10.390,75 ευρώ για την 6η δόση και 8.215,13 ευρώ για την 7η δόση, ότι δεν υπάρχουν προσαυξήσεις, ότι οι τόκοι υπερημερίας μετά τη λήξη των δόσεων είναι 2.678,93 ευρώ για την 6η δόση και 1.183,13 ευρώ για την 7η δόση, ότι για την 6η δόση οι τόκοι ποινής υπέρ της πιστώτριας ΑΤΕ είναι 500,86 ευρώ και οι τόκοι ποινής υπέρ του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου είναι ωσαύτως 500,86 ευρώ, ότι για την 7η δόση οι τόκοι ποινής υπέρ της πιστώτριας ΑΤΕ είναι 229,34 ευρώ και οι τόκοι ποινής υπέρ του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου είναι ωσαύτως 229,34 ευρώ και, τέλος, ότι το συνολικό ποσό οφειλής (που προκύπτει από την άθροιση των επιμέρους για κάθε δόση αναγραφόμενων ποσών) είναι 22.537,59 ευρώ για την 6η δόση και 19.787,24 ευρώ για την 7η.
Μετά την αποστολή των ως άνω στοιχείων από την πιστώτρια τράπεζα προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, καταρτίσθηκε από την αρμόδια 25η Διεύθυνση αυτού ο χρηματικός κατάλογος οφειλετών και οφειλών τους από δάνεια που τους χορηγήθηκαν από την ως άνω τράπεζα, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων οι ανακόπτοντες και οι οφειλές.
Ειδικότερα, στον χρηματικό κατάλογο, που όπως και η 2/745/0025/04/01/27-4-2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στην οποία ο κατάλογος είναι συνημμένος, απευθύνεται προς τη Δ.Ο.Υ. Ν. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, αναφέρονται, στις σειρές 1 και 2 αυτού, τα στοιχεία του οφειλέτη πρώτου ανακόπτοντος Γ.
Φ. και στις άλλες 2 σειρές τα στοιχεία του συνοφειλέτη δεύτερου ανακόπτοντος Α. Φ., καθώς και τα παραπάνω συνολικά ποσά των οφειλών προς βεβαίωση 22.537,96 ευρώ (της μη καταβληθείσας 6ης δόσης) και 19.787,24 ευρώ (της μη καταβληθείσας 7ης δόσης). Στην ως άνω 2/745/0025/04/01/27-4-2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που συντάσσει η αυτή 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και αποστέλλει στη Δ.ΟΎ.
Ιωνίας Θεσσαλονίκης, αναφέρεται: α) ως κεφάλαιο προς βεβαίωση το ποσό των 18.396,49 ευρώ, που, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό αυτής και του ήδη αναφερθέντος 2394/22- 10-2009 εγγράφου της Αγροτικής Τράπεζας υπό τον τίτλο "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ" αποτελεί το άθροισμα των κεφαλαίων των επίμαχων 6ης και 7ης δόσεων (αντίστοιχα 8.466,19 + 9.930,30 ευρώ), β) ως τόκοι συμβατικοί προς βεβαίωση το ποσό των 18.605,88 ευρώ, που από τον συνδυασμό των δύο εγγράφων προκύπτει ότι αποτελεί το άθροισμα των συμβατικών τόκων των επίμαχων 6πς και 7ηςδόσεων (αντίστοιχα 10.390,75 + 8.215,13), γ) ως τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας προς βεβαίωση (υπέρ ΑΤΕ) το ποσό των 4.592,26 ευρώ, που από τον συνδυασμό των δύο εγγράφων προκύπτει ότι αποτελεί το άθροισμα των τόκων καθυστέρησης και των ποσών της "Ποινής υπέρ ΑΤΕ" των επίμαχων 6ης και 7ης δόσεων [αντίστοιχα 2.678,93 + 1.183,13 (τόκοι υπερημερίας 6ης δόσης) + 500,86 + 229,34 (ποινή υπέρ ΑΤΕ)] και δ) ως τόκοι υπερημερίας υπέρ του Δημοσίου το ποσό των 730,20 ευρώ, που από τον συνδυασμό των δύο εγγράφων προκύπτει ότι αποτελεί το άθροισμα των ποσών της "Ποινής υπέρ Δημοσίου" των επίμαχων 6ης και 7Πζ δόσεων [αντίστοιχα 500,86 + 229,34), με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό για το οποίο η τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση και το οποίο θα βεβαιωθεί με βάση αυτήν να ανέρχεται στο αναφερόμενο και στο ως άνω 2394/22-10-2009 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας υπό τον τίτλο "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ" ποσό των 42.234,83 ευρώ.
Στις 24-5-2011 οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ.ΟΎ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, αφού παρέλαβαν την ως άνω 2/745/0025/04/01/27-4-2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, συμπλήρωσαν και υπέγραψαν βεβαίωση τυπωμένη στο κάτω μέρος αυτής, στην οποία, ήταν ενσωματωμένος και ο παραπάνω χρηματικός κατάλογος, όπου αναγράφεται αυτολεξεί: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωση του με την καταχώρηση του στο βιβλίο βεβαίωσης της Δ.ΟΎ.
με αριθμό 3354 και για ποσό Σαράντα δύο χιλιάδες τριακόσια είκοσι τέσσερα ευρώ ογδόντα τρία. Ο υπάλληλος που βεβαίωσε, Ο Προϊστάμενος Τμήματος Εσόδων". Σε ακολουθία δε της επίμαχης 3354/24-5-2011 ταμειακής βεβαίωσης, κατά της οποίας βάλλουν οι ανακόπτοντες, εκδόθηκαν, την 30-5- 2011, οι 2690, 2691 και 2692 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της αυτής Δ.Ο.Υ., τις οποίες οι τελευταίοι ομολογούν στην ανακοπή τους ότι παρέλαβαν στις 20-7-2011.
Στην 2690/30-5-2011 ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία του πρώτου ανακόπτοντος οφειλέτη, η ανωτέρω 3354/24-6-5-2011 ταμειακή βεβαίωση, ότι αφορά οφειλές από "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕ", όρος που είναι παγκοίνως γνωστό ότι αφορά οφειλές που προέκυψαν από δάνεια για τη χορήγηση των οποίων παρέσχε εγγύηση το Ελληνικό Δημόσιο, τα δύο ληξιπρόθεσμα βεβαιωθέντα ποσά των 19.787,24 ευρώ και των 22.537,59 ευρώ καθώς και ότι η ημερομηνία εξόφλησής τους είναι η 30-6-2011.
Στις 2691/30-5-2011 και 2692/30-5-2011 ατομικές ειδοποιήσεις αναφέρονται τα στοιχεία του δεύτερου ανακόπτοντος οφειλέτη, η ίδια ανωτέρω 3354/24-6-5- 2011 ταμειακή βεβαίωση, επίσης ότι αφορά οφειλές από "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕ", ότι στην 2691 ειδοποίηση το ληξιπρόθεσμο βεβαιωθέν ποσό είναι αυτό των 19.787,24 ευρώ και στην 2692 ειδοποίηση το ληξιπρόθεσμο βεβαιωθέν ποσό είναι αυτό των 22.537,59 ευρώ καθώς και ότι η ημερομηνία εξόφλησής τους είναι η 30-6-2011.
Τέλος, με το 2/79607/0025/8-12-2011 έγγραφο της αυτής 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ζητείται να καταπέσει σε βάρος του Δημοσίου και υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας, με βάση την προσβαλλόμενη 3354/24-5-2011 ταμειακή βεβαίωση, το μικρότερο συνολικό ποσό των 41.594,63 ευρώ. Αυτό το ποσό δεν είναι άγνωστο ποσό ούτε επιφέρει οποιαδήποτε ασάφεια ή αοριστία, αλλά αποτελεί το άθροισμα των ποσών 22.036,73 και 19.557.90 ευρώ, εμφανίζεται και στην 2394/22-10-2009 "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ" και αφορά τα ποσά εκ της 6ης και 7ης δόσης αντίστοιχα τα οποία κάλυπτε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Η διαφορά δε μεταξύ του ποσού των 41.594,63 ευρώ και του βεβαιωθέντος ποσού των 42.324,83 ευρώ, ύψους 730,20 ευρώ, είναι το επιπλέον ποσό που ορθά βεβαιώθηκε σε βάρος των οφειλετών ανακοπτόντων και υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με βάση το άρθρο 7 παρ.1 του Ν 2322/1995, που ορίζει ότι "Σε περιπτώσεις υπερημερίας οφειλετών που δανειοδοτήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ του συμβατικού τόκου και του τόκου υπερημερίας περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, ως έσοδό του, προς μείωση της επιβάρυνσης του που προκαλείται από τις εγγυήσεις που παρέχονται".
Όλα τα ανωτέρω έγγραφα, δηλαδή ή επίμαχη με αριθμό ... σύμβαση ρύθμισης οφειλών - νέο δάνειο όπου εντάχθηκαν όλες οι προγενέστερες οφειλές τους, το από 6-4-2009 έγγραφο υπό τον τίτλο "ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", η υπ' αριθμ.πρωτ.2394/22-10-2009 "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ 'ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ" και τα μεημερομηνία 23-4-2009 δύο έγγραφα υπό τον τίτλο "ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ", που η ίδια τράπεζα εξέδωσε και απέστειλεπρος το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ενόψει της κατά τα ανωτέρω κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και της εξ αυτού του λόγου υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα της πιστώτριας Τράπεζας μαζί με την 3354/24-5-2011 προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, τον συνοδεύοντα αυτήν χρηματικό κατάλογο και την 2/745/0025/04/01/27-4-2011 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπου ο κατάλογος είναι συνημμένος, συγκροτούν, τον υπό ευρεία έννοια νόμιμο τίτλο του άρθρου 2 παρ.2του ΚΕΔΕ, δυνάμει του οποίου δύναται να επιχειρηθεί, νομίμως καιεγκύρως, διοικητική εκτέλεση και η είσπραξη των οφειλόμενων ποσών κατά τις διαάξεις του ΚΕΔΕ.
Οι ανακόπτοντες είχαν λάβει γνώση προ της άσκηση της ανακοπής ανακοπής τους, στα πλαίσια της από 19-9-2011 αίτησής τους προς την Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, τόσο των ως άνω δύο, από 23-4-2009, εκτυπώσεων βεβαιωμένης απαίτησης της Αγροτικής Τράπεζας, τις οποίες λεπτομερώς αναφέρουν στην ανακοπή τους, ενώ είχαν στην κατοχή τους την επίμαχη ...
πρόσθετη σύμβαση ρύθμισης υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που καταρτίσθηκε στα πλαίσια της υπ' αριθ. 4216/Β.269/7-2-2001 και με τίτλο "Ρύθμιση οφειλών κτηνοτροφικών - πτηνοτροφικών επιχειρήσεων" απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και από την οποία απορρέουν οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις του υποκατασταθέντος στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας Ελληνικού Δημοσίου, ενώ ο πρώτος εξ αυτών είχε ζητήσει, κατά τα ήδη λεχθέντα, στις 13-10-2004, την υπαγωγή της οφειλής του από τη μόνη ισχύουσα ως άνω σύμβαση στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, αίτημα που η δανείστρια Αγροτική Τράπεζα είχε ικανοποιήσει, όπως προκύπτει από το ήδη αναφερθέν 14596/10-11-2004 έγγραφο της, που επίσης είχαν προ της άσκησης της ανακοπής στην κατοχη τους, αναπροσαρμόζοντας την οφειλή και αφαιρώντας τα καταβληθέντα ποσά, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητήσουν την ορθότητα της εν λόγω υπαγωγής.
Σαφώς δε γνώριζαν οι ανακόπτοντες ότι δεν είχαν καταβάλει την 6η και 7η δόση που έληγαν αντίστοιχα την 31-3-2007 και την 31-3-2008. Από τον έτσι συγκροτούμενο νόμιμο τίτλο προκύπτουν όλα τα αναγκαία για το ορισμένο, νόμιμο και έγκυρο του τίτλου στοιχεία. Πλέον συγκεκριμένα, προκύπτουν η αιτία και το είδος των δύο απαιτήσεων, η χρονολογία και το πλήρες περιεχόμενο της σύμβασης ρύθμισης - δανείου, της με αριθμό ..., που αποτέλεσε νέο δάνειο και επομένως επί τη βάσει των ληξιπρόθεσμων και μη καταβληθεισών δόσεων αυτής, της 6ας και της 7ης, νομίμως έλαβε χώρα η προσβαλλόμενη 3354/24-5-2011 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Ιωνίας Θεσσαλονίκης, χωρίς να είναι απαραίτητο να χορηγηθούν από την πιστώτρια τράπεζα προς την ανωτέρω διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών να προσκομισθούν στη δίκη της ανακοπής τα έγγραφα των αρχικών συμβάσεων δανείων και πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό (βλ. σχετικώς ΑΠ 488/2017 όπ.π), το ποσό αυτής, τόσο το αρχικό, όσο και αυτό στο οποίο επανακαθορίστηκε με την υπαγωγή της οφειλής στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ.5 του Ν 3259/2004, οι όροι του δανείου και της κατάπτωσης της εγγύησης που χορηγήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά την κατάρτιση της σύμβασης και συνέχισε ισχύουσα και μετά τον κατά τα ανωτέρω επανακαθορισμό, η διάρκεια του επίμαχου δανείου (μέχρι το έτος 2016), το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο και το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ο αριθμός των δόσεων, οι χρονολογίες λήξεως αυτών, οι δόσεις που δεν καταβλήθηκαν, η εξ αυτού του λόγου κατάπτωση της εγγύησης του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και η υποκατάστασή του στη θέση της πιστώτριας τράπεζας.
Προκύπτει συνακόλουθα η αιτία της οφειλής και αναλύεται αυτή κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις. Οι δε ανακόπτοντες είχαν, προ της άσκησης της ανακοπής τους, πλήρη γνώση όλων των ως άνω στοιχείων και της αιτίας της ταμειακώς βεβαιωθείσας οφειλής τους, για την οποία η προσβαλλόμενη διοικητική εκτέλεση, που ήταν η μη πληρωμή, κατά τη λήξη τους στις 31-3-2007 και στις 31-3-2008 αντίστοιχα, της 6ης και 7ης δόσης της επίμαχης ...
σύμβασης ρύθμισης - νέου δανείου, στην κατάρτιση της οποίας συνέπραξε ο πρώτος και ο δικαιοπάροχος του δεύτερου και γνώριζαν ότι η διά αυτής ρυθμισθείσα οφειλή τους τελεί υπό την εγγύηση του αντιδίκου τους, δυνάμενη να καταπέσει η εγγύηση και να καταστούν έτσι οφειλέτες του Ελληνικού Δημοσίου αν δεν είναι ενήμεροι στην καταβολή των δόσεων που με αυτήν, με τη σύμβαση, είχαν οριστεί.
Επισης κατά τα ήδη εκτιθέμενα ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης είχε αφαιρεθεί (διαγραφεί) το ποσό των 18.834,23 ευρώ, γεγονός που γνώριζαν οι ανακόπτοντες αφού αναφέρεται στην ίδια τη σύμβαση, οπότε δεν τίθεται θέμα να αφαιρεθεί εκ νέου κατά την υπαγωγή της εκ της σύμβασης αυτής οφειλής, όπως αβασίμως ισχυρίζονται, στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της παρ.5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.
Εξάλλου, οι συμβατικοί τόκοι υπολογίζονται με το αναφερόμενο ανά χρονική περίοδο στην 2394/22-10-2009 "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ" συμβατικό επιτόκιο. Συνακόλουθα, οι ανακόπτοντες είχαν την πλήρη δυνατότητα, πριν την άσκηση της ανακοπής τους, να ελέγξουν την ύπαρξη και το ύψος των οφειλών που αφορά η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και να αμυνθούν κατ' αυτής. ......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τον έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως βάσιμο των πρώτο λόγο της ανακοπής και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν, (ερευνώντας και τους λόγους την ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως), απέρριψε την ανακοπή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η υπ'αριθμ.3354/25-5-2011 ταμειακή βεβαίωση, που εξέδωσε η Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης σε βάρος των αναιρεσειόντων, με τον συνημμένο σ' αυτήν χρηματικό κατάλογο, με βάση την οποία κλήθηκαν από το αναιρεσίβλητο, να καταβάλουν το σ' αυτήν αναφερόμενο ποσό, ήταν έγκυρη (έστω και αν δεν περιείχε πλήρη ανάλυση της οφειλής, κατά κεφάλαιο, τόκους, τυχόν ανατοκισμό, προσαυξήσεις και λοιπά έξοδα ως και την ιστορική της αιτία) και ότι για την έκδοση αυτής (ταμειακής βεβαίωσης) είχαν ληφθεί υπόψη όλα τα κατά νόμο αναγκαία έγγραφα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), 65 ν.2362/1995, 39 ν.3259/2004 και Υ.Α 478/2006 και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πλην της ταμειακής βεβαίωσης, τα αποσταλέντα στη Δ.Ο.Υ από την Αγροτική Τράπεζα έγγραφα από τον φάκελο δανείων της ως άνω Τράπεζας, τα οποία, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, είχαν γνωστοποιηθεί στους αναιρεσείοντες, πριν από την άσκηση της ανακοπής τους, ώστε να δύνανται αυτοί να ελέγξουν το ακριβές ύψος της οφειλής τους (κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις) και να την αποκρούσουν, Για δε την έκδοση της παραπάνω ταμειακής βεβαίωσης δεν απαιτείτο να προσκομιστούν τα έγγραφα των αρχικών δανειακών συμβάσεων και οι καρτέλες κίνησης αυτών, καθόσον οι αναιρεσείοντες κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα επέλεξαν, να υπαχθούν στη ρύθμιση των χρεών τους, με βάση την υπ'αριθμ. 4216/β/269/7.2.2001 Υ.Α και ακολούθως καταρτίστηκε η υπ'αριθμ.950/7.11.2001 σύμβαση, η οποία σύμφωνα με τους όρους της και την παραπάνω Υπουργική απόφαση αποτελεί νέο δάνειο, με κεφάλαιο το συμφωνηθέν με αυτήν ως οφειλόμενο ποσό, το οποίο επανακαθορίσθηκε σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως η ταμειακή βεβαίωση έπρεπε να γίνει για το ποσό και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του ποσού της ως άνω νέας και μόνης ισχύουσας σύμβασης, χωρίς να ενδιαφέρουν, για την ταμειακή βεβαίωση, οι αρχικές συμβάσεις καθώς και η κίνηση των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν τα δάνεια αυτά (ΑΠ 488/2017).
Επίσης το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ταμειακή βεβαίωση στηρίζεται σε έγκυρο νόμιμο τίτλο και δεν δικαιολογείται η ακύρωσή της, με τις υποστηρίζουσες το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα ουσιαστικές παραδοχές:
α) από το περιεχόμενο της ταμειακής βεβαίωσης σε συνδυασμό με τα έγγραφα που την συνοδεύουν, προκύπτει το ακριβές ύψος της οφειλής, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και η ακριβής αιτία της οφειλής και β) τα ως άνω έγγραφα είχαν γνωστοποιηθεί στους ανακόπτοντες πριν από άσκηση της ανακοπής τους ("είχαν στην κατοχή τους την επίμαχη ...
πρόσθετη σύμβαση ρύθμισης που υπέγραψαν", "οι από 23-4-2009 δύο εκτυπώσεις βεβαιωμένης απαίτησης της Αγροτικής Τράπεζας, είχαν περιέλθει σε γνώση τους ήδη πριν από την άσκηση της ανακοπής τους, αφού τους παραδόθηκαν από τη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας Θεσσαλονίκης, μετά την από 19-9-2011 αίτηση τους, όπως οι ίδιοι ομολογούν ακόμη και με την ανακοπή τους....", "το από 13-1-2004 αίτημά τους για υπαγωγή της οφειλής τους στις διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 ικανοποιήθηκε από την Τράπεζα, η οποία εξέδωσε προς απάντηση το 14596/2004 έγγραφό της προς τον ανακόπτοντα" "εκδόθηκαν, την 30-5- 2011, οι 2690, 2691 και 2692 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών της αυτής Δ.Ο.Υ., τις οποίες οι τελευταίοι ομολογούν στην ανακοπή τους ότι παρέλαβαν στις 20-7-2011").
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 19 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες αντίστοιχα, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, κρίνοντας έγκυρη και στηριζόμενη σε νόμιμο τίτλο την επίδικη ταμειακή βεβαίωση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και περιέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της υπάρξεως νομίμου τίτλου, είναι αβάσιμοι.
Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις ότι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ζήτημα του επανακαθορισμού της οφειλής, τυγχάνει απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν ποια ειδικότερα είναι η πλημμέλεια (σφάλμα) κατά τον γενόμενο επανακαθορισμό της οφειλής τους, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος καθόσον η απόφαση διαλαμβάνει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για τον γενόμενο κατά τον Ν.3259/2004 επανακαθορισμό της επίδικης οφειλής, διαλαμβάνοντας τις παραδοχές ότι "Το αίτημά τους για την υπαγωγή της συνολικής οφειλής τους στη ρύθμιση της παρ.5 του άρθρου 39 Ν.3259/2004, ικανοποιήθηκε.
Η Αγροτική Τράπεζα, χρησιμοποιώντας ορθά τον συντελεστή 2, πολλαπλασίασε μόνο το αρχικό κεφάλαιο των ληφθέντων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση, της οποίας την ημερομηνία ειδικώς ανέφερε, και αφού αφαίρεσε τα επίσης ειδικώς αναφερόμενα καταβληθέντα ποσά, όρισε το συνολικό ποσό της οφειλής τους στην κρίσιμη κατά το νόμο ημερομηνία της 4-8-2004, σε αυτό των 122.580,45 ευρώ, μικρότερο από το ποσό της επίμαχης ...
σύμβασης, αναφέροντας επιπρόσθετα ότι αν οι οφειλές εκτοκιστούν με τους όρους των οικείων συμβάσεων και τα ισχύοντα στην Τράπεζα, προκύπτει, πάντα κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο της 4-8-2004, μεγαλύτερο ποσό και δη αυτό των 143.956,48 ευρώ", ότι "κατά την κατάρτιση της 950/2001 σύμβασης είχε αφαιρεθεί (διαγραφεί) το ποσό των 18.834,23 ευρώ, γεγονός που γνώριζαν οι ανακόπτοντες αφού αναφέρεται στην ίδια τη σύμβαση, οπότε δεν τίθεται θέμα να αφαιρεθεί εκ νέου κατά την υπαγωγή της εκ της σύμβασης αυτής οφειλής, στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της παρ.5.
του άρθρου 39 του ν. 3259/2004" και ότι "οι συμβατικοί τόκοι υπολογίζονται με το αναφερόμενο ανά χρονική περίοδο στην 2394/22-10-2009 "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΓΓΥΗΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ" συμβατικό επιτόκιο". Οι παραπάνω λόγοι, ως προς τις περιεχόμενες σ αυτούς διάσπαρτες αιτιάσεις, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, πριν την άσκηση της ανακοπής τους, των προαναφερομένων εγγράφων είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό την επίφαση των παραπάνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 845/2018), προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΟΛΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 53/2022 ΑΠ 81/2022).
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, το οποίο έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 920/2022), έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017).
Επίσης, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου απαιτείται ο αναιρεσείων να έχει επικαλεστεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η επίκληση είναι αναγκαία ακόμα και αν το αποδεικτικό μέσο έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, π.χ ομολογία (ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 352/2023, 53/2022). Περαιτέρω, ο από άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και εξαιτίας του λάθους αυτού καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, καταλήγει, έστω και εσφαλμένως, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 91/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 47/2023).
Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 91/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 48/2022).
Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 871/2018, ΑΠ 333/2011).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ'αριθμ.14596/10-11-2004 έγγραφο τράπεζας το οποίο αυτοί νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ωστόσο από τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως "...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκε...." σε συνδυασμό με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν ειδικές αναφορές για τo παραπάνω έγγραφo (:"... η τράπεζα προς απάντηση της αίτησης, εξέδωσε το 14596/10-11-2004 έγγραφό της απευθυομενο προς τον πρώτο ανακόπτοντα και όρισε το συνολικό ποσό της οφειλής στο ποσό των 122.580,48 ευρώ.., παρά την ύπαρξη του ανωτέρω 14596/10-11-2004 εγγράφου της ΑΤΕ οι ανακόπτοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν ....), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το παραπάνω δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων το προαναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Με τον ίδιο ως άνω (τρίτο) λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τoυ υπ'αριθμ.14596/10-11-2004 εγγράφου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, στο σύνολό του, αβάσιμος. Με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2, 5 και 12 του ισχύοντος από 4.8.2004, Ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου" (παρ. 1)., Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση (παρ.5).
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο) δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1280/2017, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 345/2013).
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 97/2020, 763/2019, ΑΠ 488/2017).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.
Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι' αυτό η παρ. 3 του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αίτησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω", στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε.
Ως εκ τούτου η απαίτηση της Τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής, όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού) (ΑΠ 480/2022, ΑΠ 134/2022, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 506/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια σχετικά με την απόρριψη του πέμπτου λόγου της ένδικης ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η κατά τον ΚΕΔΕ επισπευδόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη διότι, μετά τις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ.5 του Ν.3259/2004 οι απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν και επισπεύδεται γι' αυτές η εκτέλεση δεν είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο, μέρος ότι "ο Ν. 3259/2004 ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος του ex lege επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών από τόκους το οποίο προσδιορίζει μέσω απλού αριθμητικού υπολογισμού, χωρίς να θίγει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, προσθέτοντας σ'αυτήν όρο ή προθεσμία", ακολούθως δε απέρριψε τον περί του αντιθέτου πέμπτο λόγο της ανακοπής ως νόμω αβάσιμο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 Ν.3259/2004 και 915, 916, ΚΠολΔ, αφού ο επανακαθορισμός της οφειλής, κατά τις ως άνω διατάξεις, δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη και εξαρτημένη από αίρεση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως πιο πάνω μείζονα σκέψη.
Επομένως ο τέταρτος λόγος τη αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η βεβαιωθείσα με την προσβαλλόμενη πράξη απαίτηση, για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παρεστη και κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρα 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς το άρθρο 2 της υπ` αριθμ. 134423/93 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/87, ισχύουσας της μείωσης και επί νίκης του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1151/2015), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/3/2021 αίτηση αναίρεσης των 1) Γ. Φ. του Α. και 2) Α. Φ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 909/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ