396/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1929/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7526/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 20-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated396/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, όμως, δεν απαγορεύεται από το νόμο, όπως ο εργοδότης απαγορεύει, με τον κανονισμό εργασίας ή εγκυκλίους, την πραγματοποίηση υπερωριών χωρίς προηγούμενη ειδική έγκριση αυτού ή του αρμοδίου οργάνου της επιχειρήσεώς του. Κάθε δε υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού, γενομένη αυτοβούλως δεν παρέχει αξίωση για καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.
Full text
Απόφαση 396 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 396/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του ΝΣΚ Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1929/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7526/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 20-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 32 παρ.2 του N.2190/1994 "επιτρέπεται εφεξής η διάθεση υπαλλήλων των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου στα γραφεία βουλευτών και Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.1878/1990 και των άρθρ.2 και 3 του Ν.1895/1990, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 39 του Ν.1968/1991".
Κατά το άρθρο 2 εδαφ. β' του Ν.1895/1990 "στους υπαλλήλους που διατίθενται για τη γραμματειακή υποστήριξη των βουλευτών και των Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταβάλλονται οι αποδοχές που λαμβάνουν οι υπάλληλοι των Ν.2592/1998, που αντικατέστησε τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2470/1997 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1998, ορίζεται ότι "η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχιακών, εκτάκτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, καθώς και για την εξυπηρέτηση των γραφείων του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Κυβέρνησης, των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, των υφυπουργών, των βουλευτών, των γενικών γραμματέων υπουργείων, της Γεν.
Γραμματείας του Υπουρ. Συμβουλίου, των ειδικών γραμματέων και των διοικητών των ασφαλιστικών οργανισμών. Η υπηρεσιακή ανάγκη που επιβάλλει την υπερωριακή απασχόληση προσωπικού διαπιστώνεται με κοινή απόφαση τον καθ'ύλην αρμοδίου υπουργού και του Υπουρ. Οικονομικών, που εκδίδεται με βάση σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το κανονικό ωράριο και προκειμένου περί γραφείων βουλευτών με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών".
Με την παραγρ. 7 του παραπάνω άρθρου ορίζεται ότι "το ωρομίσθιο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως για υπερωριακή απασχόληση ορίζεται στο ένα εκατοστό πεντηκοστό (1/150) του βασικού μισθού του κάθε μισθολογικού κλιμακίου. Το ίδιο ωρομίσθιο ισχύει και για υπαλλήλους αποσπασμένους σε υπηρεσίες του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, με βάση την αντιστοιχία ή την προσέγγιση του βασικού τους μισθού στα μισθολογικά κλιμάκια του παρόντος σε συνάρτηση και με τα τυπικά τους προσόντα".
Με τον τελευταίο αυτό νόμο καθορίζεται ειδικώς κατά ενιαίο τρόπο και σύμφωνα προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης η αποζημίωση της υπερωριακής απασχολήσεως όλων εν γένει των απασχολουμένων στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένων και των αποσπασμένων στις υπηρεσίες αυτές από επιχειρήσεις ή οργανισμός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις οποίες για την αμοιβή της υπερωριακής απασχολήσεως ισχύουν διαφορετικές νομικές ρυθμίσεις, (ΑΠ 750/2007).
Περαιτέρω, όμως, δεν απαγορεύεται από το νόμο, όπως ο εργοδότης απαγορεύει, με τον κανονισμό εργασίας ή εγκυκλίους, την πραγματοποίηση υπερωριών χωρίς προηγούμενη ειδική έγκριση αυτού ή του αρμοδίου οργάνου της επιχειρήσεώς του. Κάθε δε υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού, γενομένη αυτοβούλως δεν παρέχει αξίωση για καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής.
Στην απαγόρευση δε ασκήσεως του δικαιώματος, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που αποτελεί πλέον θεμελιακό θεσμό του Συντάγματος (άρθρο 25 § 3), υπάγεται και η άσκηση αξιώσεως από εκτέλεση εργασίας πάνω από τα νόμιμα όρια. Ως καταχρηστική δε άσκηση αξιώσεως υπερωριακής αμοιβής, είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί και αυτή που ζητείται για εργασία που εκτελέστηκε πάνω από τα νόμιμα όρια με πρωτοβουλία του εργαζομένου και παρά την προηγηθείσα απαγόρευση του εργοδότη (ΑΠ ολομ. 569/86, ΑΠ 1908/90, ΑΠ 780/88).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 7526/2013 του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω ουσιώδη για την υπόθεση περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ήταν υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." (στη θέση της οποίας, μετά τη νόμιμη κατάργησή της, υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείων) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το έτος 1989.
Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1997, αποσπάστηκε στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με διάθεση στο πολιτικό γραφείο του βουλευτή Τ. Τ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ΔΙΔΚ/Φ/1/1/24409 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημ. Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Έκτοτε και μέχρι και την 31-3-2002, παρέσχε τις υπηρεσίες της στο γραφείο του ως άνω βουλευτή για τη γραμματειακή του υποστήριξη, εκτελώντας υπερωριακή εργασία, αποπερατωμένη κατά την 22.00 ώρα. Ειδικότερα, η ενάγουσα, η οποία είχε γεννήσει την 3-7-1998, εργαζόμενη με καθεστώς μειωμένου ωραρίου, και συγκεκριμένα έως την 3-7-2000 επί πέντε (5) ώρες και τριάντα (30) λεπτά ημερησίως και εφεξής μέχρι και την 31-3-2002 επί έξι ώρες και τριάντα (30) λεπτά ημερησίως, παρέσχε υπερωριακή εργασία 40 ωρών μηνιαίως.
Η ως άνω υπερωριακή εργασία των 40 ωρών μηνιαίως για κάθε υπάλληλο και μέχρι την 22.00 ώρα, είχε εγκριθεί με την υπ' αριθμ. 2/10450/0022/29-1-1999 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, ενώ ο τρόπος της αμοιβής της καθορίστηκε με το άρθρο 18 του ν. 2470/1997, η δε αμοιβή βάρυνε την εναγομένη, από την υπηρεσία της οποίας αποσπάσθηκε η ενάγουσα.
Ακολούθως, με την υπ' αρ. 3740/23-2-1998 εγκύκλιο της Διοίκησης της εναγομένης, απαγορεύτηκε η υπερωριακή απασχόληση των εργαζομένων μητέρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με μειωμένο ωράριο εργασίας και εφεξής η εναγομένη, από 1-1-1999 και εντεύθεν έπαυσε να καταβάλλει την αμοιβή της ενάγουσας για την ως άνω υπερωριακή της εργασία.
Η ενάγουσα έλαβε πράγματι γνώση της εγκυκλίου της εναγομένης περί το Μάρτιο του έτους 2000, αλλά, εκτελώντας τις εντολές του απασχολούντος αυτή έλληνα βουλευτή, ο οποίος κατήρτιζε το πρόγραμμα εργασίας της, συνέχισε να απασχολείται υπερωριακά, όπως και προηγούμενα, μέχρι και την 31-3-2002. Με τις σκέψεις δε αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η υπερωριακή εργασία της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ήταν νόμιμη, όχι μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 14-3-2000 (οπότε έλαβε γνώση της απαγορευτικής εγκυκλίου για υπερωριακή εργασία), αλλά και για το μεταγενέστερο διάστημα από 15-3-200 έως 28-2-2002, δεχόμενη ότι η υπερωριακή της απασχόληση ήταν νόμιμη για ολόκληρο το χρονικό διάστημα (1-1-1999 έως 28-2-2002), απορρίπτοντας, έτσι, τον ισχυρισμό της εναγομένης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.
Με τις παραδοχές αυτές στη συνέχεια, δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση 1929/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε μερικά την αγωγή για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, επιδικάζοντας στην τελευταία τα ποσά 5439,50 € και 7.425,20 € , αντίστοιχα, για τα δύο πιο πάνω χρονικά διαστήματα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΚ 281) από μέρους της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το οποίο συνίσταται στο εάν η σχετική αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης για υπερωριακή αμοιβή, για την εργασία που εκτέλεσε, παρά τη ρητή απαγόρευση της εργοδότριας εναγομένης, ήταν καταχρηστική ή όχι.
Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται η κρίση: 1) ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της υπερωριακής εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης, αφού εργαζόταν με καθεστώς μειωμένου ωραρίου και 2) ότι οι εντολές του απασχολούντος αυτήν βουλευτή υπερτερούσαν σε σχέση με τις αντίθετες εντολές της εργοδότριας εναγομένης, των οποίων έλαβε γνώση μέσω της εγκυκλίου που της κοινοποιήθηκε.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν. Ενώ, παρέλκει, πλέον, η εξέταση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 7526/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ