396/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated396/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 23.6.2015 και αριθμό καταθέσεως 31/2015 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλεται η με αριθμό 39/2015 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στ. Ελλάδος με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 97/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσσολογγίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 396 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 396/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Λειβιδιώτου - Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκε η 31/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη προς εκδίκαση της αγωγής, όσον αφορά τον ήδη αναιρεσίβλητο και παρέπεμψε την αγωγή, ως προς αυτόν, για εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 25-9-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αριθμό 31/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23.6.2015 και αριθμό καταθέσεως 31/2015 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλεται η με αριθμό 39/2015 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στ. Ελλάδος με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση που είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 97/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσσολογγίου.
Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η με αριθμ. καταθ. ΤΜ 46/2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής σε αυτόν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο του σ` αυτήν αναφερομένου χρηματικού ποσού, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφελείας για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση του (αναιρεσιβλήτου), της οποίας είχε πλήρως συντελεσθεί η απαλλοτρίωση πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (δημοσ. 19-12-2001).
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 706/2017, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 473/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη 39/2015 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 31/2010 αποφάσεως και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 1075698/5164/0010/25-7-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο οικείο ΦΕΚ (Τεύχος Δ' αριθ. 704/8-8-1997) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια (κατασκευή Ε.Ο.
Αντιρρίου-Ιωαννίνων) στο τμήμα ευρεία παράκαμψη Αγρινίου, υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών μία συνολική έκταση 414.648,23 μ2, που βρίσκεται στην περιφέρεια Αιτωλικού. Η απαλλοτριωθείσα έκταση αρχικά απεικονίστηκε στα από μηνός Μαρτίου 1997 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Δ.
Τ. και θεώρησε την 29.5.1997 ο διευθυντής Κ. Δ., μετέπειτα δε συμπληρώθηκε από τον από μηνός Σεπτεμβρίου 1998 κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός Σ. Κ., καθώς και τα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα που θεώρησε την 5.11.1998 ο Προϊστάμενος της Τ.Υ.Δ.Κ. Νομαρχίας Αιτωλ/νίας Κ. Μ. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στους οικισμούς ...
του Δήμου Αιτωλικού και χαρακτηρίσθηκαν άλλα ως οικόπεδα και άλλα ως αγροί. Με την υπ' αριθ. 124/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ο ενάγων αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης για απαλλοτριωθέντα ακίνητά του, η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των οποίων καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 441/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Συγκεκριμένα ο ενάγων αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης των κάτωθι περιγραφομένων ακινήτων: α) του αριθ. ... κτηματοτεμαχίου, έκτασης 2.859,06 τ.μ. οριστικής τιμής 12.000 δραχμών ή 35,21 €/μ2, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.767,87 μ2 αξίας 62.246,70 €, β) του με αριθμ. ...' κτηματοτεμαχίου, έκτασης 3.578,52 μ2, με οριστική τομή μονάδος 6.000 δρχ ή 17,60 €/μ2 και υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.418,77 τ.μ.
αξίας 24.981,70 €, γ) των αριθ. 123, 151, 159, 161 και 168 κτηματοτεμαχίων συνολικής έκτασης 12.259,46 τ.μ., οριστικής τιμής 3.000 δραχμών ή 8,804 €/μ2. με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 118,00 μ2, 598,46 μ2, 853,99 μ2, 221,97 μ2 και 76,18 μ2, και συνολικά 1.868,60 μ2, αξίας 16.451.15 €, με συνολική υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 103.679,55 € και με υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων 330,64 € και συνολική μη καταβληθείσα αποζημίωση 104.010,19 €.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του οποίου συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση για τμήματα των απαλλοτριούμενων ακινήτων ενώ για τα υπόλοιπα δεν τον αποζημίωσε, διότι τον θεώρησε ως ωφελούμενο παρόδιο ιδιοκτήτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 και προέβη σε συμψηφισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε το ως άνω αναφερόμενο συνολικό ποσό των 103.679,55 ευρώ, επειδή ο ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 330,64 ευρώ, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 104.010,19 €.
Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου τούτου τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων του ενάγοντος δεν ωφελήθηκαν από τη διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού, όπως άλλωστε κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο μάρτυρας του εναγόμενου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, όχι μόνο δεν απέκτησαν πρόσωπο σε αυτή, αλλά βρίσκονται σε μεγάλη υψομετρική διαφορά, 6 έως 8 περίπου μέτρων σε σχέση με το υπό κατασκευή έργο, οι εν λόγω ιδιοκτησίες δεν επικοινωνούν άμεσα με την οδό, αλλά μέσω κόμβων που βρίσκονται σε απόσταση 700 έως 1.000 μέτρων.
Επιπλέον τα ακίνητα του ενάγοντος δεν αποκτούν κατά τρόπο άμεσο πρόσωπο επί της οδού, καθόσον στο συγκεκριμένο τμήμα η οδός είναι υπερυψωμένη με πρανή αναχώματα, επιπλέον δε έχουν απολέσει και τον ηλιασμό τους, κατάσταση που επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο λόγω της εκπομπής ρύπων και της παραγόμενης ηχορύπανσης από τα διερχόμενα οχήματα, τα οποία υποβαθμίζουν τους όρους διαβίωσης στην ευρύτερη περιοχή, όπου βρίσκονται τα ακίνητα.
Η οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας και κλειστή, αφού δεν επιτρέπεται η επικοινωνία με τα ακίνητα που βρίσκονται ένθεν και ένθεν αυτής, η δε προσπέλασή της γίνεται με ειδικές περίπλοκες κυκλοφοριακές συνδέσεις. Επί πλέον τα ακίνητα υφίστανται ζημία, επειδή συνεχώς είναι εκτεθειμένα στις άσχημες για το περιβάλλον συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την κατασκευή του δρόμου, υπερβολικό θόρυβο, μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια που καθιστά ακόμη και τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται ακατάλληλα.
Επομένως, ο ιδιοκτήτης τους δεν έχει υποχρέωση να συμμετάσχει στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, αλλά πρέπει να αποζημιωθεί πλήρως από το εναγόμενο, με βάση την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης που ορίστηκε από το Εφετείο Πατρών, η οποία τιμή αναφέρεται στην πραγματική αξία των ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτριώσεως, όπως ορθά έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό του τέταρτου λόγου της έφεσης".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα την ανατροπή του, μαχητού, τεκμηρίου ωφελείας του ιδιοκτήτη των προαναφερόμενων ακινήτων, κρίνοντας, μετά από ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ότι η έλλειψη πρόσβασης όλων των ακινήτων στη διανοιγόμενη οδό, η οποία είναι ταχείας κυκλοφορίας, κλειστή, με μεγάλη, εν σχέσει με αυτά, υψομετρική διαφορά 6 έως 8 μέτρων, αποκλείουν την ωφέλεια των ακινήτων, τα οποία, αντιθέτως, ζημιώνονται με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, λόγω της μεγάλης ηχητικής και χημικής ρύπανσης.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται επαρκούς αιτιολογίας επειδή δεν αναφέρεται: α) η συμβολή του έργου για το οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, και αν το συγκεκριμένο ακίνητο ωφελείται από αυτήν την ανάπτυξη (με συνέπεια την αύξηση της αξίας του) ή όχι, β) ο τρόπος της πρόσβασης του παρόδιου στην Εθνική Οδό, ιδίως σε πόση απόσταση βρίσκεται η πλησιέστερη είσοδος και εάν είχε πριν τη απαλλοτρίωση πρόσβαση το ακίνητο στο προϋφιστάμενο εθνικό οδικό δίκτυο, γ) ποιά ήταν, πριν τη διάνοιξη της οδού, η χρήση του ακινήτου, δ) οι επιπτώσεις και ο βαθμός της έντασής τους στην υφιστάμενη χρήση του ακινήτου και ε) εάν είναι δυνατές νέες χρήσεις του ακινήτου, είναι απαράδεκτες, αφενός διότι ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αυτών από το Εφετείο, καθώς και ως προς τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προπαρατιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, και αφετέρου διότι με αυτές, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εξάλλου οι περαιτέρω αιτιάσεις σχετικά με το ότι δεν περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης πριν από την απαλλοτρίωση η, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων και τα γεωμετρικά στοιχεία εκάστου ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση (εμβαδό, πρόσωπο επί της Εθνικής Οδού, βάθος), είναι αβάσιμες ενόψει της κρίσης του Εφετείου ότι ελλείπει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση του ακινήτου προσώπου επί της διανοιγείσας οδού, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (ΑΠ 455/2016, ΑΠ 653/2014), δεδομένου ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ν. 2971/2001 (ΑΠ 62/2017).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. πρέπει, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 653/ 1997, 33 παρ. 1, 37 ν. 2971/2001 και 10 παρ. 1 ν. 2882/2001 προκύπτει ότι, η αξίωση του παρόδιου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ' αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου, τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηριζόμενη σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ υπόκειται όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 ν. 2362/95 αλλά στην οριζομένη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 ν. 2882/2001, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ. 4 ν. 4070/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρ. 146 παρ. 7 ν. 4070/2012 και για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος αυτού απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, δεκαετή (παραγραφή), η οποία αρχίζει από την κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ή από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως (ΑΠ 198/2017, ΑΠ 197/2012, ΑΠ 631/2017, ΑΠ 792/2010) και διακόπτεται, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 ν. 2882/2001, με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν είτε σε δικαστική ή διοικητική αναγνώριση είτε στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης είτε, τέλος στον οριστικό προσδιορισμό αυτής (ΑΠ 816/2018, ΑΠ 601/2018).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 10 ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 ν. 4070/ 2012, και 90 ν. 2362/95 η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων νομίμως προταθείσα απ' αυτό (αναιρεσείον) ένσταση παραγραφής της ασκουμένης αγωγικής αξιώσεως των τελευταίων, υπό την επίκληση παρόδου της προβλεπομένης από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 ν. 2362/1995 πενταετίας από την κατ' έτος 1998 (31.12.1998) συντέλεση της απαλλοτρίωσης μέχρι και την έγερση της ενδίκου αγωγής (1.4.2008), δεχθείσα, εσφαλμένως κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, αφενός ότι η ένδικη αγωγική αξίωση υπάγεται, όχι στην επικαλουμένη απ' αυτό πενταετή παραγραφή αλλά, στην προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 126 παρ. 4 ν. 4070/12, δεκαετή (παραγραφή).
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι α) η ένδικη αγωγική αξίωση δεν υπάγεται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 ν. 2362/95, όπως εσφαλμένως επικαλείται το αναιρεσείον, αλλά στη δεκαετή του άρθρου 10 ν. 2882/2001 όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και β) δεν παρήλθε η δεκαετής προθεσμία, καθώς από την 31.12.1998 που είναι το ορθό εναρκτήριο χρονικό σημείο της δεκαετούς παραγραφής και όχι από την 30.1.1998, όπως από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλομένη, την οποία (παραδρομή) με ειδικό σχόλιο στην ένδικη αναίρεση επισημαίνει το αναιρεσείον, αποδεχόμενο ως αφετηρία της παραγραφής την 31.12.1998, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής την 1.4.2008, δεν έχει παρέλθει δεκαετία.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β'/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2015 (με αριθμ. καταθ. 31/2015) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 39/2015 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ