396/2016 · 396/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 396 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 396/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο ΑνÎ...
Full Text of the Judgment · 396/2016
Απόφαση 396 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 396/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Άννα Κάντζια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Α., 2) Θ. Γ. του Γ., 3) Ι. Δ. του Γ., κατοίκων ..., 4) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Κ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 8) α) Ο. Μ. χήρας Ν., β) Γ. Μ. του Ν., γ) Ν. Μ. του Ν., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ν. Μ. του Γ., 9) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 10) Χ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11) Α. Ρ. του Β., κατοίκου ..., 12) Α. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 13) Σ. Σ. του Δ., 14) Γ. Σ. του Ι., 15) Δ. Τ. του Α., κατοίκων ..., 16) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 17) Δ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 18) Ι. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 19) Ν. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 20) Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 21) Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 22) Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 526/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης εκ του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου με το άρθρο 6Α του ν.δ. της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 ν. 4305/2014, ορίζεται ότι: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση από την .../15-12-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Α. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο), προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Α. Σ., κάτοικο ..., ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων. Από δε τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατέθεσε έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 Κ.Πολ.Δ. Επομένως και ενόψει του ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη, προκύπτει ότι ο ρηθείς δικηγόρος εκπροσώπησε τους ήδη αναιρεσιβλήτους στην κατ’ έφεση δίκη ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών και συνεπώς θεωρείται αντίκλητος αυτών κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6Α ν.δ. 26-6/10-7-1944 όπως ήδη ισχύει, πρέπει παρά την απουσία τους να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 εδ. α και 576 παρ. 2 εδ. α και γ Κ.Πολ.Δ.). Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ. Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή... διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015). Εξ άλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19-12-2006 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο τους προσέλαβε με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τους καθοριζόμενους σ’ αυτή χρόνους και με την αναφερόμενη για καθένα ειδικότητα προκειμένου να απασχοληθούν στην Πολεμική Αεροπορία, όπου εργάσθηκαν αμειβόμενοι με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας στα πλαίσια του ν. 1876/1990 και ότι το εναγόμενο, ενώ από την 1-7-2002 χορήγησε την ειδική μηνιαία παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ύψους 176 ευρώ στους αναφερόμενους συναδέλφους τους (οι οποίοι παρέχουν την ίδια με αυτούς εργασία στους ίδιους χώρους και με τις ίδιες ειδικότητες, αμείβονται όμως με βάση τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και ήδη ν. 3205/2003) αρνείται να καταβάλει την ίδια παροχή και σ’ αυτούς. Ζήτησαν δε κυρίως όπως, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος), επικουρικά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν. Α.Κ. λόγω παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, επικουρικότερα δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.Κ.) λόγω του ότι το εναγόμενο ωφελείται αδικαιολογήτως την προκύπτουσα διαφορά, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει για την ως άνω αιτία τα καθοριζόμενα σ’ αυτή χρηματικά ποσά για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2006, κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτή διακρίσεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της και επί ασκηθείσας εφέσεως του εναγομένου η προσβαλλόμενη, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: "Οι ενάγοντες εργάζονται όλοι στην Πολεμική Αεροπορία και συγκεκριμένα οι είκοσι πρώτοι στο εργοστάσιο ... και οι υπόλοιποι δύο στην ... με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και έχουν προσληφθεί και εργάζονται με τις κατωτέρω ειδικότητες: ο πρώτος στις 21-2-1983... έως τις 30-6-2004, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, ο δεύτερος στις 10-7-1984... ο τρίτος στις 13-8-1984... ο τέταρτος στις 20-7-1984... ο πέμπτος στις 16-7-1984... ο έκτος στις 11-7-1984... ο έβδομος στις 1-6-1987 αρχικά στην ... και από 11-7-2000 μετατάχθηκε στο εργοστάσιο ...... ο όγδοος στις 6-3-1996... ο ένατος στις 24-2-1983... ο δέκατος στις 9-7-1984... ο ενδέκατος στις 9-7-1984... ο δωδέκατος στις 9-7-1984... ο δέκατος τρίτος στις 7-1-1985... ο δέκατος τέταρτος στις 18-7-1984... ο δέκατος πέμπτος στις 2-2-1981 αρχικά στην … και από 11-7-2000 μεταταχθείς στο εργοστάσιο ...... ο δέκατος έκτος στις 9-7-1984...ο δέκατος έβδομος στις 12-7-1984... ο δέκατος όγδοος στις 7-1-1985... ο δέκατος ένατος στις 10-9-1979 αρχικά στην ... και από 11-7-2000 μεταταχθείς στο εργοστάσιο ...... ο εικοστός στις 21-2-1983... έως 31-7-2005, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, ο εικοστός πρώτος στις 27-8-1978... και ο εικοστός δεύτερος στις 1-9-1979 αρχικά στην ... και από 11-7-2000 μετατάχθηκε στην ...... Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας στα πλαίσια του ν. 1876/1990. Περαιτέρω κατ’ εφαρμογή της... διάταξης του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2/41890/0022/30-07-2002... ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης... δυνάμει της οποίας η ειδική μηνιαία παροχή της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 3016/2002 ύψους 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002 χορηγήθηκε στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, πλην των υπαλλήλων των στρατιωτικών νοσοκομείων, μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Όπως ρητά δε αναφέρεται στο... .../25-5-2007 έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας στην παράγραφο 1α, η ανωτέρω ειδική παροχή χορηγήθηκε στους Μ.Υ. (μόνιμους υπαλλήλους) του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) και στους συμβασιούχους αορίστου χρόνου οι οποίοι επέλεξαν να αμείβονται ευθέως με τις διατάξεις των Μ.Υ. (ν. 2470/1997). Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, παρόλο που παρέχουν την ίδια εργασία, δηλαδή εργάζονται στους ίδιους χώρους, με τις ίδιες ειδικότητες και με την ίδια σύμβαση εργασίας με άλλους συναδέλφους τους οι οποίοι αμείβονται ευθέως με βάση το ν. 2470/1997 ήδη ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα με τους... δεν λαμβάνουν... από την υπηρεσία τους την προαναφερόμενη μισθολογική παροχή. Ενόψει όσων αμέσως ανωτέρω αναφέρθηκαν... εφόσον η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της γενικά κανονιστικής αντιμετώπισής της, από την αρχή χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση και εφόσον η επίδικη παροχή καταβάλλεται ήδη στους εργαζόμενους συναδέλφους των εναγόντων οι οποίοι εργάζονται με τις ίδιες συμβάσεις εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας και με τα ίδια προσόντα και ειδικότητες, αμειβόμενοι ευθέως με βάση το ν. 2470/1997 ήδη ν. 3205/2003, πρέπει η επίδικη παροχή να χορηγηθεί και στους ενάγοντες. Σε αντίθετη περίπτωση η μη χορήγησή της και στους ενάγοντες καθιερώνει δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους, προς αποκατάσταση δε της διαταραχθείσας ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος) θα πρέπει να τη λάβουν. Σημειώνεται ότι το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ενοποιημένο επίδομα ειδικών συνθηκών Πολεμικής Αεροπορίας, νοσοκομειακό επίδομα, επίδομα πτυχίου, επόπτη, εξάντλησης ιεραρχίας, επίδομα βαρέων αυτοκινήτων-ρυμουλκών, υπογραφής καταλόγου, λαμβάνονται από τους ενάγοντες ανάλογα με την ειδικότητά τους, τούτο δε δεν παρεμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσης... καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εναγόντων.
Συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς ως προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Κατά συνέπεια οι ενάγοντες, οι οποίοι παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνται την επίδικη παροχή, δεδομένου ότι και στην προαναφερόμενη ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ. στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων ή σε λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή στους εργαζόμενους που εργάζονται με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται ευθέως με βάση το ν. 2470/1997 και ήδη 3205/2003 και στη μη καταβολή της στους εργαζόμενους που εργάζονται με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας με βάση το ν. 1876/1990". Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα και κατά παραδοχή του σχετικού πέμπτου λόγου έφεσης, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν από την 1-1-2002 μέχρι και τις 28-12-2003 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που κατά τούτο είχε κρίνει αντιθέτως και επικύρωσε κατά τα λοιπά αυτή, μόνο για το από τις 29-12-2003 και εφεξής χρονικό διάστημα για κάθε ενάγοντα. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα με το να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατά το εκτεθέν μέρος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 και 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003. Και τούτο κυρίως διότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης του ν. 2470/1997 και του μετέπειτα ν. 3205/2003 κατά τα εκτιθέμενα και από τους ίδιους, ώστε σε περίπτωση συνδρομής και των λοιπών προϋποθέσεων, όπως αυτές αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσης, να καθίσταται ερευνητέο αν καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις που προβλέπουν τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. Επί πλέον, και αν ακόμη η εν λόγω προϋπόθεση συνέτρεχε στο πρόσωπο των εναγόντων ως απασχολουμένων στο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ’ εφαρμογή της ίδιας συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκτασή της και στους αναιρεσίβλητους, αλλ’ αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων. Η τελευταία όμως αυτή προϋπόθεση δεν πληρούται στην προκείμενη περίπτωση αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το επίδικο διάστημα τα αναφερόμενα σ’ αυτές επιδόματα, τα οποία παρά ταύτα έκρινε ως ανεπίδεκτα αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού προς το ποσό των 176 ευρώ. Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στους αναιρεσίβλητους εκ του ότι "η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας..." ούτε εκ του ότι στην ΚΥΑ 2/41890/0022/30-7-2002 "δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ. στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, ή σε λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή...". Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε, η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων και μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγησή της, ενώ σε κάθε περίπτωση από την κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων χορήγησή της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται αξίωση καταβολής της κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. Ούτε τέλος, ενόψει της μετάταξης των εβδόμου, δεκάτου πέμπτου, δεκάτου ενάτου και εικοστού δευτέρου των αναιρεσιβλήτων κατά το έτος 2000 θεμελιώνεται νόμιμη αξίωση αυτών επί της ένδικης παροχής κατά το άρθρο 2 παρ. 3 ν. 3336/2005, δοθέντος ότι η εν λόγω μετάταξη έλαβε χώρα πριν από την 1-1-2004. Επομένως ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά δε την αναίρεση της προσβαλλομένης αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της από 9-12-2009 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος με την οποία το τελευταίο παραπονούνταν για την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της (δηλαδή τη θεμελιούμενη στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, σε συνδυασμό με τις ρηθείσες διατάξεις που προβλέπουν την ειδική παροχή των 176 ευρώ), ως προς την οποία η αγωγή μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αντίθετα ως προς τις επικουρικές βάσεις της η αγωγή δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η μεν πρώτη από αυτές (θεμελιούμενη σε αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου) είχε κριθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ήταν μη νόμιμη, της δε δεύτερης (θεμελιούμενης στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού) κρίθηκε από το ίδιο δικαστήριο ότι παρέλκει η έρευνα διότι υφίστατο διαφορά από έγκυρη σύμβαση εργασίας, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να ασκήσουν έφεση επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής τους. Περαιτέρω από τις αιτιολογίες που προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της. Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα, μετά δε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013), να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά τον τρίτο λόγο της που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος της που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη και ν’ απορριφθεί η αγωγή κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 526/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση του εναγομένου.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 24/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Δύμης κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Δικάζει επί της αγωγής.
Απορρίπτει αυτήν κατά την κύρια βάση της και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ