Legislator Case Law & Legislation
396/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-proven interruption of limitation period not raised in lower court.

Case Number 396/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding legal fees. The appellant argued that the limitation period was interrupted by a specific claim for payment, but this argument was not formally presented or proven in the lower courts. The court ruled that since the interruption claim was not raised admissibly in the first instance, it cannot be introduced for the first time in the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 para. 2 and 527 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on a new claim for interruption of limitation must have been admissibly raised in the first instance and reiterated in the second instance, unless it falls under specific exceptions.

Keywords

AI generated
interruption of limitation appeal admissibility first instance procedure legal fees dispute Code of Civil Procedure new claim introduction procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 95 of Law 321/1969
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 447/2020
Supreme Court 1245/2019
Supreme Court 105/2017
Supreme Court 9/2014
Supreme Court 493/2020
Supreme Court 201/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ν., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Κούζιου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν η 75/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 98/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 25.6.2019 και αριθ. κατάθ. 55/10.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρα 622 Α επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 98/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί της από 25.10.2016 και με αριθ.

κατάθ. 33/4.11.2016 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e- ΕΦΚΑ)", νόμιμα εκπροσωπουμένου, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ- ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ- TEAM).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 75/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, με την οποίαν έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η από 17.6.2015 και με αριθ. κατάθ. 180/19.6.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου Αγρινίου και υποχρεώθηκε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.342,07 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως δικηγορική αμοιβή του, με βάση τη συναφθείσα μεταξύ αυτού και του ενάγοντος σύμβαση εντολής για τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) διαδικαστικές πράξεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 αυτού δημιουργείται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ ΑΠ 3/2020, Ολ ΑΠ 6/2017).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Για το ορισμένο του παραπάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα αυτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά την γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν (Ολ ΑΠ 1/2013, Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 44/2017, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 1097/2008, ΑΠ 737/2008).

Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 251, 252, 260, 261 ΑΚ ορίζεται ότι : "άρθρο 251. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και έγινε δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". "άρθρο 252. Αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή. Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία", "άρθρο 260.

Η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρήσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο" και άρθρο 261. 1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.". Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ συνάγεται ότι αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται ρητώς ή σιωπηρώς αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη, που έχει πλήρη επίγνωση, για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του δανειστή, κατά τρόπο ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο η συμπεριφορά αυτή ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και χωρίς να εξετάζεται αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ ή γίνεται με σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή έγινε αποδεκτή από το δανειστή (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 997/2015, ΑΠ 1018/2011).

Αρκεί δε κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια δηλαδή που να απευθύνεται στον δανειστή και να περιέλθει σ' αυτόν, η οποία να μαρτυρεί ότι ο οφειλέτης έχει πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δανειστή και την θεωρεί υφισταμένη (ΑΠ 1052/2013).

3. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχτηκε ότι, με την αριθμό 13276/11.10.2005 απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σε απάντηση της 27804/28.5.2005 σχετικής αιτήσεως του ενάγοντος, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αγρινίου, ορίσθηκε ο τελευταίος ως ένας εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων του Τοπικού Υποκ/τος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αγρινίου για την εκπροσώπηση και παράσταση προς υποστήριξη των συμφερόντων του ενώπιον κάθε είδους δικαστηρίου και δικαστικών ή διοικητικών αρχών με αμοιβή ανά υπόθεση.

Ότι η ως άνω απόφαση απεστάλη στις 19.12.2005 στο Τοπικό Υποκατάστημα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε αντίγραφό της στον ενάγοντα. Ότι, στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής, που κατ' αυτόν τον τρόπο καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και δυνάμει έγγραφων εντολών- εξουσιοδοτήσεων για κάθε περίπτωση, ο ενάγων χειρίστηκε για λογαριασμό του εναγομένου κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή του δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες παρατίθεται η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή που του οφείλεται βάσει :

α) του Ν.Δ. 3026 της 6/8.10.1954 "Περί του Κώδικος των δικηγόρων", β) της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 παρ. 2 ν. 2753/1999 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών -Δικαιοσύνης Υ.Α1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 12422/24.12.2007) "Ελάχιστες αμοιβές των Δικηγόρων " - ΠΟΛ 1146/7.12.2007 (Προσδιορισμός των ελάχιστων αμοιβών των Δικηγόρων), με την οποία καθορίστηκαν ενιαία για όλη τη χώρα και για το διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2009 οι ελάχιστες αμοιβές για τις παρεχόμενες δικαστικά και εξωδικαστικά δικηγορικές υπηρεσίες, γ) του άρθρ. 62 παρ. 3 ν. 3842/2010, με το οποίο εισήχθη στις δικηγορικές υπηρεσίες από 1.7.2010 υποχρεωτικά ΦΠΑ 23%, βάσει δε των ΠΟΛ 1100/2010 και 1118/2010 κρίσιμος χρόνος για την επιβολή του ή μη είναι αυτός της έκδοσης του φορολογικού στοιχείου, ο δε χρόνος έκδοσης του φορολογικού στοιχείου από τον ελεύθερο επαγγελματία, ειδικά για την περίπτωση του Δημοσίου (συνεπώς και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), συμπίπτει όχι με το χρόνο παροχής της υπηρεσίας, αλλά με το χρόνο είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής.

Ότι σύμφωνα με το άρθρο 190 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από του τέλους του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από του τέλους του έτους, καθ' ο ενηργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις".

Ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω παραγραφή έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις δικηγόρων για αμοιβές και δαπάνες τους προερχόμενες από δίκες ή διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες τους. Ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 251 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικώς επί των ρυθμιζόμενων από το ως άνω άρθρο του Κώδικα των Δικηγόρων περιπτώσεων, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της" και ότι κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή αν από νομικούς λόγους αποκλείεται η από το δικαιούχο άσκηση αγωγής.

Ότι, ο χρόνος ενάρξεως της πιο πάνω πενταετούς παραγραφής είναι, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες εργασίες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από το δικηγόρο η τελευταία διαδικαστική πράξη και υπό την προϋπόθεση ότι κατά το εν λόγω κρίσιμο χρονικό σημείο ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.

Ότι, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν". Ότι ειδικότερα, η ένσταση παραγραφής, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, για να μπορεί να κριθεί αν από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος της και, συγκεκριμένα, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και να περιλαμβάνει σχετική αίτηση.

Ότι, ως προς τις αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες : Α. Παραστάσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αγρινίου κατά τη δικάσιμο της 14.3.2006, 16.6.2006, 7.7.2006, 19.9.2006, 14.11.2006, 16.1.2007, 13.2.2007, 14.3.2007, 17.4.2007, 15.5.2007, 19.6. 2007, 3.7.2007, 23.10.2007, 20.11.2007,11.12.2007, Β. Σύνταξη και κατάθεση εφέσεων : υπ' αριθ :. 1) από 9.6.2006 έφεση με αριθμό κατάθεσης 23/13.6.2006, 2) από 14.12.2007 έφεση με αριθμό κατάθεσης 32/14.12.2007, 3) από 14.12.2007 έφεση με αριθμό κατάθεσης 31/14.12.2007, 4) από 14.12.2007 έφεση με αριθμό κατάθεσης 39/17.12.2007, 5) από 14.12.2007 έφεση με αριθμό κατάθεσης 38/17.12.2007, Γ.

Σύνταξη γνωμοδοτήσεων : υπ' αριθ. 1 έως και 19, ως και η υπ' αριθ. 27 γνωμοδότηση- εισήγηση, Δ. Έλεγχοι τίτλων : τον από 16.19.2007 έλεγχο τίτλων, Ε. Κατάθεση μηνύσεων: υπ' αριθ. 1 έως και 4, οι ανωτέρω αιτούμενες για τις υποθέσεις αυτές ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα των Δικηγόρων, γιατί από το τέλος του έτους κατά το οποίο διενεργήθηκε εκάστη σχετική πράξη ανά υπόθεση και, σε κάθε περίπτωση, από το τέλος του έτους 2006 και 2007, παρήλθε πενταετία ήδη πριν ασκηθεί, κατά την 11.7.2013 (χρόνος επίδοσης), η αγωγή του (ενάγοντος).

Ότι, ο ενάγων ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, προς απόκρουση της προβληθείσας ένστασης παραγραφής, ότι οι επίδικες αξιώσεις του ως προς τα προαναφερόμενα επί μέρους κονδύλια, δεν έχουν παραγραφεί, γιατί το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ τις έχει αναγνωρίσει και συνεπώς, κατ' άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή έχει διακοπεί. Ότι, ο ως άνω ισχυρισμός, νομίμως επαναφερθείς στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η εμφάνιση και η προσαγωγή του από 18.7.2008 πίνακα αμοιβής του στο Υποκατάστημα Αγρινίου αλλά και η επιστροφή από την Αθήνα του διορθωμένου πίνακα και η εντολή πληρωμής του εγκριθέντος ποσού εκ του πίνακα, για το οποίο ποσό εκδόθηκε από τον ίδιο (ενάγοντα) η με αριθ. 1294/9-9-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, οπότε έκτοτε το εναγόμενο αναγνώρισε κατά τον άνω ισχυρισμό του ενάγοντος την επίδικη οφειλή του προς τον ενάγοντα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εναγόμενο αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι οφείλει τα ένδικα ποσά και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την σχετική περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι η ως άνω αγωγή είναι παραγεγραμμένη ως προς τα προαναφερόμενα επί μέρους ανωτέρω κονδύλια και δέχτηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 3.342,07 ευρώ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Ακολούθως, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η προσαγωγή του από 18.7.2008 πίνακα αμοιβής του ενάγοντος στο Υποκατάστημα Αγρινίου και η επιστροφή του από την Αθήνα διορθωμένου και η εντολή πληρωμής του εγκριθέντος ποσού της αμοιβής του αφορά την αναγνώριση του εγκριθέντος ποσού και δεν μαρτυρεί ότι το εναγόμενο με την ενέργειά του αυτή αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι οφείλει τα ένδικα ποσά, ώστε να μην τίθεται θέμα έναρξης της παραγραφής από το παραπάνω χρονικό σημείο για ολόκληρο το ποσό της αμοιβής, ορθώς ερμήνευσε την προρρηθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, της οποίας, υπό τα αποδειχθέντα ως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Και τούτο διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες "η εμφάνιση και η προσαγωγή του από 18.7.2008 πίνακα αμοιβής του στο Υποκατάστημα Αγρινίου αλλά και η επιστροφή από την Αθήνα του διορθωμένου πίνακα και η εντολή πληρωμής του εγκριθέντος ποσού εκ του πίνακα για το οποίο ποσό εκδόθηκε από τον ίδιο (ενάγοντα) η με αριθ. 1294/9-9-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, οπότε έκτοτε το εναγόμενο αναγνώρισε κατά τον άνω ισχυρισμό του ενάγοντος την επίδικη οφειλή του προς τον ενάγοντα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το εναγόμενο αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ότι οφείλει τα ένδικα ποσά" οδηγούν στην μη ύπαρξη συμπεριφοράς, με την οποία εκφράζεται σαφώς η πεποίθηση του εναγομένου για την ύπαρξη της υποχρεώσεώς του και της αντίστοιχης αξίωσης του ενάγοντος και δεν μαρτυρεί ότι το εναγόμενο, προβαίνοντας στην εκκαθάριση του πίνακα αμοιβής του (ενάγοντος), αναγνώρισε ανεπιφύλακτα την ύπαρξη των αγωγικών του αξιώσεων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και δη ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με αναγνώριση αυτών από το υπόχρεο εναγόμενο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, και το δεύτερο λόγο αυτής, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και δη ότι το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των άρθρων 251, 252 και 261 ΑΚ, απορρίπτοντας την αντένσταση περί διακοπής της πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για αμοιβή από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες των ετών 2006 και 2007.

Οι ως άνω λόγοι, είναι αβάσιμοι, διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε τον χρόνο έναρξης της πενταετούς παραγραφής με βάση το άρθρο 190 του Κώδικα των Δικηγόρων και δη ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων, γιατί από το τέλος του έτους κατά το οποίο διενεργήθηκε εκάστη σχετική πράξη ανά υπόθεση και, σε κάθε περίπτωση, από το τέλος του έτους 2006 και 2007, παρήλθε πενταετία ήδη πριν ασκηθεί κατά την 11.7.2013 (χρόνος επίδοσης) η από 25.5.2013 (αριθ.

κατάθ. 183/2.6.2013) αγωγή του ενάγοντος, η οποία απορρίφθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως αόριστη με την υπ' αριθ. 582/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και στη συνέχεια ασκήθηκε εντός εξαμήνου η υπό κρίση αγωγή.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 260 ΑΚ, λόγω μη εφαρμογής, κατά την ερμηνεία της, των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα διότι απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης από τον αντίδικο του των αξιώσεών του παρά το γεγονός ότι του απέστειλε διορθωμένο τον ως άνω πίνακα αμοιβής του.

Ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομολογιακά δεδομένα που προσήγαγε ενώπιόν του, τα οποία και καταδεικνύουν την επαναλαμβανόμενη και πάγια τακτική του ΙΚΑ- TEAM να επιστρέφει τους πίνακες αμοιβής των συνεργαζομένων δικηγόρων του διορθωμένους και προτείνοντας μικρότερο ποσό πάντα ως οφειλόμενο, τακτική την οποία ακολουθούσε σχεδόν σε κάθε περίπτωση και αυτό όχι γιατί δεν αναγνώριζε τις οφειλές του αλλά γιατί δολίως ήθελε να πλουτίσει εις βάρος αυτού (ενάγοντος) και των συναδέλφων του, παρασύροντάς τους σε δικαστικές διαμάχες προκειμένου να αναζητήσουν τα δεδουλευμένα τους.

Ότι, πρόκειται για μία πρακτική, η οποία δεν αποδεικνύει την αναγνώριση ή όχι των αξιώσεων των νομικών συνεργατών του, καθώς είναι μία τακτική που ακολουθεί σε κάθε περίπτωση. Ότι αν γίνει δεκτή η παραδοχή αυτή του Εφετείου, τότε κάθε απαίτηση των συνεργαζόμενων με το Ίδρυμα Δικηγόρων για καταβολή της νόμιμης αμοιβής τους τίθεται εν αμφιβόλω.

Ότι, η αποδοχή από το ΙΚΑ μέρους μόνο του ποσού που αιτείται κάθε πληρεξούσιος δικηγόρος του, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνιστά ενδεικτικό στοιχείο του ότι αυτό και μόνο αναγνωρίζει ως νόμιμη αμοιβή. Ότι, η αναγνώριση της αξίωσης συνιστά αόριστη νομική έννοια και επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών, αναλόγως των περιστατικών κατά περίπτωση, ότι αν οι ενέργειες του εναγομένου ήταν μεμονωμένο περιστατικό, που αφορούσε μόνο την μεταξύ τους σχέση δεν θα γινόταν λόγος για λανθασμένη ερμηνεία της έννοιας αναγνώρισης χρέους και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτή, και ότι, τέλος, το ΙΚΑ- TEAM έπραττε και εξακολουθεί να πράττει κατ' αυτό τον τρόπο με την πλειοψηφία των συνεργαζομένων δικηγόρων, καθιστώντας επισφαλή την ερμηνεία της συμπεριφοράς του ως αναγνώριση ή όχι των αξιώσεων.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται πρωτίστως στο αναιρετήριο ποια τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 260 ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτής, καθώς και ο τρόπος, κατά τον οποίον αυτά παραβιάστηκαν.

Τα παραπάνω αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, για την επαναλαμβανόμενη και πάγια τακτική του αναιρεσιβλήτου να επιστρέφει τους πίνακες αμοιβής των συνεργαζομένων δικηγόρων του διορθωμένους και να προτείνει ως αμοιβή μικρότερα ποσά ως οφειλόμενα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως αυτά περιγράφηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, ούτε μπορούν να συντελέσουν στην ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 260 ΑΚ περί αναγνώρισης εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με την εκκαθάριση του προσκομισθέντος ως άνω πίνακα αμοιβών του τελευταίου, έτσι ώστε να επέλθει διακοπή της παραγραφής αυτών.

4. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 677 επ., 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016- άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015) προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από τις αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016).

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών από τις αμοιβές για την παροχή εργασίας πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, Α.Π.105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 493/2020, Α.Π. 201/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 5 του 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, τον οποίον πρόβαλε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ότι η προσαγωγή του ως άνω πίνακα αμοιβής για τις πραγματοποιηθείσες εργασίες του ενώπιον του Υποκαταστήματος Αγρινίου του εναγομένου συνιστά όχληση και επέχει θέση αίτησης για πληρωμή, που διακόπτει την παραγραφή, κατ' άρθρο 95 του Ν.Δ. 321/1969.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από τις αμοιβές για την παροχή εργασίας, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού του (αντένσταση διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρ. 95 του Ν.Δ. 321/1969) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με συνοπτική έκθεση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικών ή ότι ο ως άνω ισχυρισμός περιείχετο στις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, των προτάσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της προσθήκης αντίκρουσης αυτού προκύπτει ότι, τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, παρά μόνο η αντένσταση του άρθρου 260 ΑΚ.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου, το οποίο κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.6.2019 και αριθ. κατάθ. 55/10.7.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ