Legislator Case Law & Legislation
396/2018 AI generated

396/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

396/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π.31/2009).

Keywords

AI generated
standing of heirs survivor benefits family assets legacy of property of another estate of deceased running of the household
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Σ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Δ. χας Ε. Θ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως ασκούσα την γονική των ανηλίκων τέκνων της 2α Ε. Θ. του Ε. και 2β Χ. Θ. του Ε., κατοίκων ..., 3)Α. Θ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μεντή.

Των αναιρεσίβλητων:1) Κ. χας Γ. Θ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2)Μ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Κ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Γώγο. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι η 1η των αναιρεσειουσών απεβίωσε στις 6-8-2014 όπως προκύπτει και από την με αριθμό …/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των αναιρεσειόντων: 1)Α. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 2)Α. συζ. Ε. Γ. το γένος Ε. Θ., κατοίκου ..., 3)Μ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Κωνσταντίνα Φιλοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 102/2014 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2015 αίτησή τους. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 27-12-2017 παρέμβασή τους ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 20-9-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ' άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ., κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π.31/2009).

Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.102/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία ασκήθηκε στις 12-6-2015, απευθύνεται και κατά της Κ. χήρας Γ. Θ., αντίδικης των αναιρεσειόντων (εναγομένων), η οποία, όπως οι τελευταίοι αναφέρουν, είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείοντες γνώριζαν τον κατά την 6-8-2014 επισυμβάντα θάνατο της ως άνω αντίδικής τους, αφού στην πρώτη σελίδα του αναιρετηρίου αναφέρουν ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Κ. χήρα Γ. Θ. (της οποίας μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι ως φυσικά τέκνα της, που αποδέχθηκαν την κληρονομία της με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ.

…/3-10-2016 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Π.) απεβίωσε μετά την έκδοση της πληττόμενης απόφασης. Ο θάνατος της τελευταίας και η συγγενική σχέση, που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή της αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων έγγραφα και συγκεκριμένα από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το με αριθμ.

πρωτ. …/16-1-2015 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου … και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι άκυρη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. - Κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ., αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.

Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι παραδεκτή στην κατ' αναίρεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση, απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την άσκηση αυτής είναι η ύπαρξη στον παρεμβαίνοντα τρίτο άμεσου (ειδικού) έννομου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 εδ.β'ΚΠολΔ.

Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως αυτά, είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (Ολ.Α.Π.28/2007).

Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του και η απόφαση να έχει σε βάρος του τις πιο πάνω δυσμενείς συνέπειες, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της.

Ακόμη, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης και να μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου (Ολ.Α.Π.5/2003).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 81 παρ.1 ΚΠολΔ., η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με την επίδοση αντιγράφου αυτής στους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, άσκησαν κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων ενώπιον του δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων - εναγομένων οι:

Α. Θ. του Ε., Α. , Ε. Γ., το γένος Ε. Θ. και Μ. Θ. του Ε., με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του (Αρείου Πάγου) στις 29-12-2017 και επιδόθηκε στους πιο πάνω διαδίκους. Για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός τους επικαλέστηκαν ότι στο επίδικο ακίνητο, συγκύριος, σε ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου, ήταν και ο πατέρας τους Ε.

Θ. ή Θ. του Α., που απεβίωσε το έτος 1996, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ότι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά το χρόνο του θανάτου του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, στην οποία ανήκει και το ανωτέρω ποσοστό επί του επίδικου ακινήτου, είναι αυτοί, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, ότι από το 1955 αρχικά ο πατέρας τους και μέχρι το χρόνο του θανάτου του και κατόπιν αυτοί νέμοντο συνεχώς αυτό καλόπιστα με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις εμφανείς πράξεις νομής και κατοχής σύμφωνα με τον προορισμό του και ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωριστούν αμετάκλητα συγκύριοι αυτού κινδυνεύει να προσβληθεί το εμπράγματο και κληρονομικό δικαίωμά τους ως συγκληρονόμων και συγκυρίων του επιδίκου και το συμφέρον τους.

Τα περιστατικά όμως αυτά δε συγκροτούν την έννοια του έννομου συμφέροντος των προσθέτως παρεμβαινόντων προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής τους, όπως αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού η έκβαση της προκείμενης δίκης, στην οποία παρεμβαίνουν, δεν θίγει από την άποψη του πραγματικού και του νομικού ζητήματος τα επικαλούμενα έννομα συμφέροντά τους, τα οποία δε συνδέονται με το αποτέλεσμα αυτής, ούτε επηρεάζονται απ' αυτό, καθόσον η ισχύς της πληττόμενης απόφασης δεν εκτείνεται στις έννομες σχέσεις των προσθέτως παρεμβαινόντων προς το επίδικο ακίνητο.

Συνεπώς, πρέπει η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων, διότι οι καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίοι δεν υπέβαλαν ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της πρόσθετης παρέμβασης, δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερη δικαστική δαπάνη.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του Α.Κ., προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών ή ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό (Α.Π.383/2014).

Περαιτέρω, επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση (άρθρο 1033 Α.Κ.), ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή να αναφέρει στην αγωγή το μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο και τη μεταγραφή του, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του επιδίκου (Α.Π.1349/2015).

Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να ισχυρισθεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχό του και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (Α.Π.78/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτο με ή χωρίς αντάλλαγμα, και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της κλπ (Α.Π.847/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 983 επ. και 994 Α.Κ., οι οποίες, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει επ' ονόματι και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό ολόκληρο τούτο (Ολ.

Α.Π.485/1982). Όμως, τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν το φερόμενο ως κοινό πράγμα δεν εντάσσεται στα αντικείμενα της κληρονομίας και ο τρίτος δεν αντιποιείται τη νομή αλλά την αποκτά παραγώγως ή πρωτοτύπως, αφού, στην εν λόγω περίπτωση, αυτός δεν χρησιδεσπόζει, αντιποιούμενος τη νομή των λοιπών συγκληρονόμων-συννομέων, αλλ' ως αποκτήσας ο ίδιος το δικαίωμα της νομής εφ' ολοκλήρου του πράγματος (Α.Π.1171/2012).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 12-13/1995, Ολ. Α.Π. 24/1992). Όμως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 304/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εντός ίου ΔΔ … του Δήμου …, εμφαίνονται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Β. με τα στοιχεία … και … και με τους αριθμούς αντίστοιχα ... και ..., και …, εκ των οποίων: α) Το υπό στοιχείο … ακίνητο έχει εμβαδόν 468,78 τ.μ. και συνορεύει Ανατολικά εν μέρει με κοινόχρηστη λωρίδα γης, που εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία …, εν μέρει με το ακίνητο … και εν μέρει μ ε την εντός του τελευταίου αυτού ακίνητου (…) υπάρχουσα διώροφη οικία, Βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ., Δυτικά με δημοτικό δρόμο (σοκάκι) και Νότια με την … ιδιοκτησία.

Εντός του ακινήτου αυτού υπάρχει λιθόκτιστη παλαιά ανώγεια οικία, που περιλαμβάνει υπερυψωμένη ισόγεια οικία, επιφάνειας 53,64 τ.μ., αποτελούμενης από δύο δωμάτια και λουτρό και υπόγεια αποθήκη (κατώγι), επιφάνειας 51,33 τ.μ., αποτελούμενης από έναν ενιαίο αποθηκευτικό χώρο. β) Το υπό στοιχείο … ακίνητο έχει εμβαδόν 621,74 τ .μ .

και συνορεύει Βόρεια εν μέρει με το παραπάνω … ακίνητο και εν μέρει με την προαναφερόμενη … εδαφική λωρίδα, Δυτικά εν μέρει με το … ακίνητο και εν μέρει με δημοτικό δρόμο (σοκάκι) και Νότια - Νοτιοανατολικά με δημοτικό δρόμο. Εντός του ακινήτου αυτού υπάρχει λιθόκτιστη διώροφη οικία, που αποτελείται από ισόγειο, επιφάνειας 72 τ.μ.

και από πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 72 τ.μ.. γ) Η προαναφερόμενη … εδαφική λωρίδα, εμβαδού 29,22 τ.μ., συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ., Βορειοανατολικά με δημοτική οδό, Δυτικά με το παραπάνω … ακίνητο και Νότια - Νοτιοανατολικά με το παραπάνω … ακίνητο. Με το …/1919 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο Α.

Θ. ή Α. του Χ., πώλησε και παρέδωσε στον Γ. Θ. ή Α. του Χ. (γνωστό και ως Μ.) "...το ήμισυ μιας εντός του χωρίου … κειμένης πετροκτίστου διωρόφου οικίας μετά του υπ' αυτήν εδάφους μετά του ημίσεος της αυλής και του συνεχομένου ποτιστικού γιουρτίου και των εν αυτώ κλαρικών και κλημάτων ήτοι την νέαν οικίαν προς το δυτικόν εφ' ο κείται το ήμισυ προαύλιον και ήμισυ γιούρτιον συνορευομένην γύρωθεν με το έτερον ήμισυ μερίδιον της Μ.

συζύγου Α. Θ. ή Α. και γιούρτια Ν. Α. Ρ. και Ν. Κ. και ρεύμα..". Από την ανωτέρω περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτει ότι πρόκειται περί του παραπάνω … ακινήτου, ενώ το "έτερον ήμισυ μερίδιον της Μ. συζύγου Α. Θ." είναι το παραπάνω … ακίνητο, όπως άλλωστε συνομολογούν οι διάδικοι. Από την ανωτέρω περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτει ότι οι δύο οικίες που υπάρχουν εντός των … και … ακινήτων ήταν διακριτές και όχι μια ενιαία οικία, ανήκουσες η μεν πωληθείσα (δυτική) στον ανωτέρω πωλητή, η δε άλλη (ανατολική) στην σύζυγο του Μ., ενώ αν ήταν μία ενιαία οικία με συγκυρίους τον πωλητή και τη σύζυγο του, τότε θα φερόταν και αυτή ως πωλήτρια στο παραπάνω συμβόλαιο.

Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι δύο οικίες, όπως εκθέτουν οι εναγόμενοι στις έγραφες προτάσεις τους της παρούσας δίκης (σελ. 66) είχαν χωριστές εισόδους, η μία από την ανατολή και την άλλη από τη δύση. Ο παραπάνω αγοραστής Γ. Θ. ή Α. με τη σύζυγό του Α., οι οποίοι ήταν άτεκνοι, κατοικούσαν στην παραπάνω αγορασθείσα οικία μέχρι το θάνατο τους τα έτη 1955 και 1964 αντίστοιχα, ενώ στην εντός του ...

ακινήτου οικία κατοικούσε η M. συζ Α. Θ. με τα τέκνα της Γ. (σύζυγο και πατέρα των εναγόντων), Χ. (πατέρα των εναγομένων), Ε., Ε., Ν. και Β.. Ο Γ. Θ. του A., σύζυγος και πατέρας των εναγόντων, από το έτος 1950 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, ο δε Χ. Θ., πατέρας των εναγομένων, με τη σύζυγο του Π. και τα τέκνα τους διέμεναν στην ανατολική οικία μαζί με τη μητέρα του Μ.

και την ανύπαντρη αδελφή του Ε.. Το γεγονός ότι ο Χ. δεν διέμενε στην δυτική οικία προκύπτει από το ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς του, στην οικία αυτή πήγαιναν όλα τα αδέλφια με τα παιδιά τους, ενώ κλειδιά της οικίας αυτής είχε και ο πατέρας των εναγόντων και ο πατέρας των εναγομένων. Όμως, αν η δυτική οικία αποτελούσε την οικογενειακή στέγη του Χ., κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν θα είχε κλειδιά αυτής ο πατέρας των εναγόντων, αφού αυτός θα διέμενε εκεί ως φιλοξενούμενος, Η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα, και αυτές των μαρτύρων των εναγομένων που περιέχονται στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο πατέρας των εναγομένων έμενε στην ίδια οικία με τους άτεκνους θείους του, οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ότι όλοι οι μάρτυρες αυτοί (και οι εναγόμενοι) θεωρούν τις δύο οικίες (δυτική και ανατολική ) ως μία ενιαία οικία, γεγονός όμως που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είναι αληθές, προκύπτει δε τούτο και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδειξης, σύμφωνα με την οποία το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι κοινό στις δύο οικίες.

Αποδεικνύεται όμως περίτρανα τόσο το μη ενιαίο των δύο οικιών, όσο και η διαμονή του πατέρα των εναγομένων στην Ανατολική οικία, μαζί με την μητέρα του Μ., από το ότι με την …/28-11-1967 απόφαση της τ. Νομαρχίας … "κρίθηκε δικαιούχος στεγαστικού δανείου ως σεισμόπληκτος η Μ. Θ. χα του Α. από την … με μέλη οικογενείας τον υιόν της Χ., την νύφη της Π.

και τα εγγόνια της Α., Ε. και Σ." (βλ. την …/24-1-1981 απόφαση του Νομάρχη …) . Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι σεισμόπληκτη κρίθηκε η ανατολική οικία ιδιοκτησίας της Μ. χας Α. Θ., στην οποία κατοικούσαν και οι εναγόμενοι, με τους γονείς τους, γι' αυτό και αναφέρονται ως μέλη της οικογενείας της Μ. και όχι και η δυτική οικία, αφού σ' αυτή την περίπτωση ως συνδικαιούχος του στεγαστικού δανείου θα φέρονταν και ο Γ.

Θ. ή Α. με μέλη οικογενείας τη σύζυγο του και τους εναγόμενους με τους γονείς τους. Εξάλλου και ο μάρτυρας απόδειξης, πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε ότι γνωρίζει τις δυο οικίες από το 1975 ή 1976 που πήγε πρώτη φορά και ότι αυτές είναι ξεχωριστές και ανάμεσα τους υπάρχει υψομετρική διαφορά. Τέλος οι ίδιοι οι εναγόμενοι στις έγγραφες προτάσεις τους δέχονται (σελ. 19) ότι η γιαγιά τους Μ.

Θ. "συζούσε στο ίδιο σεισμόπληκτο τότε σπίτι με τον υιό της και πατέρα μας Χ. και τη νύφη της και μητέρα μας (δικαιοπάροχο μας) Π. και εμάς" και ότι (σελ. 66) "στο μισό αυτό σπίτι το δυτικό έμενε το πιο πάνω ανδρόγυνο Α. ....και στο άλλο μισό το ανατολικό οι γονείς μας που ζούσαν στην … ...... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Γ.

Θ. (σύζυγος και πατέρας των εναγόντων) ζήτησε και πέτυχε πριν από το έτος 1970, ήτοι πριν από το θάνατο του πατέρα των εναγομένων, ο οποίος έγινε στις 5-7-1970, την υδροδότηση της επίδικης δυτικής οικίας από το κεντρικό δίκτυο ύδρευσης της τ. κοινότητας και ήδη ΔΔ … του Δήμου … και η παροχή αυτή υφίσταται μέχρι σήμερα (βλ.

την …/2006 βεβαίωση του Δημάρχου του Δήμου …), ενώ τα σχετικά τέλη ύδρευσης και άρδευσης πλήρωνε μέχρι τουλάχιστον και το έτος 1999 ο Γ. Θ. (βλ. το …/11-10-1999 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ …). Επίσης το έτος 1971 ο ίδιος (Γ. Θ.) φρόντισε για την ηλεκτροδότηση της ίδιας οικίας (βλ. την …/9-11-2006 βεβαίωση της ΔΕΗ), ενώ έκτοτε και μέχρι τουλάχιστον το έτος 2009 οι σχετικοί λογαριασμοί εκδίδονταν στο όνομά του και πληρώνονταν από αυτόν και μετά το θάνατο του από τους ενάγοντες (βλ.

σχετικούς λογαριασμούς για περίοδο κατανάλωσης 26-6-2000 έως 22-8-2000 και 25-8- 2008 έως 21-12-2008). Ακολούθως πέτυχε την έκδοση της …/16-8-1974 οικοδομικής άδειας, δυνάμει της οποίας προέβη σε επισκευή μιας πλευράς του ανωγείου της επίδικης δυτικής οικίας, άλλαξε τη σκεπή, κατασκεύασε τουαλέτα, αρμολόγησε τους τοίχους, άλλαξε τα κουφώματα, σοβάτισε τους εσωτερικούς τοίχους και γενικά ανακαίνισε την οικία αυτή, έστρωσε με πλάκες και τσιμέντο το μεγαλύτερο τμήμα της αυλής, περιέφραξε τον κήπο με νέο φράκτη κλπ, καταβαλών και τις σχετικές δαπάνες.

Τις ενέργειες αυτές δεν αρνούνται οι εναγόμενοι, ισχυρίζονται όμως ότι ο Γ. Θ. προέβη σ' αυτές για λογαριασμό της μητέρας τους και των ίδιων, λόγω της ανηλικότητάς τους και προς βοήθειά τους μετά το θάνατο του πατέρα τους, επικαλούμενοι για την απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις απ' αυτούς προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην υδροδότηση της εν λόγω δυτικής οικίας ο Γ. Θ. προέβη πριν από το θάνατο του πατέρα των εναγομένων, οι λογαριασμοί ύδρευσης και άρδευσης εκδίδονταν στο όνομά του και πληρώνονταν από τον ίδιο μέχρι τουλάχιστον και το έτος 1999 και οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος εκδίδονταν στο όνομά του και πληρώνονταν, όσο ζούσε, από αυτόν και στη συνέχεια από τους ενάγοντες τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2008, ενώ αν ήταν αληθής ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων, οι λογαριασμοί αυτοί θα είχαν μεταβιβασθεί στο όνομα της μητέρας τους ή των ίδιων και κυρίως οι πληρωμές των λογαριασμών αυτών θα γίνονταν, μετά από εύλογο χρόνο από το θάνατο του συζύγου της, από τη μητέρα τους ή, τουλάχιστον από την ενηλικίωσή τους, από τους ίδιους.

Εξάλλου αν στην παραπάνω ανακαίνιση της οικίας αυτής ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων προέβαινε για λογαριασμό της χήρας του αδελφού του - μητέρας των εναγομένων και των ίδιων, η οικοδομική άδεια θα εκδιδόταν στο όνομα αυτής και ο ίδιος απλώς θα κατέβαλε τις σχετικές δαπάνες, ενώ δεν θα περιοριζόταν μόνο στην ηλεκτροδότηση, υδροδότηση και ανακαίνιση της δυτικής οικίας, αλλά κυρίως θα προέβαινε στις ενέργειες αυτές στην ανατολική οικία, στην οποία και διέμεναν οι εναγόμενοι με τη μητέρα τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ανακαίνισή της (1975 περίπου) στην εν λόγω επίδικη (δυτική) οικία ο Γ. Θ. διέμενε μαζί με την οικογένειά του τους καλοκαιρινού ς μήνες, καθώς και στις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και πολλά Σαββατοκύριακα, ενώ χρησιμοποιούσε την αυλή της οικίας και καλλιεργούσε τον έμπροσθεν αυτής ποτιστικό κήπο (γιούρτι), είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε με τη χρήση τρίτων προσώπων, όπως τούτο αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Α.

Θ., που περιέχεται στην προαναφερόμενη .../2009 ένορκη βεβαίωση, η οποία επιβεβαιώνεται, από το προαναφερόμενο τριπλότυπο της ΔΟΥ …, με το οποίο ο Γ. Θ. πλήρωσε τέλη άρδευσης, στις παραπάνω δε ενέργειες προέβαινε αυτός μέχρι σχεδόν το χρόνο του θανάτου του. Ενόψει όλων αυτών των ενεργειών του τελευταίου επίδικου … ακινήτου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν και ειδικότερα αρχικά από τον πατέρα και μετά το θάνατο του από τη μητέρα των εναγομένων, αλλά και από τους ίδιους, κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι το εν λόγω ακίνητο είχε παραχωρήσει άτυπα σ' αυτόν (σύζυγο και πατέρα τους), όσο ζούσε, ο Γ.

Θ. ή Α. από το έτος 1950, λόγω του ότι έφερε το όνομά του. Για το λόγο αυτό δε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτός (σύζυγος και πατέρας των εναγόντων) κατέβαλε τα έξοδα κηδείας της Α., συζύγου του Γ. Θ. ή Α. (βλ. την από 28-10-1964 απόδειξη του Δ. Β. και την από 28-10-1964 απόδειξη του Ι. Κ. - γραφείο κηδειών που προσκομίζουν οι ενάγοντες) .

Ενόψει της ανωτέρω παραχώρησης του .. ακινήτου ο' αυτόν κρίνεται ότι ο πατέρας των εναγόντων προέβη σε όλες τις παραπάνω ενέργειες επί του ακινήτου αυτού, καθώς και στην παραχώρηση προς τα … της χρήσης της δυτικής οικίας από το έτος 1964 έως το έτος 1970, με διάνοια κυρίου, έχοντας καταστεί με την παρέλευση εικοσαετίας και πλέον κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Αντίθετα δεν (αποδείχθηκε ότι στο παραπάνω … ακίνητο άσκησαν ποτέ πράξεις νομής οι γονείς των εναγομένων, αφού πάντα διέμεναν στην ανατολική παλαιά οικία μέχρι το έτος 1982, και μετά την κατεδάφιση αυτής κα ι ανοικοδόμηση της νέας η μητέρα τούς εξακολούθησε να διαμένει σ' αυτή, ενώ οι εναγόμενοι από το έτος 1981 είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα και ουδεμία πράξη ενήργησαν στο … ακίνητο.

Όπως δε προκύπτει από την από 16-7-1982 σύμβαση ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, που έλαβε η μητέρα των εναγομένων από την … Τράπεζα, για την εξασφάλιση αυτού έδωσε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης τόσο επί του … όσο και επί του … ακινήτου, λαμβανομένων ως ενός ενιαίου ακινήτου, όπως προκύπτει από την περιγραφή των ορίων του, όμως η κυριότητα επί του όλου στηρίχθηκε σε υπεύθυνη δήλωση της μητέρας των εναγομένων και στην …/13-7-1982 σχετική βεβαίωση του προέδρου της Κοινότητας …, η οποία όμως ουδέν αποδεικνύει, αφού ο πρόεδρος της Κοινότητας δεν ήταν αρμόδιος για την έκδοση τέτοιων βεβαιώσεων (για τον ίδιο λόγο ουδέν αποδεικνύουν περί της νομής και κυριότητας των διαδίκων και οι λοιπές προσκομιζόμενες από αυτούς βεβαιώσεις των εκπροσώπων της τ.

Κοινότητας και ήδη ΔΔ …) . Η πράξη όμως αυτή της ενάγουσας (παραχώρηση και του … ακινήτου για εγγραφή υποθήκης) δ εν αποτελεί πράξη νομής, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είχε διάνοια κυρίας, και σε κάθε περίπτωση ήταν μια μεμονωμένη πράξη, η οποία ουδέν δικαίωμα της προσέδωσε επί του … ακινήτου.

Η νομή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στο εν λόγω ακίνητο δεν αναιρείται από το …/14-4-2009 έγγραφο της ΔΕΗ, σύμφωνα με την οποία οι καταναλώσεις ρεύματος στην παροχή του ακινήτου που βρίσκεται στην … και εκδίδονται στο όνομα Θ. Γ. του Α., από 25-12-1996 έως 22-10-2002 είναι ελάχιστες και από 22-10-2002 έως 17-2-2009 είναι μηδενικές, καθόσον ο πατέρας των εναγόντων και οι ίδιοι μετέβαιναν στην επίμαχη οικία τους καλοκαιρινούς μήνες, και στις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα, ενώ και με την παραδοχή ότι από το έτος 2002 αυτοί δεν ξαναπήγαν στην οικία αυτή, δεν καταλύεται η ήδη κτηθείσα κυριότητά τους επ' αυτού.

Σε κάθε περίπτωση από τη βεβαίωση αυτή αποδεικνύεται ότι ούτε οι εναγόμενοι νέμονταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα την επίδικη δυτική οικία, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι άσκησαν ποτέ πράξεις νομής είτε οι γονείς τους, είτε και οι ίδιοι στη συνέχεια, τόσο επί της οικίας αυτής, όσο και επί του υπολοίπου του … ακινήτου (αυλής και κήπου) .

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα η μητέρα των εναγομένων με το .../9-3-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. - Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ…. και α/α ….), μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς αυτούς, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα αυτών, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία, σε ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο με την οικοδομή που υπήρχε σ' αυτό, το οποίο βρισκόταν στην …, είχε έκταση 260 τ.μ., εμφαινόταν στο από 9-6-1983 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Ν.

Μ. και συνόρευε Βόρεια με κτήμα Ι. Κ., Νότια με βατό δρόμο, Ανατολικά με βατό δρόμο και Δυτικά με βατό δρόμο, εντός του οποίου υπήρχε ισόγειο κτίσμα επιφάνειας 52 τ.μ., το οποίο ταυτίζεται με τη δυτική οικία. Ακολούθως μετά τον επισυμβάντα θάνατο της μητέρας των εναγομένων, στις 26-5-1998, οι τελευταίοι με την .../2007 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου νομίμως μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της, η οποία αφορούσε υπόλοιπα τετραγωνικά μέτρα 819,54 από το ίδιο ως άνω οικόπεδο συνολικής έκτασης 1079,54 τ.μ.

Με τις πράξεις αυτές. οι οποίες αποτελούν αμφισβήτηση της κυριότητας των εναγόντων επί του … ακινήτου, οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου αυτού, αφού η δικαιοπάροχος μητέρα τους δεν είχε καταστεί κυρία αυτών, ούτε όμως οι ίδιοι, διότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση πράξεων νομής από αυτούς και μάλιστα από το έτος 1970, όπως ισχυρίζονται.

Συνεπώς εφόσον κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 2004 κύριος του ακινήτου αυτού ήταν ο σύζυγος και πατέρας των εναγόντων, αυτοί, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την .../2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Σ.

Β., και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τ. … και α/α …), απέκτησαν την κυριότητα αυτού". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή τους, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων, που στηριζόταν τόσο στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτών από τους τελευταίους, όσο και στον πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), δικαίωμα που αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσοστά, του με στοιχείο … επίδικου ακινήτου, δεχόμενο ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα επ' αυτού, με τον επικαλούμενο στην αγωγή τους παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (σύζυγος και τέκνα, αντίστοιχα) του αποβιώσαντος, στις 27-4-2004, Γ.

Θ. του Α., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ'αριθμ..../21-9-2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Σ. Β. και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τόμ. … και αριθμ….), ο οποίος από το έτος 1950, που του παραχώρησε άτυπα το επίδικο ο Γ.

Θ. ή Α., αληθής κύριος αυτού από αγορά δυνάμει πωλητήριου συμβολαίου του έτους 1919, ασκούσε αποκλειστικά συνεχώς, με διάνοια κυρίου, στο εν λόγω ακίνητο, μέχρι του, κατά τον ως άνω χρόνο, θανάτου του όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, γενόμενος κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμα κυριότητάς τους σ' αυτό μέχρι το έτος 2007, που οι αναιρεσείοντες με τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειές τους προέβησαν σε αμφισβήτησή του.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 980, 981, 1846, 1884 και 1885 Α.Κ., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, ούτε παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε ως προς την κτήση της συγκυριότητας των εναγόντων επί του με στοιχείο ...

επίδικου ακινήτου (άρθρα 70, 973, 974, 976, 1045, 1094, 1033, 1193 και 1846 Α.Κ.), ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για την κρίση του αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στο θέμα της, κατά τα προαναφερόμενα, ασκήσεως συνεχούς και χωρίς καμία διακοπή νομής για χρησικτησία, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο αφενός ότι οι δύο οικίες που υπάρχουν εντός των με στοιχεία ... και ... επίδικων ακινήτων ήταν διακριτές και όχι μία ενιαία οικία, ανήκουσες η μεν πωληθείσα (...) στον πωλητή Α. Θ. ή Α. του Χ., η δε άλλη (...) στη σύζυγό του Μ. και αφετέρου ως προς τον πρωτότυπο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του με στοιχείο ...

επίδικου ακινήτου από τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, σύζυγο και πατέρα τους αντίστοιχα, ότι απέκτησε την κυριότητά του, νεμηθείς τούτο πλέον των είκοσι ετών από το έτος 1950, που του το παραχώρησε άτυπα ο ως άνω αγοραστής Γ. Θ. ή Α., λόγω του ότι έφερε το όνομά του, μέχρι το θάνατό του που συνέβη το 2004, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει ως κύριος και ότι συνεπώς κατά το χρόνο του θανάτου του (27-4-2004) είχε ήδη γίνει κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Η δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ''ο Γ. Θ., σύζυγος και πατέρας των εναγόντων, από το έτος 1950 είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα'' είναι επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο, άλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διατυπώνεται σαφώς, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Περαιτέρω, η αιτίαση κατά την οποία το Εφετείο παρέβη ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 974 και 975 Α.Κ., γιατί μολονότι δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μητέρα των εναγομένων - αναιρεσειόντων Π. σύζ. Χ. Θ. δυνάμει της από 16-7-1982 σύμβασης ενυπόθηκου δανείου, που έλαβε από την … Τράπεζα, παραχώρησε εμπράγματη υποθήκη για τα δύο ακίνητα με στοιχεία ...

και ..., ακολούθως έκρινε ότι η ενέργεια αυτή δεν συνιστούσε και πράξη νομής, άλλως συνιστούσε μία μεμονωμένη πράξη άνευ αξίας, με αποτέλεσμα την αποδοχή της αγωγής ως προς το ακίνητο με στοιχείο ..., υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτη καθόσον με αυτήν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας του ως άνω επιδίκου από το δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων καθώς και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους ότι δεν απώλεσαν τη νομή αυτού, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.ΠολΔ.).

Η πιο πάνω αιτίαση είναι και αβάσιμη, καθόσον με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πράξη αυτή της μητέρας των εναγομένων (παραχώρηση και του ... ακινήτου για εγγραφή υποθήκης) δεν αποτελεί πράξη νομής, αφού δεν είχε διάνοια κυρίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ορθώς, ότι αποτελούν πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, μόνο οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του και τέτοια δεν είναι η πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση της Π.

συζ. Χ. Θ. προς την … Τράπεζα για τη λήψη στεγαστικού δανείου, που έγινε εν αγνοία του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων προς αντιποίηση της νομής του. Έτσι με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 974, 976, 983 και 984 Α.Κ., που εφάρμοσε και επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα πρέπει να απορριφθούν.

Τέλος, η αιτίαση κατά την οποία το Εφετείο παρέβη εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 1884 και 1885 του Α.Κ., γιατί αφού δέχθηκε ότι το με στοιχείο ... επίδικο ακίνητο αποτέλεσε κληρονομιαία περιουσία και των τέκνων της Μ. συζ. Α. Θ., δέχθηκε την αγωγή, ''χωρίς ωστόσο να παραθέσει το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου, τρόπου γνωστοποίησης της αποκλειστικής νομής διανοία κυρίου του ενός εκ των συγκληρονόμων - δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Γ.

Θ. σε βάρος των υπολοίπων'', είναι απαράδεκτη γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη συγκληρονόμων (μητέρας και αδελφών του Γ. Θ.) επί του επιδίκου, αλλά ότι αυτό δεν είναι αντικείμενο κληρονομίας και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων - αναιρεσίβλητων απέκτησε τη νομή του πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με παράλειψη εφαρμογή και με εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και ο τρίτος λόγος αυτής, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως της κτήσης κυριότητας του επιδίκου από τους τελευταίους με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το μέρος δε που οι ίδιοι λόγοι βάλλουν κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και της αιτιολόγησης του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.)._ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346, 453 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω αποδείξεις, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές (Α.Π.224/2015, Α.Π.102/2010).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα των αναιρεσίβλητων, κατ' αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ., δηλαδή χωρίς νόμιμη επίκληση, ''αφού οι αντίδικοι δεν επανέφεραν δικονομικά ορθά τις προτάσεις των, με τα εν αυταίς έγγραφα και αποδεικτικά μέσα που είχαν καταθέσει πρωτοδίκως, στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, μολαταύτα όμως η πληττομένη έλαβε αυτά υπόψη της'' και δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, καταλήγοντας στην παραδοχή ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστη κύριος του με στοιχείο ...

επίδικου ακινήτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους στο Δικαστήριο της ουσίας με μη ορθό τρόπο και σε τι συνίσταται η έλλειψη της νομιμότητας της προσκόμισης και της επίκλησης, ούτε αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο αυτά τα αποδεικτικά μέσα καθώς και η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 939/2015, Α.Π. 349/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αυτό δέχθηκε ότι : "Με το …/1919 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο Α. Θ. ή Α. του Χ. πώλησε και παρέδωσε στον Γ. Θ. ή Α. του Χ. (γνωστό και ως Μ.) ...το ήμισυ μιας εντός του χωρίου … κειμένης πετροκτίστου διωρόφου οικίας μετά του υπ' αυτήν εδάφους μετά του ημίσεος της αυλής και του συνεχομένου ποτιστικού γιουρτίου και των εν αυτώ κλαρικών και κλημάτων ήτοι την νέαν οικίαν προς το δυτικόν εφ' ο κείται το ήμισυ προαύλιον και ήμισυ γιούρτιον συνορευομένην γύρωθεν με το έτερον ήμισυ μερίδιον της Μ.

συζύγου Α. Θ. ή Α. και γιούρτια Ν. Α. Ρ. και Ν. Κ. και ρεύμα..". Από την ανωτέρω περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτει ότι πρόκειται περί του παραπάνω ... ακινήτου, ενώ το "έτερον ήμισυ μερίδιον της Μ. συζύγου Α. Θ." είναι το παραπάνω ... ακίνητο, όπως άλλωστε συνομολογούν οι διάδικοι. Από την ανωτέρω περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτει ότι οι δύο οικίες που υπάρχουν εντός των ...

και ... ακινήτων ήταν διακριτές και όχι μια ενιαία οικία, ανήκουσες η μεν πωληθείσα (δυτική) στον ανωτέρω πωλητή, η δε άλλη (ανατολική) στην σύζυγο του Μ., ενώ αν ήταν μία ενιαία οικία με συγκυρίους τον πωλητή και τη σύζυγο του, τότε θα φερόταν και αυτή ως πωλήτρια στο παραπάνω συμβόλαιο. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι δύο οικίες, όπως εκθέτουν οι εναγόμενοι στις έγραφες προτάσεις τους της παρούσας δίκης (σελ. 66) είχαν χωριστές εισόδους, η μία από την ανατολή και την άλλη από τη δύση".

Επομένως, ο πέμπτος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο η αιτίαση ότι "χωρίς να προσφύγει ¨ονομαστικά¨ στις ΑΚ 173, 200, προέβη σε ερμηνεία του υπ' αριθμ. .../1919 αρχικού δικαιοπρακτικού συμβολαίου, με βάση στοιχεία εκτός της δικαιοπραξίας, και δέχθηκε, επί ουσιώδους για τη δίκη ζητήματος, ότι το επίδικο ενιαίο ακίνητο χωρίσθηκε με το συμβόλαιο αυτό σε δύο, δυτικό και ανατολικό, τμήματα", παραβιάζοντας, ευθέως και εκ πλαγίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια της λανθασμένης εφαρμογής τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, αν το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη βούληση των δικαιοπρακτούντων στο επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης ως προς την παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ανεξάρτητα, όμως, από την αοριστία του ως άνω λόγου αναίρεσης, αυτός είναι και αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι η επικαλούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από την ανωτέρω περιγραφή του πωληθέντος ακινήτου προκύπτει ότι οι δύο οικίες, που υπάρχουν εντός των ...

και ... ακινήτων, ήταν διακριτές και όχι μία ενιαία οικία, ανήκουσες η μεν πωληθείσα (δυτική) στον πωλητή, η δε άλλη (ανατολική) στη σύζυγό του Μ., δεν ενέχει, έστω και έμμεση, διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή ασάφειας στις περιεχόμενες στο επίμαχο συμβόλαιο δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2015 αίτηση των Σ. Θ. του Χ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 102/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Απορρίπτει την από 27-12-2017 πρόσθετη παρέμβαση των Α. Θ. του Ε. κλπ υπέρ των αναιρεσειόντων.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018 .-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ