Legislator Case Law & Legislation
395/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against enforcement order in credit title dispute due to lack of grounds.

Case Number 395/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeals in Ioannina regarding a credit title dispute. The appellants argued procedural errors and insufficient reasoning concerning the drawee's knowledge of debts, but the court found these grounds invalid. The court ruled that the lower court's findings were supported by evidence and did not constitute reversible errors under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds raised do not constitute a reversible error or lack of reasoning, and the lower court's conclusions are based on the evidence presented.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment insufficient reasoning credit title dispute enforcement order procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 496 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 395 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 395/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Μ. Κ. Σ. Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Λ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Π. Μ. του Π., κατοίκου ... και 4) Γ. Μ. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαλτάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. «Ε. με διακριτικό τίτλο «A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10/2/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, υπ' αριθ. 195/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 24/10/2016 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' άριθμ.8/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί η από 23/1/2012 ανακοπή τους κατά της εκδοθείσας σε βάρος τους υπ' αριθμ.12/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 14/2/2022, στη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), ενώ από την επομένη της δημοσίευσης αυτής (29/7/2019), οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών (και θα έληγε κανονικά στις 30/7/2021), μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 14/2/2022, δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή, δεδομένου ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν.4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.

α' του Ν. 4790/2021 (όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 Ν. 4792/2021), το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19 (ήτοι από 13.3.2020 έως και 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021, συνολικά 7 μήνες και 17 ημέρες), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 1996/2022, ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 987/2022).

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, "αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη του διαδίκου αυτού, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 433/2020).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 690/2023, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη ή σε στάδια προηγούμενα της δίκης (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1078/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1087/2022).

Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1260/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.

γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν.4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΟλΑΠ 1/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", με το από 11/9/2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-09-2023 (υπ'αριθμ.53/2023 πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες και στην αναιρεσίβλητη, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας (βλ.τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. 195Γ/22-9-2023, 196Γ/22-9-2023,197Γ/ 22-9-2023, και 2019Θ/22-9.2023 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επμελητών του Εφετείου Ιωαννίνων Κων/νου Ντάγκα και του Εφετείου Αθηνών Αθανάσιου Γεωργαντόπουλου αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A.

Τ. Α. Ε."" (αναιρεσίβλητη), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της να παρέμβει στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "G. I. F. D. A. C.", ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας (ειδικής διαδόχου) ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "A. Τ. Α. Ε." (αναιρεσίβλητη), στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, με την από 30/4/2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμ.πρωτ. 165/30.4.2020, στον τόμο 11 και αυξ.αριθμ.113 και όπως αυτή συμπληρώθηκε συνεπεία καθολικής διαδοχής λόγω διάσπασης/απόσχισης, δυνάμει Παραρτήματος μεταβολής της ως προς το πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καταχωρηθέν νομίμως με αριθμό Πρωτ.131/20-04-2021, στον τόμο 12 και με αυξ.αρ.121, έχει μεταβιβάσει στην εδρεύουσα στο ...

αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "G. I. F. D. A. C.", επιχειρηματικές απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και την ένδικη απαίτηση, λόγω πώλησης με τιτλοποίηση των απαιτήσεων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015. Ως εκ τούτου, η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη δικαιούχος των παραπάνω απαιτήσεων, ως ειδική διάδοχος της μεταβιβάζουσας Τράπεζας (αναιρεσίβλητης).

Ακολούθως, η εταιρεία αυτή (ειδικού σκοπού), με την από 30/4/2020 Σύμβαση Ανάθεσης Διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία με αρ.πρωτ.166/30.4.2020, στον τ.11 και αυξ.αρ.114 και ως συμπληρώθηκε συνεπεία της άνω καθολικής διαδοχής με το από 20.4.2021 Παράρτημα Μεταβολής της προς το πρόσωπο του διαχειριστή, καταχωρηθέν νομιμως στα οικεία βιβλία με αριθμ.

πρωτ.132/20.4.2021, στον τόμο 12 και με αυξ.αρ.122, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, που της μεταβιβάστηκαν, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία "C. H. Χ. Υ. Μ. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει της υπ'αριθμ.207/1/29-11-2016 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/201, και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΤτΕ, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ.153/8.1.2019 Πράξη.

Ενόψει των ανωτέρω, η παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού τυγχάνει ειδική διάδοχος-δικαιούχος των απαιτήσεων που απορρέουν από την 223142/7.3.1989 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις τροποποιητικές και παρεπόμενες αυτής πράξεις. Διαχειρίστρια δε των απαιτήσεων της εν λόγω δικαιούχου (αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού), τα δικαιώματα της οποίας υπερασπίζεται και τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, τυγχάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4354/2015, σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η οποία έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως, υπέρ της αναιρεσίβλητης προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί καταλαμβάνει, ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την επίδικη έννομη σχέση, και την ειδική διάδοχο αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειριστή απαιτήσεων και της εκ του νόμου αποκλειστικής νομιμοποίησής της για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεκδικαστεί αυτή με την αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 246 και 573 ΚΠολΔ) (ΑΠ 302/2023).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής, κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής, ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτου.

Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερούμενη αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει, κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ενστάσεώς του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσεως αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με την πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 300/2023, ΑΠ 1757/2022, ΑΠ 846/2022, ΑΠ 761/2021, ΑΠ 50/2020).

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 846/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1122/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή και 38 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.β ΑΚ) (ΑΠ 83/2020, 50/2020).

Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.

Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.

Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου ότι από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1757/2022, ΑΠ 1398/2021, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 50/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 428/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 51/2022).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 641/2023, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία, (αναιρεσείουσα) με την επιμέρους εταιρική μορφή και επωνυμία που είχε κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, δραστηριοποιείται στον κλάδο εμπορίας ενδυμάτων και υποδημάτων, διατηρώντας καταστήματα στα ..., προμηθευόταν δε κατά το παρελθόν κάποιο από τα εμπορεύματά της από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Λ.

Γ. Α.". Για την αξία των εμπορευμάτων τα οποία παρήγγειλε η πρώτη ανακόπτουσα, εξέδιδε προκαταβολικά σε διαταγή της εταιρίας "Λ. Γ. Α." και τις παρέδιδε, όπως εκάστη εκπροσωπούνταν νομίμως, ταυτόχρονα με τη σύναψη συμβάσεως προμήθειας εμπορευματων, αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες έφεραν ημερομηνίες πληρωμής περίπου οκτώ (8) μήνες μετά από την πραγματική ημερομηνία εκδόσεώς τους, η οποία (ημερομηνία πληρωμής) συνέπιπτε με την πραγματική παράδοση των εμπορευμάτων...

Στα πλαίσια δε της ως άνω συνεργασίας, αναφορικώς με την επικείμενη προμήθεια εμπορευμάτων της χειμερινής περιόδου (σεζόν) 2011-2012, που παρήγγειλε η πρώτη ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) στην ως άνω προμηθεύτρια εταιρία, εξέδωσε, σε διαταγή της το μήνα Μάρτιο του έτους 2011, μεταξύ άλλων και τις τρεις επίδικες επιταγές, συνολικού ποσού 100.000,00 Ευρώ, επί τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε η (πλέον εν τοις πράγμασι το χρόνο εκείνο) ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.

Μ. Σ. Ο..Ε..", για τα χρέη της οποίας ευθύνονται οι ανακόπτοντες (αναιρεσείοντες) κατά τα αμέσως ανωτέρω, στην Τ. E. E. E.. Ωστόσο, η προμηθεύτρια εταιρία "Λ. Γ. Α..Ε.." σταμάτησε την εμπορική δραστηριότητά της περί το μήνα Μάϊο του έτους 2011, ακολούθως δε υπέβαλε αίτηση υπαγωγή της στην τότε ισχύουσα διαδικασία συνδιαλλαγής (άρθρα 99 επ.

ΠτωχΚ, πλέον διαδικασία εξυγιάνσεως), η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της υπ'αριθμ. 863/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Περαιτέρω, η τελευταία εταιρία ήταν κατάχρεη, καθώς η αρμόδια ΦΑΕΕ Αθηνών είχε εκδώσει την υπ' αριθμ. 37127/04-11-2010 διαταγή της για τη δέσμευση των καταθέσεών της, πλην όμως την ίδια δε ημέρα εξεδόθη η υπ αριθμ. 37194/04-11-2010 διαταγή περί άρσεως των μέτρων για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, με άρση περιοριστικών της δεσμεύσεως του 50% των καταθέσεων των λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και, τέλος, με την υπ' αριθμ. 6989/22-02- 2011 διαταγή της ΦΑΕΕ Αθηνών, επιβλήθηκαν εκ νέου μέτρα για τη διασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου, με δέσμευση των καταθέσεων της εταιρίας, η δε ως άνω απόφαση κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών, στις Δ.Ο.Υ.

Αγ. Παρασκευής και Κηφισιάς και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, με την από 03-06-2011 (φέρουσα ημερομηνία 31-05-2011) εξώδικη δήλωση που απέστειλε η πρώτη ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) στην εταιρία "Λ. Γ. Α..Ε.",... δήλωνε ότι προβαίνει σε υπαναχώρηση από τις μεταξύ τους συμβάσεις πωλήσεις εμπορευμάτων, καλώντας της να της επιστρέψει τα ήδη δοθέντα σώματα επιταγών μεταξύ των οποίων και τις επίδικες επιταγές.

Ωστόσο,... η εταιρία "Λ. Γ. Α..Ε.." είχε ήδη οπισθογραφήσει λόγω ενεχύρου τις επίδικες επιταγές στην καθ'ης (αναιρεσείβλητη) την 29-03-011, 10-03-2011 και 29-03-2011. Περαιτέρω, κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, η καθ'ης (αναιρεσίβλητη) εμφάνισε προς πληρωμή τις ανωτέρω επιταγές και, ακολούθως, ενόψει της μη πληρωμής τους, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής, κατά τα ήδη εκτεθέντα ειδικότερα ανωτέρω, ενέγραψε δε σε ακίνητο συνιδιοκτησίας του τετάρτου ανακόπτοντος που βρίσκεται στα ..., προσημείωση υποθήκης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσεως των επιδίκων μεταχρονολογημένων επιταγών από την καθης (αναιρεσίβλητη) (Μάρτιος του 2011) α) δεν υπήρχε καταχωρισμένη στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΣΙΑΣ" ακάλυπτη επιταγή της εταιρίας "Λ. Γ. Α.", η παλαιότερη ακάλυπτη επιταγή είχε ημερομηνία 29-06-2011..., β) δεν υπήρχε καταχωρισμένη στο ίδιο σύστημα απλήρωτη συναλλαγματική της ανωτέρω εταιρίας, η παλαιότερη απλήρωτη συναλλαγματική είχε ημερομηνία 12-07-2011..., γ) δεν υπήρχε καταχωρισμένη στο ίδιο σύστημα (ενν:

διαταγή) πληρωμής σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας (η παλιότερη διαταγή πληρωμής είχε ημερομηνία 28-07-2011... και δ) δεν υπήρχε καταχωρισμένη στο ίδιο σύστημα κατάσχεση σε βάρος της ανωτέρω εταιρίας, η παλαιότερη κατάσχεση είχε ημερομηνία 30-05-2011... Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η υπ' αριθμ. 37127/04-11-2010 διαταγή της ΦΑΕΕ Αθηνών, με την οποία έλαβε χώρα δέσμευση των καταθέσεων της ανωτέρω εταιρίας, ήρθη την ίδια ημέρα με την υπ' αριθμ. 37194/04-11-2010 διαταγή περί άρσεως των μέτρων για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, με άρση περιοριστικώς της δεσμεύσεως του 50% των καταθέσεων των λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων σε Τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, χωρίς να προκύπτει ότι η ανωτέρω αρχική διαταγή περιήλθε σε γνώση της καθ' ης.

Ωστόσο, με την υπ' αριθμ.6989/22-02-2011 διαταγή της ΦΑΕΕ Αθηνών, λήφθηκαν εκ νέου μέτρα προς διασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου, με δέσμευση των καταθέσεων της ανωτέρω εταιρίας. Περαιτέρω, ναι μεν δεν προκύπτει η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία το τελευταίο έγγραφο περιήλθε στην καθ' ης, ωστόσο, ενόψει του ότι α) αυτό κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ακολούθως όφειλε να ενημερώσει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα της επικράτειας και β) με αυτό λάμβανε χώρα, μεταξύ άλλων, δέσμευση του 50% των καταθέσεων, λογαριασμών, κοινών λογαριασμών, πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων της ανωτέρω εταιρίας (με εξαίρεση τους μισθούς και συντάξεις) κρίνεται ότι το ως άνω έγγραφο, ενόψει της άμεσης ανάγκης περί δεσμεύσεως των καταθέσεων σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, κοινοποιήθηκε αμέσως και, σε κάθε περίπτωση πριν η καθ' ης δεχθεί με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, τις επίδικες επιταγές κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα.

Συνεπώς, κατά το χρόνο κτήσεως των ως άνω επιταγών, χρόνο κρίσιμο αναφορικώς με τη γνώση της καθ' ης (χωρίς να ενδιαφέρει ότι είναι μεταχρονολογημένες καθώς και στην περίπτωση αυτή είναι πληρωτέες άμα τη εμφανίσει κατ' άρθρ.28 εδ.Ν.5960/1933), η τελευταία πράγματι δεν είχε γνώση οφειλών της ανωτέρω εταιρίας προς ιδιώτες, παρά μόνο πιθανώς είχε γνώση ότι η ανωτέρω εταιρία βαρυνόταν με σημαντικές οφειλές προς το Δημόσιο.

Δεδομένου δε, ότι η υποχρέωση από την επιταγή είναι αναιτιώδης σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 5960/1933, όπου μεταξύ των αναφερομένων στοιχείων δεν περιλαμβάνεται και η αιτία έκδοσης της επιταγής, και ενόψει του ότι η οικονομική συνεργασία που είχε η καθ' ης η ανακοπή με την "Λ. Γ. Α.", η οποία δεν είχε παρουσιάσει ουδέποτε έως τότε προβλήματα, ως εκ τούτου καλόπιστα θεωρούσε ότι αυτή η ομαλή συνεργασία θα συνεχιστεί, και συνεπώς, δεν όφειλε να ελέγξει περαιτέρω, αν οι επίδικες επιταγές που της εμφάνισε η ανωτέρω εταιρία αντιπροσώπευαν πραγματική οφειλή ή προσκομίστηκαν προκειμένου να προκληθεί βλάβη στην εκδότριά τους-πρώτη ανακόπτουσα (και συνακόλουθα στους λοιπούς ανακόπτοντες).

Περαιτέρω εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών εκ μέρους της καθ'ης, που εν προκειμένω ενδιαφέρει για να κριθεί το βάσιμο της ένστασης του άρθρου 22 του ν. 5960/1933, δηλαδή κατά το χρόνο καταχώρησης αυτής στο προβλεπόμενο ειδικό πινάκιο, η οποία έλαβε χώρα στις 29-3-2011, 10-3-2011 και 29-3-2011, αντίστοιχα, η καθ'ης γνώριζε ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί καταπιστευτικά, προς εξασφάλιση και μόνο της εξόφλησης του τιμήματος των παραγγελθέντων και πωληθέντων από αυτήν προς την πρώτη ανακόπτουσα εμπορευμάτων.

Η μοναδική πηγή, από την οποία η καθης (αναιρεσίβλητη) θα μπορούσε να πληροφορηθεί κάτι τέτοιο, θα ήταν η ίδια η λήπτρια, η οποία βέβαια δεν είχε κανέναν λόγο να ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα, καθώς, σε αυτήν την περίπτωση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την επικρατούσα στην τραπεζική αγορά συναλλακτική πρακτική, η καθ' ης δεν θα δεχόταν να της οπισθογραφηθεί η επιταγή και η λήπτρια της επιταγής δεν θα πετύχαινε την επιδιωκόμενη χρηματοδότησή της από την Τράπεζα μέσω της οπισθογράφησης λόγω ενεχύρου του πιστωτικού τίτλου, του οποίου ήταν κομίστρια.

Οι ίδιοι οι ανακόπτοντες (αναιρεσείοντες), άλλωστε, συνομολογούν ότι η σχετική δήλωση, με την οποία γνωστοποιούσε στην εταιρία "Λ. Γ. Α." την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση με την τελευταία, κοινοποιήθηκε σ' αυτήν (εταιρία "Λ. Γ. Α.") με την από 3-6-2011 (φέρουσα ημερομηνία 31-5-2011) εξώδικη δήλωση-καταγγελία της, δηλαδή, τουλάχιστον δύο και πλέον μήνες μετά την οπισθογράφησή τους προς την καθ' ης Τράπεζα.

Από κανένα, δε, αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία ενημέρωσε την καθ' ης για την οικονομική αδυναμία της "Λ. Γ. Α.", ούτε για την μη εκτέλεση της παραγγελίας που αφορούσαν οι ένδικες επιταγές, κάτι το οποίο βεβαίως ούτε και η ίδια γνώριζε, δεδομένου ότι η παραγγελία θα μπορούσε να εκτελεσθεί, ακόμα και το καλοκαίρι του 2011, επομένως, κατά το χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών από την καθ' ης, τέτοια γνώση δεν υπήρχε, καθώς αθέτηση των υποχρεώσεων της "Λ.

Γ. Α.", δεν είχε έως τότε συντελεστεί. Ο έλεγχος εκ μέρους της καθ' ης, της νομιμότητας και γνησιότητας των επιταγών της ύπαρξης του λογαριασμού από τον οποίο αυτή θα πληρωνόταν, της συνάφειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας της "Λ. Γ. Α." και της πρώτης ανακόπτουσας και της μη εγγραφής δυσμενών στοιχείων στον "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", ήταν η δέουσα και αποδεικνύει την καλή πίστη της καθ' ης κατά το χρόνο λήψης της επιταγής.

Όπως πλέον ειδικότερα, δε, αποδείχθηκε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο σχετικός ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι οι επίδικες επιταγές δεν αφορούν οφειλή τους από κάποια συγκεκριμένη συναλλαγή, αλλά δόθηκαν ως επιταγές "εγγυήσεως" και ότι η καθ' ης γνώριζε κατά τη λήψη των επίδικων επιταγών ότι το ποσό αυτό δεν οφειλόταν και ότι ενήργησε προς βλάβη της, πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ως αληθής, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι υπήρξε γνώση της καθ' ης ή των εκπροσώπων της, κατά το χρόνο κτήσης των ως άνω επιταγών.

Ότι δηλαδή γνώριζαν ότι αυτές δεν αφορούσαν οφειλές από κάποια συγκεκριμένη συναλλαγή μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της λήπτριας εταιρίας και ενήργησε προς βλάβη της ανακόπτουσας, γνωρίζοντας ότι με την απόκτησή της ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή της ένστασης αυτής από τον οφειλέτη και ότι θα επιτύχει έτσι την πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της προς αυτήν δεν θα επιτυγχάνονταν.

Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι η καθ' ης, μολονότι δεν υποχρεούνταν, ήλεγξε και επιβεβαίωσε πως δεν υπήρχε δυσμενής καταχώρηση στον "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", ενώ μέχρι τότε η εμπορική συνεργασία που είχε με την ανώνυμη εταιρία "Λ. Γ. Α.", ήταν ομαλή. Επομένως όταν έλαβε τις επίδικες επιταγές δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει για την φερεγγυότητα της "Λ.

Γ. Α.", ενώ έγινε διασταύρωση της συνάφειας της φερεγγυότητας δραστηριότητας της εκδότριας και της λήπτριας και έλεγχος νομιμότητας και γνησιότητας της επιταγής. Κατά το χρόνο δε μεταβίβασης των επίδικων επιταγών στην καθ' ης, η τελευταία, δεν είχε αφορμή να αμφισβητήσει τη νόμιμη αιτία έκδοσης των ένδικων επιταγών ώστε να ζητήσει, όπως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι όφειλε να πράξει, τα σχετικά παραστατικά, επιπροσθέτως δε από καμία διάταξη νόμου δεν επιβάλλεται η υποχρέωση προς διενέργεια τέτοιου ελέγχου.

Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, που επρόκειτο για εταιρία, χωρίς δυσμενή στοιχεία δεσμευμένα στον "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", δικαιολογημένα δεν κρίθηκε απαραίτητη η αναζήτηση παραστατικών, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν θα επιβεβαίωναν τη σύνδεση συναλλαγής και επιταγών μιας και η εταιρία θα μπορούσε να προσκομίσει οποιαδήποτε τιμολόγια από προηγούμενη πρόσφατη συναλλαγή της, με ποσό αντίστοιχο με το ποσό των ένδικων επιταγών χωρίς η καθ' ης να μπορεί να ελέγξει το ζήτημα περαιτέρω.

Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι κατά την κτήση της επιταγής, οι υπάλληλοι της καθ' ης παραβίασαν τις εγκυκλίους και τις οδηγίες της καθ' ης, αναφορικά με τον τρόπο ενεχυρίασης μεταχρονολογημένων επιταγών (βλ. και την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη εγκύκλιο της καθ' ης, η οποία επιβάλλει οι επιταγές, που οπισθογραφούνται προς την Τράπεζα λόγω ενεχύρου, να καλύπτουν πραγματική εμπορική συναλλαγή και σε μαία περίπτωση να μην αφορούν χορήγηση προκαταβολής έναντι μελλοντικών αγορών).

Εξάλλου, όπως ισχύει στην κρατούσα πρακτική των τραπεζικών εταιριών, η προσκομιδή κάποιου τιμολογίου πώλησης εμπορευμάτων ή άλλων αντίστοιχων αποδεικτικών εγγράφων, δεν αποτελεί, άλλωστε απαραίτητο όρο για την οπισθογράφηση στην καθ' ης πιστωτικών τίτλων λόγω ενεχύρου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ανακόπτοντες (βλ.

και την ως άνω εγκύκλιο της καθ' ης, στην οποία αναφέρεται ότι η προσκομιδή τιμολογίων ή άλλων στοιχείων, από τα οποία θα αποδεικνύεται η εμπορική συναλλαγή, με την οποία συνδέεται η μεταχρονολογημένη επιταγή, δεν επιβάλλεται πάντοτε, αλλά μόνο όποτε τα καταστήματα της Τράπεζας το κρίνουν αναγκαίο). Πέραν τούτου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχει σχέση με την εσωτερική λειτουργία των διαφόρων καταστημάτων της Τράπεζας και δεν έχει ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις απ' αυτές.

Σε κάθε δε περίπτωση ο νόμος περί επιταγής δεν εισάγει εξαίρεση ως προς τις Τράπεζες κατά τη λήψη μιας επιταγής ούτε επιβάλλει μεγαλύτερες υποχρεώσεις σε αυτές σε σχέση με τους ιδιώτες εμπόρους. Η τυχόν αποδοχή τέτοιων εξαιρέσεων εκτός από το ότι δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία διάταξη νόμου θα οδηγούσε σε πλήρη αναίρεση της λειτουργίας της επιταγής, καταστρατήγηση του αναιτιώδους χαρακτήρα και του σκοπού που αυτή επιτελεί.

Επιπλέον, οι υπάλληλοι της καθ' ης προέβησαν στον συνηθισμένο σε αυτές τις περιπτώσεις έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη και της πρώτης ανακόπτουσας, μέσω του διατραπεζικού πληροφοριακού συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", από τον οποίο δεν προέκυψαν δυσμενή στοιχεία για την πρώτη ανακόπτουσα εταιρία.

Επομένως, όπως αποδείχθηκε, η καθ' ης η ανακοπή παρέλαβε τις επίδικες επιταγές με πλήρη καλοπιστία και προέβη σε νόμιμο έλεγχο του κύρους αυτής. Η αναφερόμενη οικονομική δυσχέρεια της "Λ. Γ. Α.", δεν μπορούσε να κριθεί ότι τελούσε σε γνώση της καθ' ης, η οποία δεν εμπλέκετο καθ' οποιονδήποτε τρόπο, στα ζητήματα οφειλών της "Λ.

Γ. Α.". Πράγματι, η εταιρία "Λ. Γ. Α.", είχε χρέη στη ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως αναλυτικά ανωτέρω αναφέρθηκε από μη απόδοση ΦΠΑ, είχε δε εκδοθεί αρχικά από 4-11-2010 η υπ' αριθμ.37127/4-11- 2010 διαταγή της για δέσμευση των καταθέσεων της εταιρίας "Γ.", ενώ την ίδια μέρα εξεδόθη η 37194/4-11-10 διαταγή περί μερικής άρσης των μέτρων για τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Εν συνεχεία, δε, με την 6989/22-2-2011 διαταγή της ΦΑΕ Αθηνών αναβίωσαν στο σύνολό τους τα μέτρα για διασφάλιση του Δημοσίου, με δέσμευση των καταθέσεων της εταιρίας και των μελών της στο Δ.Σ. αυτής. Πλην όμως η καθ' ης, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε μία οικονομική συνεργασία με την "Λ. Γ. Α.", η οποία δεν είχε παρουσιάσει προβλήματα, ως εκ τούτου, καλόπιστα θεωρούσε ότι αυτή η συνεργασία θα συνεχίζετο.

Ούτε επιπλέον προκύπτει ότι υπήρχε και σκοπός βλάβης της οφειλέτριας-εκδότριας της ένδικης επιταγής. Όπως αναφέρθηκε, η επιταγή δεν έφερε ρήτρα περιοριστικής της κυκλοφοριακής ικανότητας του αξιογράφου, "ουχί εις διαταγή", "μη μεταβιβάσιμη", ή άλλη ισοδύναμη, ήταν επομένως άμεσα εισπρακτέα και ελευθέρως μεταβιβάσιμη.

Ενόψει επομένως της αιτιώδους της έκδοσης της επιταγής και της έλλειψης γνώσης εκ μέρους της καθ' ης περί των ζητημάτων τα οποία επικαλούνται οι ανακόπτοντες πολύ δε περισσότερο, ενόψει της μη απόδειξης σκοπού βλάβης των συμφερόντων των ανακοπτόντων μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κακή πίστη την οποία επικαλείται η ανακόπτουσα.

Η κακή πίστη της κομίστριας, δε, θα έπρεπε να υπάρχει κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, πλην όμως το Μάρτιο του 2011, ούτε οι ίδιοι οι ανακόπτοντες γνώριζαν ότι δεν θα υλοποιούνταν οι παραδόσεις των εμπορευμάτων που είχε συμφωνήσει με την "Λ. Γ. Α.". Άλλωστε, έτι περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η καθ'ης η ανακοπή ενήργησε όπως απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" ο αποκτών αυτή (επιταγή) εν γνώσει της ένστασης που πηγάζει από τις προσωπικές σχέσεις του υπόχρεου από την επιταγή προσώπου με τον εκδότη και να έχει ενεργήσει εν γνώσει για να βλάψει τον οφειλέτη (άρθρο 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής")-δεν αποδείχθηκε, ότι η καθ' ης ενήργησε, εν γνώσει κατά την κτήση των επίδικων επιταγών προς βλάβη του οφειλέτη (εν προκειμένω της πρώτης ανακόπτουσας), δεδομένου ότι τέτοια γνώση και σκοπός της καθ'ης, όπως εκπροσωπούνταν νομίμως, δεν αποδείχθηκε, ενόψει δε του ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και, όπως προαναφέρθηκε, πληρωτέες καθ' όλο το διάστημα από τότε που λήφθηκαν (τις ημερομηνίες του Μαρτίου του 2011 που αναφέρθηκαν) μέχρι το φερόμενο χρόνο εκδόσεως και πληρωμής τους, αν η καθής ήθελε να ενεργήσει εν γνώσει προς βλάβη της πρώτης ανακόπτουσας δεν θα περίμενε ως τον ανωτέρω φερόμενο χρόνο εκδόσεως και πληρωμής για να της εισπράξει, αλλά θα τις εισέπραττε αμέσως μετά το μήνα Μάρτιο ή Απρίλιο του έτους 2011 προκειμένου να προλάβει την επικείμενη οικονομική κατάρρευση της εταιρίας "Λ.

Γ. Α." (την οποία αποδείχθηκε κατόπιν των ανωτέρω ότι κατά το χρόνο κτήσεως των οποίων δεν γνώριζε, όπως εκπροσωπούνταν νομίμως) και την επικείμενη τότε ανάκληση των επιταγών στην οποία θα προέβαινε η πρώτη ανακόπτουσα (στην οποία και πράγματι προέβη κατά τα ανωτέρω) που είχε ως συνέπεια την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την από 23/1/2012 ανακοπή τους κατά της εκδοθείσας σε βάρος τους υπ' αριθμ.12/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 22 Ν.5960/1933, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά γενόμενα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο που απέκτησε τις επίδικες επιταγές, δεν γνώριζε την έλλειψη νόμιμης αίτιας για την έκδοση των εν λόγω επιταγών και δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αναιρεσείουσας, με τις υποστηρίζουσες το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ουσιαστικές παραδοχές 1) ότι οι επιταγές δεν έφεραν ρήτρα περιοριστικής της κυκλοφοριακής ικανότητας του αξιογράφου, "ουχί εις διαταγή", "μη μεταβιβάσιμη", ή άλλη ισοδύναμη, ήταν επομένως άμεσα εισπρακτέες και ελευθέρως μεταβιβάσιμες, 2) ότι οι αναιρεσείοντες δήλωσαν στην εταιρεία "Λ.

Γ. Α..Ε." την υπαναχώρησή τους από την μεταξύ τους σύμβαση στις 3/6/2011, τουλάχιστον δύο και πλέον μήνες μετά την οπισθογράφησή των επιταγών (29/3/2011, 10/3/2011, 29/3/2011) προς την αναιρεσίβλητη, 3) ότι οι αναιρεσείοντες δεν ενημέρωσαν την αναιρεσίβλητη για την οικονομική αδυναμία της "Λ. Γ. Α.", ούτε για την μη εκτέλεση της παραγγελίας που αφορούσαν οι ένδικες επιταγές, 4) ότι κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών αθέτηση των εκ της συμβάσεως πώλησης υποχρεώσεων δεν είχε συντελεστεί, 5) ότι τον Μάρτιο του 2011, ούτε οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες δεν γνώριζαν ότι δεν θα υλοποιούνταν οι παραδόσεις των εμπορευμάτων που είχαν συμφωνήσει με την "Λ.

Γ. Α." 6) ότι η αναιρεσίβλητη ήλεγξε τη νομιμότητα και γνησιότητα των επιταγών και την ύπαρξη λογαριασμού από τον οποίο θα πληρώνονταν ενώ έγινε διασταύρωση της συνάφειας της φερεγγυότητας δραστηριότητας της εκδότριας και της λήπτριας, 7) ότι κατά την κτήση των επιταγών δεν υπήρχε δυσμενής καταχώρηση στον "ΤΕΙΡΕΣΙΑ" για την "Λ.

Γ. Α.", 8) ότι η εμπορική συνεργασία των αναιρεσειόντων με την εταιρεία αυτή ήταν ομαλή και δεν είχε ουδέποτε παρουσιάσει προβλήματα, 9) ότι με την από 22/2/2011 διαταγή της ΦΑΕΕ λήφθηκαν μέτρα σε βάρος την παραπάνω ανωνύμου εταιρείας προς διασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου και όχι για οφειλές της προς ιδιώτες.

Οι παραδοχές ότι "η αναιρεσίβλητη πιθανώς (όπως αναφέρεται στην απόφαση) είχε γνώση για τις οφειλές της "Λ. Γ. Α..Ε." προς το Δημόσιο, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι δεν γνώριζε για την οφειλή της παραπάνω εταιρείας προς τους αναιρεσείοντες, καθόσον πρόκειται περί διαφορετικών χρεών και με διαφορετικούς δανειστές, τυχόν δε γνώση της αναιρεσίβλητης ότι η "Λ.

Γ. Α." είχε οφειλές προς το Δημόσιο δεν σημαίνει αναγκαία ότι αυτή γνώριζε και για την οφειλή της ως άνω εταιρείας προς τους αναιρεσείοντες, και μάλιστα ότι όφειλε από τη συγκεκριμένη συναλλαγή για την οποία δόθηκαν οι επιταγές. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρθμ.19 πλημμέλειες περί αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης γνώσης της αναιρεσίβλητης, κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών, για την ανυπαρξία υποκείμενης σχέσης μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας των επιταγών, καθώς και της έλλειψης πρόθεσης βλάβης αυτής, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς την περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, αναφορικά με την παραδοχή της απόφασης, ότι "δικαιολογημένα δεν κρίθηκε απαραίτητη η αναζήτηση παραστατικών", είναι απαράδεκτοι, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε επιχείρημα και συμπέρασμα που άντλησε το δικαστήριο της ουσίας από τις αποδείξεις και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσE προτάσεις και υπέβαλE σχετικό αίτημα θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2022 αίτηση των 1) Της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Μ. Κ. Σ. Ε.", 2) Λ. Μ. του Γ. 3) Π. Μ. του Π. 4) Γ. Μ. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 195/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.....

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ