Legislator Case Law & Legislation
396/2010 AI generated

396/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

396/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρών (άρθρο 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 396/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ασπασίδη.

Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Ψ1 συζ. Ζ, 2. Ψ2 του Ζ, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπή-θηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Εφη Χίου- Γιαννίκου, με δήλωση του αρθ. 242 παρ. 2 τουΚ.Πολ.Δ. και 3. Ψ3 του Ζ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22656/1995 μη οριστική, 28341/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1346/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 8-7-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη υπόθεση από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, αποδεικνύεται ότι επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης κλήσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την παραπάνω δικάσιμο και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των εν λόγω αναιρεσίβλητων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3.

Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρών (άρθρο 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 131 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις πράξεις που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από τις 30-12-1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1996), η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.

Τόσο, δηλαδή, για τις δικαιοπραξίες γενικά, όσο και ειδικά για τη σύνταξη διαθήκης, προβλέπονται από τις παραπάνω διατάξεις δύο χωριστές περιπτώσεις ανικανότητας: α) η έλλειψη συνείδησης των πραττομένων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο, από θόλωση της διάνοιας, σε βαθμό σύγχυσης, λόγω νοσηρού ή μη αιτίου, δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας ή της διαθήκης που συντάσσει, και β) η στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, που υπάρχει κατά την επιχείρηση της πράξης.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση το πρόσωπο, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο και στο αποδεικτικό πόρισμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι ο ... αδελφός της μητέρας των εναγόντων- αναιρεσειόντων, οποίος πέθανε στις 13-6-1994, σε ηλικία 88 ετών, από καρδιακή ανακοπή και γενικευμένο καρκίνο, με την ...

δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χαριλάου Σουμελίδη, είχε εγκαταστήσει κληρονόμους του σε όλη την περιουσία του τους ενάγοντες. Αργότερα οι σχέσεις του με αυτούς διαταράχθηκαν, ενώ αντίθετα βρέθηκαν περισσότερο κοντά με αυτόν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν.

Με την ... πράξη ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου αυτός ανακάλεσε την προαναφερόμενη διαθήκη του, ενώ με την ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τους εναγομένους, δηλώνοντας ρητά σ' αυτήν ότι το κάνει "σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες που (του) προσφέρουν στα γηρατειά (του)".

Περίπου τέσσερις μήνες αργότερα προχώρησε στην κατάρτιση του ... δωρητηρίου συμβολαίου ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο μεταβίβασε στους εναγομένους τη ψιλή κυριότητα της οικίας του, ενώ κράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία. Επίσης δέχτηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχτηκε ότι κατά τους χρόνους σύνταξης της ...

δημόσιας διαθήκης του και του ...2 δωρητηρίου συμβολαίου, ο ... δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από κάποια πνευματική ασθένεια. Με βάση δε το αποδεικτικό του αυτό πόρισμα, έκρινε το Εφετείο ότι ορθώς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι κατά τους εν λόγω κρίσιμους χρόνους, ο ...

είχε έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου και λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και των ασθενειών από τις οποίες έπασχε, εξαιτίας των οποίων είχε χαρακτηριστεί ως ψυχοπαθητικό άτομο, δεν είχε τη χρήση του λογικού, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ανωτέρω δικαιοπραξιών (διαθήκης και δωρεάς), ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, αφού εκτίμησε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν: α) ότι ο ανωτέρω διαθέτης και δωρητής κατά το έτος 1969 είχε κριθεί αρμοδίως ανίκανος προς εργασία λόγω αρθρίτιδας στους σπονδύλους της οσφυϊκής μοίρας και είχε επιδοτηθεί από το ΙΚΑ.

Κατά το επόμενο έτος (1970) είχε χαρακτηριστεί ως "ψυχοπαθητικό άτομο" και είχε λάβει εντολή νοσηλείας σε ιδιωτική κλινική, όπου όμως δε νοσηλεύτηκε καθόλου και έλαβε εξιτήριο αμέσως μετά την εισαγωγή του, με αίτηση της συζύγου του, β) ότι κατά το έτος 1972 συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ, λόγω γήρατος, χωρίς καμιά αναφορά στην ύπαρξη ψυχικής νόσου, έκτοτε δε έζησε στην οικία του με τη σύζυγό του και μετά το θάνατο εκείνης μόνος και παρότι επιδείκνυε φλυαρία, με απλοϊκότητα σε ζητήματα κοινωνικού ή φιλοσοφικού ενδιαφέροντος, κατάφερνε πάντοτε να επιμελείται μόνος τις υποθέσεις του, τόσο τις περιουσιακές, όσο και τις καθ' ημέραν βιοτικές, χωρίς ποτέ να δώσει την εντύπωση, ακόμη και στους ενάγοντες που ήταν συγγενείς του και του συμπαραστέκονταν, ότι αντιμετωπίζει μια ανικανότητα ή κάποιο κίνδυνο που καθιστούσε απαραίτητη την κήρυξή του σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης (δικαστικής συμπαράστασης), γ) ότι από το έτος 1990, που συνέταξε την πρώτη διαθήκη του, που οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν τιμηθεί με αυτήν, θεωρούν (εμμέσως, πλην σαφώς) ότι ήταν ικανός προς σύνταξή της, έως την ανάκλησή της και κατά τους χρόνους σύνταξης της δεύτερης διαθήκης και του δωρητηρίου συμβολαίου, δε μεσολάβησε κάποια μεταβολή στη ψυχική του υγεία, και δ) ότι το γεγονός ότι έπασχε από αναιμία, ειλεό, αρτηριοσκλήρυνση και καρκίνο δεν έχει καμιά σχέση με την πνευματική του υγεία ή τις διανοητικές του λειτουργίες και το γεγονός ότι ελάμβανε χωρίς ιατρική συνταγή τα φαρμακευτικά σκευάσματα "ταβόρ" και "βάλιουμ", τα οποία σύμφωνα με την κοινή πείρα έχουν ευρείας χρήσεως κατευναστικές ή ηρεμιστικές ιδιότητες, δε σημαίνει ότι, παίρνοντας αυτά, έχανε τη συνείδηση των πράξεών του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόδειξης ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους της σύνταξης των προσβαλλόμενων από τους ενάγοντες πράξεων (διαθήκης και δωρεάς), ο ... δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, δηλαδή δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει το περιεχόμενο και τη σημασία των σχετικών δηλώσεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού του, δηλαδή δεν ήταν σε αυτόν δυνατός ο με λογικούς υπολογισμός ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας.

Ασάφειες δε ή αντιφάσεις δεν προσδίδουν στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, ως προς το ζήτημα αυτό, ούτε τα επιχειρήματα, που, κατά τα ανωτέρω, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς στήριξη αυτού. Επομένως, όλοι (και οι τρεις) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

ΙΙΙ .- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-3-2005 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 157/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ