Legislator Case Law & Legislation
396/2011 AI generated

396/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 396 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο ΜÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Αρβανίτη και Δημήτριο Σαμόλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. χας Δ. Κ., 2. Σ. θυγ. Κ. Κ., 3. Κ. Κ. του Δ., 4. Ε. θυγ. Κ. Κ. και 5. Β. Κ. του Δ., κατοίκων .... Οι μεν 1η, 2η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατηφόρη οι δε 3ος (Κων/νος Καρύδης και 5ος (Βασίλειος Καρύδης) παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2005 μη οριστική, 238/2007 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της περ. α' του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αφορούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια των περιοριστικών καθοριζομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρ. 11α ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 245§1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει ο,τιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση. Η, κατά την παραπάνω διάταξη, διατασσόμενη από το δικαστήριο αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο, δεν αποτελεί μεν αποδεικτικό μέσο, από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, αλλά αποσκοπεί σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα, στην πληρέστερη διαφώτιση του δικαστηρίου, με την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων από τους διαδίκους, στα τυχόν αμφίβολα και διφορούμενα περιστατικά, που αποτέλεσαν αντικείμενο απόδειξης, ώστε μετά από τη συνεκτίμηση των διασαφήσεων, οι οποίες δόθηκαν, να διαγνωσθεί ασφαλέστερα η διαφορά, αφού, σε διαφορετική περίπτωση της μη δηλαδή δυνατότητας συνεκτίμησης των διασαφήσεων, η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠολΔ θα ήταν κενή περιεχομένου. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώσει την πεποίθησή του αποκλειστικά από τις διασαφήσεις των διαδίκων. Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 12 και 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντα - περί διατάραξης της νομής του στα επίδικα ακίνητα παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα έλαβε υπόψη τις διασαφήσεις του τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων - νομίμων κληρονόμων του μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης αποβιώσαντος εναγομένου Δ. Κ., οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι, τις οποίες (διασαφήσεις) και συνεκτίμηση με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Το Εφετείο, όμως, με το να συνεκτιμήσει τις διασαφήσεις του τρίτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων δεν υπέπεσε στις προαναφερόμενες πλημμέλειες, αφού οι ως άνω, ως καθολικοί διάδοχοι του κατά τη διάρκεια της δίκης αποβιώσαντος εναγομένου Δ. Κ. και την επελθούσα λόγω του θανάτου αυτού βίαιη διακοπή της δίκης, υπεισελθόντες στη δικονομική θέση του τελευταίου, κατέστησαν διάδικοι. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, όπως από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης οριστικής του απόφασης προκύπτει, απλώς συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις δοθείσες στο ακροατήριο, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 245 ΚΠολΔ, διασαφήσεις των πιο πάνω διαδίκων στα ζητήματα για τα οποία ζητήθηκαν αυτές με τη συμπροσβαλλόμενη 362/2005 μη οριστική του απόφαση και δεν αξιολόγησε αυτές ως ίδιο αποδεικτικό μέσο, δεν στήριξε δηλαδή σ'αυτές αποκλειστικά το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως, άλλωστε μνημονεύεται ρητά και στο αναιρετήριο. Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Περαιτέρω η έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με τη λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο ορισμένων αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι, μολονότι εμφανίστηκαν στο Εφετείο οι δύο μόνο από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντα εναγομένου και δεν εμφανίστηκαν στο ίδιο προς διευκρίνιση των καταθέσεών τους οι πρωτοδίκως εξετασθέντες μάρτυρες, το Εφετείο επανεκτιμώντας τις αρχικές καταθέσεις τους, αλλά και όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν προσκομιστεί και είχαν εκτιμηθεί από την υπ'αρ. 362/2005 προδικαστική απόφαση και ιδία επανεκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες είχαν δοθεί πρωτόδικα και περιλαμβάνονται στα υπ'αρ. 1/19.5.2000 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, φωτογραφίες κ.λ.π. που είχαν προσκομιστεί πρωτόδικα και προσκομίζονταν και πάλιν σ'αυτό -Εφετείο-, κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την επανεκτίμηση των αρχικών καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και των υπολοίπων αποδεικτικών στοιχείων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.2.2008 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση των 362/2005 και 238/2007 αποφάσεων του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις16 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ