Legislator Case Law & Legislation
396/2022 AI generated

396/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

396/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 396/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μπάτσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νούσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2240/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 1128/2014 μη οριστική και 283/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη από 10-4-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 283/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2240/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 11494/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα, από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του, ή πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 382/2021, 268/2021, ΑΠ 231/2020). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη έφεση ασκήθηκε στις 26-10-2012 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ανωτέρω νόμου), οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο).

Διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι. Όλες, όμως, οι ανωτέρω αναφερόμενες ενστάσεις, όταν προτείνονται, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, ερευνώνται παραδεκτά, από το Εφετείο, μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση, από αυτό της υποθέσεως (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 347/2012, ΑΠ 821/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναφερόμενος στο εν λόγω άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 381/2010).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 283/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της 1128/2014 μη οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα συνήψε με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." την με αριθμό 5083/29-11-2000 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου … Α.

Λ. Μ., με αντικείμενο τα κινητά, τα οποία θα αποτελούσαν τον εξοπλισμό της επιχείρησης της ως άνω εταιρείας και για τα οποία εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 207/28-11-2000, 523/28-11-2000 και 522/28-11-2000 τιμολόγια πώλησης και παροχής υπηρεσιών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εκπλήρωση από τη μισθώτρια όλων των υποχρεώσεών της, που απέρρεαν από την εν λόγω σύμβαση, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από την ένσταση της διζήσεως, η αναιρεσίβλητη και ο μη διάδικος Α.

Μ.. Η εκμισθώτρια εταιρία - αναιρεσείουσα, με την από 20/5/2003 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση και ζήτησε από τους αντισυμβαλλομένους της, ήτοι την μισθώτρια εταιρία "..." και τους εγγυητές της σύμβασης, ως μόνους ευθυνόμενους έναντι αυτής, την επιστροφή του μίσθιου εξοπλισμού, την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων, καθώς και την καταβολή ακόμα έντεκα (11) μισθωμάτων που απέμεναν έως τη λήξη της σύμβασης.

Στη συνέχεια, κατόπιν της από 24/7/2007 αίτησης της αναιρεσείουσας, εκδόθηκε, με βάση τα προαναφερόμενα τιμολόγια, η υπ' αριθ. 11494/2007 διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάχθηκαν η μισθώτρια εταιρία, η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) και ο Α. Μ., να καταβάλουν καθένας εις ολόκληρον, στην εκμισθώτρια εταιρία το ποσό των 123.552,56 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.

Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 10-1-2008 ανακοπή, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 2240/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, κατά παραδοχή ως βασίμου του τετάρτου λόγου της ανακοπής, ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ήταν έγκυρη μόνον για τα δύο πρώτα τιμολόγια, όχι όμως και ως προς το υπ' αριθμ. 207/28-11-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, καθόσον οι αναφερόμενες σ' αυτό εργασίες δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Επί της ασκηθείσας από την καθής η ανακοπή - αναιρεσείουσα εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2014 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους εφέσεως, έκανε δεκτό τον τρίτο εξ αυτών και, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά μέχρι να διενεργηθεί η διαταχθείσα με αυτήν λογιστική πραγματογνωμοσύνη.

Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την ανακοπή, κρίνοντας ότι οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν έναντι των οφειλομένων μισθωμάτων ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 192.398,81 ευρώ, υπερκαλύπτοντας έτσι το συνολικό ποσό της οφειλής κατά 69.777,90 ευρώ και ότι, έτσι, η ένδικη οφειλή είχε εξοφληθεί ολοσχερώς κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση διαλαμβάνονται και τα εξής: "Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 8 της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ορίζεται ότι η μισθώτρια επιβαρύνεται ολοκληρωτικά με κάθε φόρο, τέλος, δασμό, εισφορά και δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και γενικώς τρίτων που κάθε φορά επιβάλλεται σε βάρος είτε του μισθωτή, είτε της εκμισθώτριας, είτε εξ αιτίας της ιδιότητάς του αυτής, είτε ως κυρίας του μισθίου πράγματος.

Επίσης επιβαρύνεται αυτός αποκλειστικά με τα έξοδα της σύμβασης και των τυχόν τροποποιήσεών της, συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών και συμβολαιογραφικών εξόδων, δικηγόρων εφ' όσον απαιτηθούν, λογιστών, εκτιμητών ή εμπειρογνωμόνων της εκμισθώτριας, όπως επίσης κάθε έξοδο εισαγωγής, έγκρισης, χορήγησης άδειας καταλληλότητας, άδειας κυκλοφορίας, όπου απαιτείται κλπ, μεταφοράς του μισθίου στο τόπο προορισμού του και εγκατάστασής του σ' αυτό, μετεγκατάστασης, επιστροφής, αφαίρεσης, συντήρησης, επισκευής, ανταλλακτικών, ασφάλισης, επιθεώρησης από την εκμισ0ώτρια του μισθίου, δικαστικών και εξωδίκων δαπανών, που γίνονται για την εμπράγματη ή μη εξασφάλιση της εκμισθώτριας για τις κάθε είδους απαιτήσεις της, που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση και για την εξάλειψή της, καθώς επίσης και για την εκτέλεση του παρόντος συμβολαίου και γενικά για κάθε δικαστική ή εξώδικη δαπάνη που προκύπτει με αφορμή την παρούσα σύμβαση.

Σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού από την εκμισθώτρια, για τις παραπάνω αιτίες, η μισθώτρια υποχρεούται να τις αποδώσει σ' αυτή αμέσως και εντόκως, με το ανώτατο ισχύον κάθε φορά συμβατικό επιτόκιο, για δάνεια ή πιστώσεις που χορηγούνται σε ομοειδείς, με τη μισθώτρια, από την ημέρα καταβολής τους και με το αντίστοιχο ισχύον, κάθε φορά επιτόκιο υπερημερίας, από την επομένη ημέρα της γνωστοποίησης σ' αυτόν, της σχετικής χρέωσης, μέχρι την εξόφλησή της.

Από τον όρο αυτό της σύμβασης προκύπτει ότι το αφορούν το άκυρο μέρος της διαταγής πληρωμής ποσό του τιμολογίου με αριθμό 207/28-11-2000 καθαρής αξίας 44.670.000 δρχ. δεν δύναται να εκληφθεί ως έξοδα της σύμβασης και να προστεθεί στο ποσό οφειλής προς υπολογισμό του μισθώματος, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα".

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι απέρριψε την εκ μέρους της ασκηθείσα έφεση χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι η προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως αιτιολόγησε τη μη υπαγωγή του υπ' αριθ. 207/28-11-2000 τιμολογίου, αξίας 44.670.000 δραχμών, της εταιρίας "..." στο άρθρο 8 της υπ' αριθ. 5083/29-11-2000 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ως "έξοδο" για τη λειτουργία και την εκτέλεση της σύμβασης που αφορούσε την εγκατάσταση και λειτουργία του εξοπλισμού της χρηματοδοτικής μίσθωσης, απέρριψε δε, χωρίς να παραθέσει πλήρη αιτιολογία, τον ισχυρισμό αυτόν που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θα συνεπάγονταν την αποδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης και απόρριψη του σχετικού λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε νομότυπα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την αναιρεσείουσα-εκκαλούσα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης και, συνεπώς, η ανωτέρω αιτιολογία ήταν πλεοναστική - περιττή, αφού δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς.

Ειδικότερα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάθηκαν από την καθ' ης η ανακοπή - αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, οι ισχυρισμοί 1) ότι αντικείμενο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να είναι και ασώματο αντικείμενο ευρισκόμενο σε στερεή, υγρή ή αεριώδη μορφή και φυσικές δυνάμεις ή ενέργειες (ηλεκτρικό ρεύμα, θερμότητα, νερό), θεωρούμενα κατά νομικό πλάσμα κατ' άρθρο 947 ΑΚ ως πράγματα και 2) ότι οι υπηρεσίες-εργασίες που περιγράφονται στο υπ' αριθ. 207/28-11-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών έχουν σχέση κυρίου με παρεπόμενο με τον εξοπλισμό που περιγράφεται στα άλλα δύο τιμολόγια πώλησης.

Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, με την ασκηθείσα έφεσή της η αναιρεσείουσα προέβαλε ως λόγους έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο 1) εσφαλμένως έκρινε ότι το με αριθμό 207/28-11-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών δεν αφορά πράγμα κατά την έννοια του νόμου εμπίπτον σε αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1665/1986 ("συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης"), 2) δεν απάντησε στον ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης της ασκηθείσας ανακοπής, και 3) με εσφαλμένο μαθηματικά τρόπο υπολογισμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οφειλή από τα υπ' αριθ. 522/28-11-2000 και 523/28-11-2000 τιμολόγια έχει εξοφληθεί ολοσχερώς.

Επί της εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2014 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως αναφέρθηκε, αφού απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους εφέσεως, έκανε δεκτό τον τρίτο εξ αυτών περί εσφαλμένου μαθηματικού υπολογισμού της οφειλής και, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά μέχρι να διενεργηθεί η διαταχθείσα με αυτήν λογιστική πραγματογνωμοσύνη από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα Δ.

Γ.. Με την υπ' αριθ. 42/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αποφάνθηκε ότι οι γενόμενες καταβολές υπερκαλύπτουν το ως άνω ποσό της (έγκυρης) οφειλής κατά το ποσό των 69.777,60 ευρώ. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα, προς απόκρουση του πορίσματος της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ισχυρίστηκε το πρώτον με τις από 26-10-2016 προτάσεις της, ότι το ποσό του 207/28-11-2000 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών αποτελεί έξοδο για τη λειτουργία και την εκτέλεση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης, και συνεπώς η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) ήταν υπόχρεη προς καταβολή και του εν λόγω ποσού, ενώ, ακολούθως, με την προσθήκη - αντίκρουση ισχυρίστηκε ότι "εφόσον κατά το σκεπτικό της 1128/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι το ποσό αυτό (σημ. 44.670.000 δραχμών) δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης, διότι δεν είναι κινητό και δεν αφορά τιμολόγιο πώλησης, αλλά τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, το ποσό αυτό σε κάθε περίπτωση θα τεθεί στην καρτέλα του οφειλέτη ως έξοδο εγκατάστασης και λειτουργίας της χρηματοδοτικής μίσθωσης χωρίς τόκο".

Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, επί του οποίου επιχειρείται να θεμελιωθεί ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αναίρεσης, εφόσον απέβλεπε στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κάνει δεκτή την ανακοπή και ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, έπρεπε να προταθεί μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή με πρόσθετο λόγο.

Επομένως, απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά, ως αυτοτελής ισχυρισμός, με την προσθήκη-αντίκρουση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας με την υπ' αριθ. 1128/2014 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να λάβει υπόψη και να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, πριν την εξαφάνιση της απόφασης κατά παραδοχή κάποιου από τους λόγους έφεσης.

Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είχε προταθεί με την ασκηθείσα έφεσή της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν αφορά πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος αποτελεί "ζήτημα", κατά την έννοια που εκτίθεται στην προηγηθείσα σκέψη, δηλαδή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, ως εκ τούτου, η έλλειψη αιτιολογίας επ' αυτού, στον οποίο πλεοναστικώς έγινε μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύει την από την ανωτέρω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 5-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 283/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, ο αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-4-2017 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 283/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ