Legislator Case Law & Legislation
396/2017 AI generated

396/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 396 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

396/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 396 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
use of mobile phone driving mobile antenna permit misuse of a telecommunications installation airport noise compensation bank charges extortion of excessive official fees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 396/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ο. του Α. και 2) Ν. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός τους ως δικηγόρων και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 μη οριστική και 153/2012 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4627/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2013 αίτησή τους και τους από 11-1-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Οι αυτοπροσώπως παριστάμενοι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 92 παρ.3 και 5 εδ.α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954 και εφαρμόζεται λόγω του εν προκειμένω κρίσιμου χρόνου: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι’ εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Η κατά τ’ ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ.5 εδ.α). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% το αντικειμένου της δίκης. Η συμφωνία όμως αυτή (εργολαβία δίκης) είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Αν δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει τέτοιας συμφωνίας χωρίς τον προαναφερόμενο όρο, είναι μη νόμιμη. Και ναι μεν στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου (92 του κώδικα περί δικηγόρων) γίνεται λόγος περί αναλήψεως υποχρεώσεως προς διεξαγωγή δίκης μέχρι τελεσιδικίας και ελλείψεως δικαιώματος αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαραστάσεως και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου συμφέροντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ίδιου κώδικα αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων εργασιών, ο όρος της συμφωνίας ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής. Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή η αγωγή του δικηγόρου με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής από εργολαβία δίκης ή εξώδικης εργασίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής και τα παραπάνω στοιχεία, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρητά με τον αντισυμβαλλόμενο εντολέα του δικηγόρου ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο τελευταίος δεν θα λάβει αμοιβή και, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ότι αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση ο δικηγόρος θα διεκπεραίωνε επιτυχώς τη δίκη ή την εργασία στην οποία αφορούσε η εντολή, με βέβαιη κατάληξη το ευνοϊκό αποτέλεσμα για τον εντολέα (Α.Π. 1778/2013, Α.Π. 1239/2003). Η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αναβλητικής αίρεσης αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής και άρα πρέπει να εκτίθεται σαφώς στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή αυτή (Α.Π. 1774/2002). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 57 Α.Κ. ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου κώδικα, εκτός αν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος (Α.Π. 1388/2015, 328/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η εναγόμενη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." το Σεπτέμβριο του έτους 1996 ανέθεσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της, στους ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] δικηγόρους και μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την εντολή όπως χειριστούν την υπόθεση που αφορούσε διαφορές αυτής με την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", οι οποίες είχαν ανακύψει στο πλαίσιο της από Απρίλιο του έτους 1994 σύμβασης συνεργασίας μεταξύ των εταιρειών αυτών, για πωλήσεις προϊόντων κινητής τηλεφωνίας του δικτύου gsm της εταιρείας "..." με το διακριτικό τίτλο ..., με την οποία συνδεόταν η δεύτερη ως άνω εταιρεία ... δυνάμει σύμβασης αντιπροσωπείας. Οι διαφορές μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας ... συνίσταντο στην άρνηση της τελευταίας να καταβάλει στην εναγομένη συμφωνημένες αμοιβές της. Συγκεκριμένα η εταιρεία ..., ως αντισυμβαλλόμενη της εναγομένης, από τα μέσα περίπου του έτους 1996 έπαυσε να καταβάλλει στην τελευταία α) την προμήθεια (bonus) σύνδεσης για συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας πελατών της, β) την ιδιαίτερη και επίσης συμφωνημένη μεταξύ τους αμοιβή (extra bonus) αύξησης ενεργών συνδρομητών, η οποία κυμαινόταν ως συνδεόμενη με την επίτευξη προκαθορισμένου στόχου και εφόσον υπήρχε υπέρβαση αυτού ως προς τον αριθμό νέων συνδέσεων και γ) το συμφωνημένο μεταξύ τους ποσοστό 7% επί των μηνιαίως εκδιδομένων και εξοφλούμενων λογαριασμών από τη χρησιμοποίηση του αεροχρόνου (air time) κυψελοειδών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από τους συνδρομητές που θα είχε εγγράψει η εναγομένη, μέσω της εταιρείας ..., στο δίκτυο της ..., το οποίο απέδιδε η τελευταία στο τέλος κάθε τριμήνου και αφορούσε εκείνες τις συνδέσεις πελατών της εναγομένης που είχαν ενεργοποιηθεί μέσα στο αντίστοιχο τρίμηνο. Σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτούς εντολής οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-11-1996 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../1996 αγωγή τους για λογαριασμό της εναγομένης εντολέως τους κατά της παραπάνω εταιρείας (...), με την οποία ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα (εδώ εναγομένη) το συνολικό ποσό των 88.753.700 δραχμών για τα συμφωνηθέντα "bonus σύνδεσης" για 861 νέες συνδέσεις που πραγματοποίησε η ενάγουσα (στην παρούσα δίκη εναγομένη), για τις οποίες αντιστοιχεί ποσό 45.719.100 δραχμών (ήτοι 134.171,97 ευρώ), β) "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών" για 3.647 νέες συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας πελατών της ενάγουσας που ενεργοποιήθηκαν το δεύτερο τρίμηνο του έτους 1996 και στις οποίες αντιστοιχεί ποσό 43.034.600 δραχμών (ήτοι 126.293,76 ευρώ) και γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει να καταβάλλει στην εντολέα τους το "air time" για όλες τις συνδέσεις πελατών της με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "..." και το διακριτικό τίτλο ..., που είχαν ενεργοποιηθεί από τον Οκτώβριο του έτους 1996 και για όσο διάστημα διατηρούνταν η ενεργοποίηση, δηλαδή το συμφωνημένο ποσοστό 7% επί των μηνιαίως εκδιδομένων και εξοφλούμενων λογαριασμών όλων των ως άνω συνδέσεων πελατών της εναγομένης (και σ’ εκείνη τη δίκη ενάγουσας) από τη χρησιμοποίηση του αεροχρόνου "air time". Για την απαίτηση αυτή της εναγομένης συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 18-11-1996 εργολαβικό δίκης, με το οποίο ανατέθηκε σ’ αυτούς και εγγράφως η εντολή της δικαστικής ή εξώδικης επιδίωξης είσπραξης των ως άνω απαιτήσεων της εναγομένης από την εταιρεία ... και συμφωνήθηκε ως αμοιβή των εναγόντων ποσοστό 12% επί παντός είδους ποσού που θα εισπράξει η εναγομένη κατόπιν των ως άνω ενεργειών των εναγόντων ή που θα επιδικάζεται από τα δικαστήρια στην εναγομένη ή θα καταβάλλεται κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού ως αποτέλεσμα των ενεργειών των εναγόντων και της ασκηθείσας από αυτούς αγωγής σε σχέση και με τη γενεσιουργό αιτία από τις ως άνω διαφορές της εναγομένης με την εταιρεία ..., ενώ σε περίπτωση αποτυχίας ρητά συμφωνήθηκε ότι δεν θα οφείλεται σ’ αυτούς ως δικηγόρους ή άλλους υποκατάστατους αυτών ουδεμία αμοιβή. Στις 15-2-2002 η εναγομένη ανακάλεσε την ως άνω εντολή της. Επί της από 22-10-2003 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2003 προγενέστερης αγωγής των εναγόντων κατά της εναγομένης με αίτημα την απόδοση της εργολαβικής αμοιβής από την από 12-11-1996 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο Αθηνών, με την 4592/2008 τελεσίδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1496/2010 απόφαση τού Αρείου Πάγου, έκρινε με δύναμη δεδικασμένου: α) ότι η από 15-2-2002 ανάκληση της δοθείσας στους ενάγοντες εντολής ήταν αδικαιολόγητη, β) ότι οι ενάγοντες θα διεξήγαγαν επιτυχώς τη δίκη με έκδοση τελεσίδικης απόφασης ως προς το αίτημα των 134.171,97 ευρώ που αφορούσε τα οφειλόμενα ως "bonus σύνδεσης", γ) ότι οι ενάγοντες δεν θα διεξήγαγαν επιτυχώς τη δίκη ως προς το αίτημα των 126.293,76 ευρώ που αφορούσε τα οφειλόμενα ως "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών" και δ) ότι το αίτημα των εναγόντων για την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή αμοιβής επί του αεροχρόνου "air time" είναι αόριστο. Με την υπό κρίση από 16-1-2009 αγωγή οι ενάγοντες επανήλθαν ως προς το αίτημα της αμοιβής τους που αφορούσε τον αερόχρονο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έκρινε ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης 4592/2008 ως προς το ζήτημα του αεροχρόνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Είναι γεγονός ότι στην κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες προσδιορίζουν για το χρονικό διάστημα από 1-7-1996 έως 15-2- 2002 τον αριθμό των ενεργών συνδρομητών της εταιρείας ... που είχαν ενεργοποιηθεί από την εναγόμενη, τη μέση μηνιαία απώλεια συνδρομητών και το μέσο μηνιαίο λογαριασμό για τον επακριβή προσδιορισμό του αεροχρόνου και της αμοιβής 7% επ’ αυτού της εναγομένης, η οποία υπολογίζεται σε 3.982.463,88 ευρώ και ακολούθως την αμοιβή των εναγόντων που ανέρχεται σε 477.895,66 ευρώ (3.982.463,88 Χ 12%). Στην από 12-11-1996, όμως, αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την απαίτηση για τον αεροχρόνο, εκτίθεται ότι η εναγομένη σε αυτή εταιρεία με την επωνυμία "..." αρνείται να αποδώσει την οφειλή της επί του ποσοστού 7% των μηνιαίως εκδιδομένων και εξοφλούμενων λογαριασμών της από την εναγομένη στην παρούσα δίκη, ενάγουσα σ’ εκείνη τη δίκη (....) για 861 συνδέσεις και ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης (...) να καταβάλει σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους το ποσοστό 7% επί του αεροχρόνου για όλες τις συνδέσεις που έχει πραγματοποιήσει η σ’ αυτή ενάγουσα (....) με το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της "..." που έχουν ήδη ενεργοποιηθεί και για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται η ενεργοποίηση. Δηλαδή, ως προς το ποσοστό του αεροχρόνου, με την από 12-11-1996 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητήθηκε η άρση της αμφισβήτησης ως προς την έννομη σχέση που συνέδεε τις εταιρείες .... και ... με την αναγνώριση της υποχρέωσης της εταιρείας ... να καταβάλει τα ποσοστά του αεροχρόνου σύμφωνα με τις συμβατικές της δεσμεύσεις. Ως προς τα επιμέρους κονδύλια του αεροχρόνου η αγωγή είναι αόριστη διότι δεν εκτίθεται σε αυτή ο αριθμός των ενεργών συνδρομητών της εταιρείας ... που είχαν ενεργοποιηθεί από την εναγομένη (ενάγουσα στην από 12-11-1996 αγωγή), ο μέσος μηνιαίος λογαριασμός αλλά ούτε οποιοδήποτε ποσό ως βάση υπολογισμού της οφειλόμενης αμοιβής της εναγομένης για την αιτία αυτή. Για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως και 31-7-1996 γίνεται σαφής αναφορά των συνδέσεων που ενεργοποιήθηκαν αλλά και πάλι δεν γίνεται αναφορά του αριθμού των συνδρομητών που παραμένουν ενεργοί και του μέσου τουλάχιστον χρηματικού ποσού λογαριασμού ανά συνδρομητή. Δηλαδή, ως προς τα επιμέρους κονδύλια του αεροχρόνου, δεν υπάρχει στην από 12-11-1996 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, όπως επιτάσσει το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, και αν δεν μεσολαβούσε η από 15-2-2002 ανάκληση της δοθείσας από την εναγομένη εντολής, οι ενάγοντες δεν θα επιτύγχαναν την τελεσίδικη επιδίκαση οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για τον αερόχρονο με την από 12-11-1996 αγωγή. Οι αντίδικοι έχουν αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς την παράδοση των σχετικών στοιχείων για τον προσδιορισμό των λογαριασμών των συνδέσεων που είχαν ενεργοποιηθεί και διατηρούντο ενεργοποιημένες. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ζητήθηκαν τα στοιχεία αυτά και ουδέποτε παραδόθηκαν, η δε εναγομένη ότι ουδέποτε ζητήθηκαν τέτοια στοιχεία. Σε κάθε όμως περίπτωση η μη ενημέρωση των εναγόντων ως προς τα στοιχεία αυτά, εφόσον δεν συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κακόβουλη συμπεριφορά της εναγομένης, δεν είναι ουσιώδης ως προς την υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή την έρευνα της επιτυχούς έκβασης της από 12-11-1996 αγωγής ως προς τα σε αυτή αιτούμενα κονδύλια. Περαιτέρω οι ενάγοντες επικαλούνται ότι για το κονδύλιο του αεροχρόνου θα είχαν έλθει σε συμβιβασμό με την εταιρεία .... Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Η κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι μέχρι σήμερα η αντιδικία (μεταξύ εναγομένης και ...) συνεχίζεται. Εξάλλου ούτε διαταγή πληρωμής θα μπορούσε να εκδοθεί υπέρ της εναγομένης, όπως επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού η απαίτηση αυτή και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό δεν αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο αλλά είναι αποτέλεσμα σύνθετων υπολογισμών. Συνακόλουθα, ως προς τα επιμέρους κονδύλια του αεροχρόνου, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη θα εισέπραττε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τις ως άνω δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες των εναγόντων. Δηλαδή δεν αποδεικνύεται, ως προς τα επιμέρους κονδύλια του αεροχρόνου, η πλήρωση της αίρεσης της επιτυχούς διεξαγωγής της δίκης και της είσπραξης οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από τους ενάγοντες... Να σημειωθεί ότι η υπό κρίση από 16-1-2009 αγωγή έχει νομική βάση την εξετασθείσα ενοχική απαίτηση των εναγόντων από την αδικαιολόγητη ανάκληση της εργολαβικής αμοιβής και την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της επιτυχούς διεξαγωγής της δίκης. Νομική βάση στηριζόμενη στην αδικοπραξία δεν υφίσταται στην υπό κρίση αγωγή. Ανεξάρτητα του ότι οι ενάγοντες στη σελίδα 23 του δικογράφου της αγωγής τους δηλώνουν ότι "με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματός μας για την αποζημίωσή μας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης" τα αναγραφόμενα σε αυτή ότι η ανάκληση της από 15-2-2002 εντολής ήταν "δόλια, κακόβουλη, κακόπιστη, αντιδεολογική, αήθης, παράνομη, καταχρηστική και αντίθετη σε κάθε έννοια των χρηστών ηθών", χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να προσδιορίζουν την παράνομη, κακόβουλη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, δεν είναι ικανά να στηρίξουν βάση από αδικοπραξία. Εξάλλου και νομική βάση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 207 του Α.Κ., δηλαδή της εμπόδισης της πλήρωσης της αίρεσης της επιτυχούς έκβασης της δίκης από την εναγομένη με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη δεν εμπεριέχεται στην αγωγή...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως κατ ουσίαν βάσιμη και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 14/2011, 25/2003). Επομένως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης οι ισχυρισμοί των διαδίκων που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 852/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο έλαβε ως δεδομένο ότι με την από 12-11-1996 αγωγή την οποία άσκησαν για λογαριασμό της τότε εντολέως τους και ήδη αναιρεσίβλητης ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ύπαρξη χρηματικής οφειλής, την οποία δεν συγκεκριμενοποίησαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι τα αναφερόμενα ως ληφθέντα υπόψη από το εφετείο δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της προπαρατεθείσης διατάξεως αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της εναγομένης που κρίθηκαν βάσιμοι από το εφετείο.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης θα πρέπει να παρατίθενται σ’ αυτόν: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 374/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με αυτήν το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 18-11-1996 εργολαβικού δίκης που συνήψαν με την ήδη αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε στο συγκεκριμένο έγγραφο το εφετείο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων, δηλαδή του θεωρουμένου ως ορθού από τους αναιρεσείοντες και εκείνου που προσέδωσε σ’ αυτό το εφετείο, συγκρινόμενων μεταξύ τους, να καθίσταται εμφανές το αποδιδόμενο διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι με αυτόν δεν αποδίδεται πράγματι στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση του αναφερόμενου εγγράφου αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του.

Με τον τρίτο κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε των ανωτέρω λόγων αναίρεσης εκθέτουν κατά λέξη τα εξής: "...η δε απόρριψη της αγωγής μας με την εκδοχή ότι εμείς στηρίξαμε την αγωγή μας (και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 153/2012 απόφασή του στήριξε την κρίση του) στην έκβαση μόνης της δίκης εκείνης για να συναγάγουμε την βεβαιότητα του ευνοϊκού αποτελέσματος για το σύνολο των ενεργειών μας και όχι σε περαιτέρω ενέργειες, τις οποίες δεν μπορέσαμε να πραγματοποιήσουμε με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αυτής εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8, άλλως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19". Ο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού από το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια είναι τα πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο ούτε ποιες είναι οι αντιφάσεις ή οι ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη σαφή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι ο αναφερόμενος σ’ αυτήν αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται μόνο στην περίπτωση παραβιάσεως κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (Α.Π. 1388/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι: α) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 70 και 216 Κ.Πολ.Δ. έκρινε ως αόριστο το αναγνωριστικό αίτημα της από 12-11-1996 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας ... Α.Ε. και β) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το ανωτέρω αίτημα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται μόνο στην περίπτωση παραβιάσεως κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε την ακυρότητα του ανωτέρω αιτήματος της από 12-11-1996 αγωγής (την οποία σε κάθε περίπτωση δεν είχε την εξουσία να κηρύξει, αφού η προαναφερθείσα αγωγή δεν είχε εισαχθεί προς κρίση ενώπιόν του), ενώ στην πραγματικότητα αυτό (το εφετείο), κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη της ένδικης από 16-1-2009 αγωγής και κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι το αίτημα της από 12-11-1996 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας ... Α.Ε. για αναγνώριση της υποχρέωσης της τότε εναγομένης για καταβολή αμοιβής επί του αεροχρόνου (airtime) ήταν αόριστο, όπως άλλωστε κρίθηκε αρμοδίως με την 4592/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1496/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ. Α.Π. 26/2004). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) όταν στην απόφαση δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Α.Π. 338/2016). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 1039/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, κατά την ερμηνεία του από 18-11-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας δίκης που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, στις οποίες άλλωστε δεν προσέφυγε, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό.

Κατά το άρθρο 599 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την αμετάκλητη 4592/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ότι η από 15-2-2002 ανάκληση της εντολής που είχε δοθεί σ’ αυτούς (τους αναιρεσείοντες) από την αναιρεσίβλητη ήταν αδικαιολόγητη, το οποίο δεδικασμένο αυτοί επικαλέσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφή παραδοχή περί του αντιθέτου και συγκεκριμένα δέχθηκε κατά λέξη ότι: "Επί της από 22-10-2003 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2003 προγενέστερης αγωγής των εναγόντων κατά της εναγομένης με αίτημα την απόδοση της εργολαβικής αμοιβής από την από 12-11-1996 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο Αθηνών με την 4592/2008 τελεσίδικη απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1496/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκρινε με δύναμη δεδικασμένου α) ότι η από 15-2-2002 ανάκληση της δοθείσας στους ενάγοντες εντολής ήταν αδικαιολόγητη, β)..., γ)..., δ) ...".

Κατόπιν αυτών πρέπει η να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 4627/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 11-1-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ