Legislator Case Law & Legislation
396/2007 AI generated

396/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 396/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 396 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

396/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 396 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
fatal road traffic accident drunk driving accident post-accident symptoms motorcycle road accident accident victim falling asleep at wheel
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 396 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 396/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ζ1, 2. Ζ2, 3. Ζ3, 4. Ζ4, και 5. Ζ5, και 6. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι υπό στοιχεία 1 έως και 5 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 4ος αναιρεσίβλητος (....), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε στις 15 Μαίου 2004, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ΄αριθμ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αλμυρού και την παρούσα δίκη συνεχίζουν επ΄ονοματί του οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α. αναφέρονται 3 κληρονόμοι, τους οποίους εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίων εγγράφων. Το 6ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 3/2002 και 92/2002 αντίθετες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 22 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα των διαδίκων, ανάμεσα στα οποία το 81/2006 πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, η ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αλμυρού Μαγνησίας και το από ... πιστοποιητικό του δημάρχου του Δήμου Αλμυρού Μαγνησίας, αποδεικνύεται, ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ... πέθανε στις 15.5.2004 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ...(το γένος ...) και τα παιδιά του ... και .... Το γεγονός, ότι ο αναιρεσείων έχει απευθύνει την κρινόμενη από 4.3.2005 αίτηση αναίρεσης και κατά του αναιρεσίβλητου αυτού που πέθανε δεν καθιστά το δικόγραφο αυτό άκυρο, γιατί το θάνατο αυτό πληροφορήθηκε στις 7.4.2006, μετά την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1987).

Συνεπώς νόμιμα (άρθρα 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ) χωρεί τώρα η συζήτησή της και με τους άνω κληρονόμους του αναιρεσίβλητου αυτού, που αποδέχτηκαν την κληρονομία και συνεχίζουν την παρούσα δίκη με την ιδιότητά τους αυτή, η οποία δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 17/1989).

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ΄ αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα μα θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 12-7-2000 και ώρα 11.30΄ ο .....οδηγώντας το ...δίκυκλο μοτοποδήλατο με συνεπιβάτιδα τη σύζυγό του ..., εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Αλμυρού-παραλίας Αλμυρού ευρισκόμενος στο 2ο χιλιόμετρο αυτής με κατεύθυνση προς τον Αλμυρό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ...οδηγώντας τον ....γεωργικό ελκυστήρα, ο οποίος ανήκε στην κυριότητά του και ήταν ανασφάλιστος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη και στον οποίο είχε προσδεθεί και συρόταν βυτίο νερού, εκινείτο στην ίδια οδό, μπροστά από το προαναφερόμενο μοτοποδήλατο έχοντας την ίδια με αυτό κατεύθυνση, δηλαδή προς Αλμυρό. Ο δρόμος εκεί έχει οδόστρωμα πλάτους 6 μέτρων και είναι ευθεία σε μήκος 300 μέτρων. Ο οδηγός του προπορευόμενου γεωργικού ελκυστήρα έχοντας την πρόθεση να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει σε αγροτική χωμάτινη οδό, στο σημείο όπου αυτή διασταυρώνεται με τον επαρχιακό δρόμο, δηλαδή το αντίθετο προς αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να διευκολύνει την είσοδό του στην χωμάτινη οδό, δεδομένου ότι στο σημείο εκείνο της εισόδου υπήρχε τσιμεντένιο γεφυράκι που δεν επέτρεπε την πραγματοποίηση κλειστής στροφής, χωρίς προηγουμένως να θέσει σε λειτουργία το δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του ή να ειδοποιήσει με έκταση ή κάμψη του βραχίονα της χειρός του, ώστε να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στους οδηγούς των οχημάτων που τον ακολουθούσαν, ακολούθως δε συνεχίζοντας την πορεία του πραγματοποίησε, χωρίς οποιονδήποτε προηγούμενο έλεγχο για τυχόν οχήματα που τον ακολουθούσαν, ελιγμό προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα της κίνησής του αυτής ήταν να αιφνιδιασθεί ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, που κατά τα προαναφερόμενα εκινείτο επί της άνω επαρχιακής οδού πίσω απ΄ αυτόν και με κατεύθυνση προς Αλμυρό, και να επιπέσει, παρά την τροχοπέδηση του οχήματός του, με την εμπρόσθια πλευρά του στην πλάγια δεξιά πλευρά του γεωργικού ελκυστήρα, στο ύψος του πίσω δεξιού τροχού του, όπου η συνεπιβαίνουσα του μοτοποδηλάτου σύζυγός του (...) σφηνώθηκε μεταξύ του πλαισίου στήριξης του βυτίου και του άγκιστρου του ελκυστήρα (κοτσαδόρου), ακολούθως δε να εκτραπεί της πορείας του και να πέσει σε παρακείμενο χαντάκι. Σημειώνεται, ότι την κίνηση του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, απ΄ όπου επιχείρησε αυτός - στην συνέχεια τον ελιγμό του για να μπει στον δεξιό χωμάτινο δρόμο, αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση περίπου εκατόν (100) μέτρων, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, .... όπως ο ίδιος κατέθεσε στην προανάκριση, που διενεργήθηκε αρμοδίως για το ατύχημα, πλην δεν ανέκοψε όπως όφειλε σαν μέσος συνετός οδηγός να πράξει, εγκαίρως την ταχύτητά του, που σε κάθε περίπτωση ήταν η κανονική, γιατί εσφαλμένα θεώρησε ότι ο γεωργικός ελκυστήρας επρόκειτο να μεταβεί σε παρακείμενο της άνω επαρχιακής οδού χώρο, προς την αριστερά πλευρά αυτής, για να φορτώσει νερό στο βυτίο του. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η προπεριγραφόμενη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, με βαρύνουσα εκείνη του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, που ανέρχεται σε ποσοστό 70%, ενώ η υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου ανέρχεται σε ποσοστό 30%. Δηλαδή ο μεν οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1,2 και 23 παρ. 1 του ν. 2696) 1999, ο δε οδηγός του μοτοποδηλάτου τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999. Επίσης, αποδείχθηκε ότι για το θάνατο της συνεπιβάτιδος ευθύνεται και η ίδια σε βαθμό 30%, αφού δεν έφερε, όπως υποχρεούταν, προστατευτικό κράνος και ο θάνατός της προήλθε από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πράγματι στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των παραπάνω προσώπων που έχουν εμπλακεί στο ατύχημα. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Δεν αναφέρει ποιο είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας με το οποίο έπρεπε να κινούνται τα οχήματα και ιδιαίτερα το μοτοποδήλατο στην επαρχιακή οδό Αλμυρού-παραλίας Αλμυρού, στο 2ο χιλιόμετρο αυτής, όπου συγκρούστηκε με το γεωργικό ελκυστήρα. β)Δεν προσδιορίζει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το μοτοποδήλατο λίγο πριν από το ατύχημα και συγκεκριμένα όταν από απόσταση εκατό (100) περίπου μέτρων αντιλήφθηκε ο οδηγός του .... όπως δέχτηκε, τον οδηγό του προπορευόμενου γεωργικού ελκυστήρα να κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, απ΄ όπου στη συνέχεια επιχείρησε ελιγμό για να μπει στο δεξιό χωμάτινο δρόμο. γ) Δεν εξειδικεύει "την κανονική" ταχύτητα του μοτοποδηλάτου, που δεν ανέκοψε όπως όφειλε (σαν μέσος συνετός) ο πιο πάνω οδηγός του, αν και είχε συνεπιβάτιδα στο δίκυκλο αυτό μοτοποδήλατο τη σύζυγό του ...και επρόκειτο να προσπεράσει το γεωργικό ελκυστήρα που έκανε παράνομες κινήσεις στην επαρχιακή αυτή οδό. Και δ) Δεν κάνει λόγο για το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης, ούτε από πόση απόσταση (από το σημείο της σύγκρουσης) επιχείρησε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου την ανεπιτυχή αυτή τροχοπέδηση. Ακόμη η ίδια απόφαση αρχικά δέχεται, ότι ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, με τις παράνομες κινήσεις του για ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς καμία ειδοποίηση με δείκτη κατεύθυνσης του οχήματος ή με έκταση ή κάμψη του βραχίονα του χεριού του, αιφνιδίασε τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, όμως στη συνέχεια κρίνει, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι ο τελευταίος, διότι ο δρόμος στο σημείο που έγινε η σύγκρουση είναι ευθεία σε μήκος 300 μέτρων, αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση εκατό (100) περίπου μέτρων την κίνηση του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, απ΄ όπου επιχείρησε κατόπιν τον ελιγμό για να μπεί στο δεξιό χωμάτινο δρόμο, ενώ ο ίδιος (οδηγός μοτοποδηλάτου) θεώρησε εσφαλμένα ότι ο ελκυστήρας επρόκειτο να μεταβεί σε παρακείμενο της άνω επαρχιακής οδού χώρο προς την αριστερά πλευρά αυτής, για να φορτώσει νερό στο βυτίο του. Με τις αιτιολογίες αυτές το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο (συνυπαιτιότητα στη σύγκρουση, του μεν οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα κατά ποσοστό 70%, του δε οδηγού του μοτοποδηλάτου κατά ποσοστό 30%) δεν είναι σαφές, διότι περιέχει τις παραπάνω ανεπάρκειες, ασάφειες και αντιφάσεις. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας των ως άνω προσώπων στο παραπάνω θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα. Συνακόλουθα ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, σε σχέση με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση μετά απ΄ αυτά για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ). Τέλος, οι ενστάσεις (ισχυρισμοί) όλων των αναιρεσιβλήτων (εκτός του έκτου), που προβάλλονται με τις από 26.1.2007 προτάσεις τους (σημείωμα) οι οποίες έχουν κατατεθεί στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, μετά τη συζήτηση, στις 31.1.2007 και αναφέρονται στο παραδεκτό και "ανυπόστατο" κατ' αυτούς της ένδικης αίτησης αναίρεση, λόγω δυσανάγνωστης υπογραφής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στο αναιρετήριο και αναγραφής στην πρώτη σελίδα του, πριν από τη φράση "ενώπιον του Αρείου Πάγου", των ονοματεπωνύμων τριών συνεργαζόμενων στο ίδιο γραφείο (αναγράφεται η διεύθυνσή του) δικηγόρων Βόλου, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι οι προτάσεις αυτές δεν κατατέθηκαν μέσα στην προθεσμία των είκοσι τουλάχιστον ημερών πριν από τη δικάσιμο της 26.1.2007 (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δεν λαμβάνονται υπόψη με αυτεπάγγελτη ενέργεια του Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 635/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις ?7 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ