Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal due to insufficient factual findings on contract duration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the case. The lower court had rejected the claim because the parties failed to clearly establish the duration of the company's existence relative to the copyright exploitation agreement. The court ruled that the lower court's reasoning was insufficient to justify the application of the five-year limitation period under the relevant law, rendering the factual findings inadequate for the appeal review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 580(3) C.Pol.D.: When a lower court's decision relies on insufficient factual findings to justify the application of substantive law, the appeal is admissible, and the case must be remitted for retrial by a different panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 395/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δαρούσου. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μανώλη Σουριαδάκι. Κοινοποιουμένη προς: Κ. Φ. του Α., κάτοικο ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 26-4-2010 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 19-11-2010 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1286/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2787/2014 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και 1394/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1475/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης από 8 Νοεμβρίου 2017 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και του Κ. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1394/2017 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 21/2/2020 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1394/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 19/06/2007 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που άσκησαν η αναιρεσίβλητη εταιρεία και η Σ.
Ε. (μη διάδικος) κατά των αναιρεσειόντων και της εταιρείας με την επωνυμία "...." (μη διαδίκου), επικαλούμενες προσβολή από τους εναγόμενους των περιουσιακών τους δικαιωμάτων επί της εκμετάλλευσης της κινηματογραφικής ταινίας "...", ζήτησαν την άρση των προσβολών και την απαγόρευση της, καθ' οιονδήποτε τρόπο, θέσης σε κυκλοφορία, διανομής, πώλησης, εκμίσθωσης και εν γένει εκμετάλλευσης του ως άνω πνευματικού έργου.
Οι εναγόμενοι άσκησαν την από 26/04/2010 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του δικαιοπαρόχου τους Κ. Φ., ως σκηνοθέτη και δημιουργού της επίμαχης ταινίας, ζητώντας να παρέμβει αναγκαστικώς υπέρ τους στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα δίκη, ο τελευταίος δε άσκησε, υπέρ των εναγομένων, την από 19/11/2010 πρόσθετη παρέμβαση.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε τα ανωτέρω δικόγραφα, εξέδωσε την με αριθμό 1286/2013 οριστική απόφαση (όπως διορθώθηκε με την με αριθμό 2787/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσα (Σ. Ε.-μη διάδικο) και την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη εταιρεία, απαγορεύοντας στους εναγόμενους αναιρεσείοντες να προβαίνουν στην αναπαραγωγή, διανομή και εν γένει εκμετάλλευση του κινηματογραφικού έργου "...", σε οποιαδήποτε μορφή και υλικό φορέα και υποχρεώνοντάς τους να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας επί της ανωτέρω κινηματογραφικής ταινίας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους εναγόμενους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, α) η από 26/05/2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3282/2015 έφεση των αναιρεσειόντων και β) η από 26/05/2015 και με αριθμό κατάθεσης 4822/2015 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία "....", οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 1394/2017 απόφασή του ανωτέρω δικαστηρίου η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, (όπως αυτή διορθώθηκε), μόνο κατά το σκέλος της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα, κράτησε την υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της και αφού δίκασε αυτή κατ' ουσία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και υποχρέωσε τους εναγόμενους (αναιρεσείοντες):
α) να παύσουν την αναπαραγωγή, διανομή και εν γένει εκμετάλλευση της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο "..." και β) να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας επί της ανωτέρω κινηματογραφικής ταινίας με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 8/11/2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1475/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης για το λόγο ότι δεν προέκυπτε η κλήτευση του προσθέτως παρεμβάντος.
Ήδη, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναίρεσης, με την από 21/2/2020 κλήση των αναιρεσειόντων-καλούντων, η οποία κοινοποιήθηκε και στον προσθέτως παρεμβάντα όπως προκύπτει από την με αριθμό 979/15-6-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Μ.
Ε.. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σε αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα).
Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή. Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό ιδίως την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εγγραφή και την αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και να θέτει σε κυκλοφορία το πρωτότυπο ή αντίτυπα του έργου με μεταβίβαση της κυριότητας.
Σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον και όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
Από τις διατάζεις αυτές προκύπτει ότι προσβολή των απόλυτων και αποκλειστικών δικαιωμάτων (περιουσιακού και ηθικού) της πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού πάνω στο έργο, αποτελεί κάθε πράξη που έχει ως αντικείμενο και περιεχόμενο όμοιο με το αντικείμενο και το περιεχόμενο της πνευματικής ιδιοκτησίας, εφόσον η πράξη δεν γίνεται από το δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του.
Το περιουσιακό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό, μεταξύ άλλων, την εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εγγραφή και την αναπαραγωγή του έργου με κάθε μέσο και να θέτει σε κυκλοφορία το πρωτότυπο ή αντίτυπα του έργου με μεταβίβαση της κυριότητας. Κατά το περιουσιακό αυτό περιεχόμενό του, το δικαίωμα στην πνευματική δημιουργία μπορεί να αποτελεί αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης (άρθρο 3) και είναι ελεύθερα μεταβιβαστό είτε με συστατική μεταβίβαση όλων των επί μέρους εξουσιών του σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο γίνεται έτσι μόνος δικαιούχος με αντίστοιχη αποξένωση του δημιουργού από αυτές, είτε με συμβάσεις ή άδειες εκμετάλλευσης συγκεκριμένων εξουσιών του περιουσιακού δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να συμφωνηθούν ως αποκλειστικές ή μη (άρθρα 12 και 13).
Η διαφορά μεταξύ άδειας και σύμβασης εκμετάλλευσης (και οι δύο αποτελούν υποσχετικές δικαιοπραξίες) συνίσταται στο ότι στη σύμβαση εκμετάλλευσης ο αντισυμβαλλόμενος με τον πνευματικό δημιουργό αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει τις εξουσίες που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα και για τις οποίες καταρτίστηκε η σύμβαση, ενώ στην άδεια, η άσκηση αποτελεί ευχέρεια του αντισυμβαλλόμενου (άρθρο 13).
Συνεπώς, όποιος αποκτήσει το περιουσιακό δικαίωμα κατά τρόπο δευτερογενή γίνεται πλήρως δικαιούχος και μπορεί να ασκήσει όλες ή σε κάθε περίπτωση όσες από τις εξουσίες του έχουν μεταβιβασθεί. Για το ηθικό δικαίωμα (άρθρο 4) προβλέπεται το αμεταβίβαστο εν ζωή (άρθρο 12), ορίζεται ωστόσο ότι η συναίνεση του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος και δεσμεύει τον δημιουργό (άρθρο 16).
Οι παραπάνω κανόνες ίσχυαν βασικά και υπό το καθεστώς του ν. 2357/1920. Ωστόσο, με το ν. 2121/1993 θεσπίζονται (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω) οι ακόλουθοι νέοι κανόνες: α) Οι σχετικές με την οικονομική εκμετάλλευση της πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιοπραξίες υπόκεινται σε έγγραφο, συστατικό, τύπο (άρθρο 14), η ακυρότητα όμως από την έλλειψη του τύπου είναι σχετική, δηλαδή τάσσεται υπέρ του πνευματικού δημιουργού, β) τόσο η μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος όσο και οι συμβάσεις εκμετάλλευσης ή άδειας εκμετάλλευσης του δικαιώματος αυτού μπορούν να είναι περιορισμένες από την άποψη των εξουσιών, του σκοπού, της διάρκειας, της τοπικής ισχύος και της έκτασης ή των μέσων εκμετάλλευσης, εισάγεται δε ερμηνευτικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, αν δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό στη σύμβαση εκμετάλλευσης της πνευματικής ιδιοκτησίας, η διάρκειά της θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια (άρθρο 15 παρ. 1 και 2).
γ) Καθιερώνεται κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, αν δεν καθορίζεται η έκταση και τα μέσα εκμετάλλευσης, για τα οποία γίνεται η μεταβίβαση, θεωρείται ότι η άδεια ή σύμβαση εκμετάλλευσης αφορούν την έκταση και τα μέσα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του σκοπού της σχετικής σύμβασης (άρθρα 15 παρ. 4 και 34 παρ. 1).
δ) Η σύμβαση ή άδεια δεν μπορεί, κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 13 παρ. 5), να περιλαμβάνει το σύνολο των μελλοντικών έργων του δημιουργού και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε τρόπους εκμετάλλευσης που δεν ήταν γνωστοί κατά το χρόνο κατάρτισης των σχετικών δικαιοπραξιών. ε) Τον κανόνα του ειδικού προσδιορισμού των εξουσιών που μεταβιβάζονται (άρθρο 15 παρ. 4) επαναλαμβάνει το άρθρο 34 και για τη σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής.
Αν δεν ορίζονται ειδικά στη σύμβαση οι εξουσίες που μεταβιβάζονται, θεσπίζεται ερμηνευτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο, μεταβιβάζονται στον παραγωγό εκείνες οι εξουσίες που είναι, σύμφωνα με το σκοπό της σύμβασης, απαραίτητες για την εκμετάλλευση του έργου (άρθρο 34 παρ. 1). στ) Ορίζεται ότι ως δημιουργός ενός οπτικοακουστικού έργου τεκμαίρεται ο σκηνοθέτης (άρθρο 9).
Το οπτικοακουστικό έργο θεωρείται περατωμένο όταν εγκριθεί από τον πνευματικό δημιουργό το πρότυπο παραγωγής αντιτύπων για την εκμετάλλευσή του, το οποίο, στην περίπτωση κινηματογραφικής ταινίας, είναι ο υλικός φορέας πρώτης υλικής ενσωμάτωσης του έργου, δηλαδή το "negative" σειράς εικόνων και ήχου αυτής.
Περαιτέρω, με το άρθρο 68 του ως άνω νόμου (2121/1993), που φέρει τον τίτλο "μη αναδρομικότητα νόμου" θεσπίζεται διαχρονικό δίκαιο, στην παράγραφο 3 δε αυτού ορίζεται ότι "συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται από το προγενέστερο δίκαιο για ένα χρόνο από την έναρξη ισχύος του νόμου".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι βασική γραμμή της ρύθμισης του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993 είναι να υπαχθούν στο νόμο αυτό και προγενέστερες δημιουργίες και εκτελέσεις, αλλά μόνο για τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο. Απορρίπτεται δηλαδή η λύση της γνήσιας αναδρομικότητας του νόμου, (όπως άλλωστε σαφώς δηλώνεται με τον τίτλο του ως άνω άρθρου), κατά την οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της νέας ρύθμισης θα ίσχυαν και για τον παρελθόντα χρόνο (π.χ.
θα οφείλονταν αμοιβές και για το χρόνο αυτό) και επιλέγεται η λύση της άμεσης εφαρμογής του νόμου (μη γνήσια αναδρομικότητα) κατά την οποία, περιλαμβάνοντα στην προστασία του νέου νόμου (2121/1993) και παλαιά μεν έργα αλλά μόνο για την εκμετάλλευση τους κατά τον εφεξής (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου) χρόνο.
Ειδικότερα, σχετικά με τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, για τον παρελθόντα χρόνο, οι δικαιούχοι θα περιορισθούν σε όσα δικαιώματα τους έδινε το προϊσχύσαν δίκαιο και οι υπόχρεοι δεν θα έχουν αναδρομική αύξηση των υποχρεώσεών τους. Μετά την παρέλευση όμως έτους από την ισχύ του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 3 αυτού, δηλαδή από 5-3-1994 (ο νόμος 2121/1993 δημοσιεύθηκε στις 4-3-1993 -βλ.
ΦΕΚ 25/4-3-1993 τ. Α`- και άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του, κατ` άρθρο 77 αυτού και επομένως η εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου για τις παλαιές συμβάσεις λήγει στις 4-3-1994 - βλ. και άρθρο 243 παρ. 3 Α.Κ.), οι σχέσεις των δικαιούχων και των υπόχρεων διέπονται πλέον από το νέο νόμο, χωρίς όμως να καταλαμβάνεται από αυτόν και ο τύπος των σχετικών δικαιοπραξιών, ως προς τον οποίο εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο δίκαιο.
Οι συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 3 του ν. 2121/1993, εφόσον δεν γίνεται σ` αυτήν καμιά διάκριση, αφορούν όλες τις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί για την εκμετάλλευση κάθε είδους, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, πνευματικού έργου και επομένως, τόσον τις "συμβάσεις μεταβίβασης" του (περιουσιακού) δικαιώματος, όσο και τις "συμβάσεις εκμετάλλευσης" του έργου ή "άδειας εκμετάλλευσής" του.
Ο σκοπός της παραπάνω διάταξης συνίσταται στην προστασία του δημιουργού πνευματικής ιδιοκτησίας από παλαιότερες συμβατικές ρυθμίσεις που δεσμεύουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας με ολική ή μερική απαλλοτρίωση του περιουσιακού δικαιώματος ή με συμβατικούς περιορισμούς του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού κατά τρόπο που δεν γίνεται αποδεκτός από το σύγχρονο νομοθέτη.
Εξάλλου, στη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος δεν έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις που αφορούν την μεταβίβαση της κυριότητος ενσωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων, όπου πράγματι ο μεταβιβάζων αποξενώνεται οριστικά από το δικαίωμά του επί του πράγματος. Αντίθετα από τη φύση των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως δικαιωμάτων με αντικείμενα άυλα αγαθά και όχι πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 947 ΑΚ, συνεπάγεται ότι για τη μεταβίβασή τους εφαρμόζονται, κατ` αρχήν, ανάλογα (άρθρο 470 Α.Κ.) οι διατάξεις του αστικού κώδικα για την εκχώρηση απαιτήσεων.
Η τοιαύτη δε φύση των δικαιωμάτων από το πνευματικό έργο, όπως το αμεταβίβαστο του ηθικού δικαιώματος από τον πνευματικό δημιουργό (άρθρο 15 παρ. 2 ν. 2121/1993), κάτι που γινόταν δεκτό και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, καθώς και η διάρκεια προστασίας της πνευματικής δημιουργίας (50 χρόνια κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, 70 χρόνια κατά το νέο από το θάνατο του δημιουργού), η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση του περιουσιακού δικαιώματος στο πνευματικό έργο κι αν ακόμη έχει καταρτισθεί σύμβαση για την πλήρη μεταβίβασή του, στοιχεία τα οποία είναι ξένα προς την μεταβίβαση κινητών ή ακίνητων πραγμάτων, δεν αφήνει περιθώριο εξομοίωσης της τελευταίας αυτής μεταβίβασης, προς εκείνη του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικού έργου, και δεν μπορεί να θεωρείται αποπερατωμένη η μεταβιβαστική αυτή σύμβαση (σε αντίθεση με τις παραχωρήσεις εκμετάλλευσης), όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις συμβάσεις μεταβίβασης πράγματος, παρά τέτοια αποπεράτωση υφίσταται μόνο, αν παρέλθει η παραπάνω (κατά το προϊσχύσαν και το νέο δίκαιο) διάρκεια προστασίας του πνευματικού έργου, οπότε, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, αν αυτό είχε συμβεί πριν την ισχύ του, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του, υπό την έννοια, ότι δεν αναβιώνουν δικαιώματα που απορρέουν από πνευματικά έργα, αν έχει παρέλθει η υπό το προηγούμενο δίκαιο διάρκεια της προστασίας τους (50 χρόνια), ενόψει του ότι με το νέο νόμο η διάρκεια της προστασίας αυτής καθιερώνεται σε 70 χρόνια (άρθρο 29 παρ. 1).
Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, κατά την οποία "αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια", εφαρμόζεται κατά το άρθρο 68 παρ. 3 του ως άνω νόμου και στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του, εφόσον βεβαίως σ` αυτές δεν υπάρχει συμφωνημένη διάρκεια.
Η πενταετία που αναφέρεται στην παραπάνω διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έτρεξε στο παρελθόν (άρα έληξε πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου), γιατί αυτό θα προσέδιδε στην εν λόγω διάταξη (άρθρο 15 παρ. 2) γνήσια αναδρομική ενέργεια δηλαδή θα προκαλούσε έννομες συνέπειες για τον παρελθόντα χρόνο, κάτι όμως που δεν μπορεί να συμβεί, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο ν. 2121/1993, είναι μεν κατά το άρθρο 68 άμεσης εφαρμογής, αλλά όχι γνήσια αναδρομικός.
Η νομοθετική αυτή λύση είναι εύλογη αφού οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούσαν πριν από το νέο νόμο να γνωρίζουν τον εν λόγω περιορισμό της διάρκειας της μεταβίβασης, ώστε να ενεργήσουν ανάλογα στις συμβάσεις τους. Έτσι η πενταετία του άρθρου 15 παρ. 2 του ως άνω νόμου θα πρέπει, αφού δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, να τρέξει όλη υπό το κράτος του νόμου αυτού.
Η πενταετία δε αυτή αρχίζει κατά το άρθρο 68 παρ. 3 ν. 2121/1993, ένα χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή, κατά τα προαναφερόμενα από 5-3-1994 και συμπληρώνεται στις 5-3-1999. Επομένως, εφόσον δεν αποδειχθεί ότι είχε καθορισθεί διαφορετική διάρκεια της μεταβίβασης, για όσες συμβάσεις είχαν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2121/1993, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του νόμου αυτού, η διάρκεια των συμβάσεων αυτών λήγει, ως προς όλες τις εξουσίες που μεταβιβάσθηκαν, στις 5-3-1999 και έκτοτε δικαιούχοι εκμετάλλευσης του πνευματικού έργου είναι οι δημιουργοί αυτού.
Με την απόδειξη αντίθετης συμφωνίας ως προς τη διάρκεια της μεταβίβασης βαρύνεται ο συμβαλλόμενος που τυχόν θα επικαλεσθεί την αντίθετη συμφωνία, δηλαδή οι παραγωγοί αν επικαλούνται μεγαλύτερη διάρκεια. Ως προς τις λοιπές όμως διατάξεις του ν. 2121/1993, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας σκέψης υπό στοιχεία α`- στ` (εκτός της περίπτωσης β` για την οποία γίνεται λόγος ανωτέρω), καθώς και αυτές που αναφέρονται κατωτέρω, έχουν εφαρμογή ως προς τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, από 5-3-1994, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (άρθρο 68 παρ. 3 ν. 2121/1993).
Εξάλλου, στο κινηματογραφικό έργο, που είναι κατά κανόνα έργο σύνθετο ή συλλεκτικό, το ζήτημα ποιος είναι δημιουργός του οπτικοακουστικού έργου λύεται σύμφωνα με τον ισχύοντα νέο νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας (ν. 2121/1993) κατά το άρθρο 9, με το οποίο τεκμαίρεται ως δημιουργός αυτού ο σκηνοθέτης. Η ίδια λύση γίνεται δεκτή και στο προϊσχύσαν δίκαιο.
Ο παραγωγός του κινηματογραφικού έργου ως χρηματοδότης αυτού για να μπορεί να διαθέτει το προϊόν της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, του οποίου δεν αναγνωρίζεται πρωτογενής πνευματική δημιουργία υπό την ισχύουσα ανέκαθεν στο ημέτερο δίκαιο αρχή, καταρτίζει συμβάσεις με όλους όσους συνεργάζονται στην παραγωγή κινηματογραφικού έργου και ιδίως με τους καλλιτεχνικούς συντελεστές και αποκτά κατά παράγωγο τρόπο εξουσίες συγκεκριμένες, αναγκαίες για την εκμετάλλευση του έργου σύμφωνα με το σκοπό της σύμβασης ή και το σύνολο των εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα επί του κινηματογραφικού έργου ως πνευματικού δημιουργήματος.
Οι συμβάσεις αυτές που κατήρτισε για τη νομική κατοχύρωσή του ο παραγωγός, προπάντων με τους καλλιτεχνικούς συντελεστές κινηματογραφικού έργου, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το σκοπό τους, και τα όσα ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 13 παρ. 5 και 34 παρ. 1 του ν. 2121/1993, με συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, για να εξασφαλίζεται απρόσκοπτη εκμετάλλευση του κινηματογραφικού έργου που έχει παραχθεί με κεφάλαιά του, ενώ κάθε επίκληση της πνευματικής ιδιοκτησίας και του ηθικού δικαιώματος πέρα από τη συμβατική ρύθμιση που υπερβαίνει τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος που απαγορεύεται από το άρθρο 281 ΑΚ.
Τέλος, εάν με τη σύμβαση παραγωγής κινηματογραφικής ταινίας έχει ορισθεί ότι μεταβιβάζονται γενικά όλες οι εξουσίες εκμετάλλευσής της, τότε, κατά το νέο δίκαιο, δύο ερμηνευτικά κριτήρια περιορίζουν την εμβέλεια αυτής της μεταβίβασης: α) θεωρείται (άρθρο 13 παρ. 5 ν. 2121/1993) ότι μεταβιβάζονται μόνο όσες εξουσίες ήταν γνωστές κατά τη σύναψη της σύμβασης και β) θεωρείται (άρθρο 34 παρ. 1 ν. 2121/1993) ότι μεταβιβάζονται μόνο εκείνες οι εξουσίες που ήταν απαραίτητες για την εκπλήρωση του σκοπού της σύμβασης (ΑΠ 1065/2014).
Περαιτέρω, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγόμενου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Ο αναιρετικός έλεγχος δε της, κατά κανόνα, νομιμοποίησης, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (βλ. και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ διότι κατά τον KΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1679/2018).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1181/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τους αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, προκύπτει ότι οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι, δυνάμει του από 23/9/1982 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ:
α) της ομόρρυθμης εταιρείας "Ε. Σ. - Γ. Ζ. Ο.Ε.", β) του Κ. Φ., σκηνοθέτη και γ) του νομικού προσώπου με την επωνυμία ... συμφωνήθηκε ότι τα πάσης φύσης περιουσιακά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και το δικαίωμα εκμετάλλευσης της ταινίας "..." θα ανήκουν, κατά 30% στο τρίτο συμβαλλόμενο και κατά 70% στους λοιπούς δύο.
Ότι, ακολούθως συστάθηκε η πρώτη ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό .../20-4-1983 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σπίνου, με μοναδικούς εταίρους της τους Γ. Ζ. και Γ. Σ., κινηματογραφιστές, Σ. Ε. (Λ.), ηθοποιό, συγγραφέα και σεναριογράφο (δεύτερη ενάγουσα) και Κ. Φ., σκηνοθέτη, κατά ποσοστό 25% έκαστος, και σκοπό την παραγωγή και εκμετάλλευση της κινηματογραφικής ταινίας "...", τα γυρίσματα της οποίας ολοκληρώθηκαν το έτος 1983.
Ότι, οι ως άνω αρχικοί παραγωγοί παραχώρησαν στην πρώτη ενάγουσα τα προαναφερθέντα δικαιώματά τους και στη συνέχεια καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου το από 31/12/1983 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ορίστηκε ότι η πρώτη ενάγουσα αναλαμβάνει, ως διάδοχος των αρχικών παραγωγών, την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης απορρέει από την εφαρμογή του από 23/9/1982 αρχικού συμφωνητικού.
Ότι, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες η πρώτη ενάγουσα είναι δικαιούχος των πάσης φύσης περιουσιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και του δικαιώματος εκμετάλλευσης της ως άνω ταινίας κατά 70%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 30% δικαιούχος είναι το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Ότι, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει από τον Κ.
Φ., ενεργούντος ατομικά και για λογαριασμό του, για μια δεκαετία (15/1/2003 -15/1/2013) τα δικαιώματα αναπαραγωγής, διανομής και εκμετάλλευσης σε ολόκληρο τον κόσμο βιντεογραφημάτων οποιασδήποτε μορφής της ταινίας "...". Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενη, η πρώτη ενάγουσα, δικαίωμα απόλυτων περιουσιακών δικαιωμάτων αναπαραγωγής, εγγραφής και θέσης σε κυκλοφορίας, διανομής και κάθε φύσης εκμετάλλευσης της ταινίας "...", ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης του δεύτερου εναγόμενου, να άρουν την προσβολή και να την παραλείπουν στο μέλλον, να απαγορευθεί η αναπαραγωγή, θέση σε κυκλοφορία, διανομή, πώληση και εν γένει εκμετάλλευση της ταινίας και να κατασχεθούν τα επίδικα βιντεογραφήματα.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, αυτό, περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα, κατ` άρθρο 216 του ΚΠολΔ στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική του εκτίμηση, δεδομένου ότι εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των άρθρων 2 παρ. 1, 15 § 4, 34 § 1, 47§ 2, 65 § 1, 68 § 3 του ν. 2121/1993 περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αναφέρεται, ότι η πρώτη ενάγουσα είναι παραγωγός της ταινίας ... και της έχουν παραχωρηθεί από τους αρχικούς παραγωγούς τα πάσης φύσης περιουσιακά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και το δικαίωμα εκμετάλλευσης κατά ποσοστό 70 %, της ταινίας, με αποτέλεσμα να είναι φορέας αυτών κατά το εν λόγω ποσοστό, και επιπλέον γίνεται αναφορά του τρόπου προσβολής των πνευματικών δικαιωμάτων της εκ μέρους των εναγόμενων χωρίς την άδειά της.
Δεν απαιτείτο δε, για το ορισμένο της αγωγής και την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, η αναφορά, πέραν των ανωτέρω, και άλλων στοιχείων, οι δε εναγόμενοι μπορούσαν να αμυνθούν αμφισβητώντας τόσο το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταβίβασης και την έκταση των δικαιωμάτων που μεταβιβάστηκαν στην ενάγουσα όσο και τον τρόπο με τον οποίο μεταβιβάστηκαν.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις ανωτέρω διατάξεις, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων, ενώ δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως όφειλε κατά τους αναιρεσείοντες, μετ` αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού τους.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος (κατά το σκέλος που η ενεργητική νομιμοποίηση αφορά το ορισμένο της αγωγής) λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την απορριπτική, του περί αοριστίας ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, κρίση, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή αόριστη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../20-5-1983 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σπίνου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 1275/25-5-1983 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, συστήθηκε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." (αναιρεσίβλητη), με σκοπό την παραγωγή και εκμετάλλευση της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο "...", καθώς και άλλων ταινιών.
Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε πενταετής, αρχομένη από τη δημοσίευση του καταστατικού της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (25-5-1983), ακολούθως δε, δυνάμει του υπ' αριθ. 6899/16-5-1998 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Μπούρα - Παπανδρέου, παρατάθηκε για μία δεκαετία, ήτοι από 25-5-1988 έως 25-5-1998, οπότε λύθηκε η εταιρεία και επακολούθησε το στάδιο της εκκαθάρισης, η οποία δεν έχει περατωθεί έως σήμερα.
Μοναδικοί εταίροι της ενάγουσας εταιρείας είναι από τη σύστασή της έως σήμερα οι α) Γ. Ζ. του Σ., β) Ε. Σ. του Γ., γ) Σ. Ε. του Γ. και δ) Κ. Φ. του Α. με ποσοστό συμμετοχής 25% έκαστος. Πριν από τη σύσταση της ενάγουσας εταιρείας είχε καταρτιστεί εγγράφως η από 23-9-1982 σύμβαση μεταξύ αφενός της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.
Σ. - Γ. Ζ. Ο.Ε.." και του Κ. Φ. και αφετέρου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... .....", με την οποία συμφωνήθηκε ότι οι δύο πρώτοι (αποκαλούμενοι στη σύμβαση παραγωγοί) πωλούν και μεταβιβάζουν στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία ποσοστό 30% επί της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο "...", καθώς και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 7.000.000 δραχμών καταβλητέου κατά τον τρόπο που ειδικότερα αναφέρεται στη σύμβαση και ότι με τον τρόπο αυτό η αντισυμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρεία καθίσταται συγκυρία κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου του σεναρίου, του με την πρόοδο της εργασίας μέλλοντος να παραχθεί σύνθετου πνευματικού έργου, των επιμέρους στοιχείων που συγκροτούν το έργο αυτό, της όλης ταινίας και οποιουδήποτε αντιτύπου της και δικαιούται να ασκήσει τα περιουσιακά δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά της ως συγκυρίας.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να συμμετέχει στις εισπράξεις που θα αποδώσει η εκμετάλλευση της ταινίας (κινηματογραφική, τηλεοπτική, με βιντεοκασέτες ή με άλλους γνωστούς ή αγνώστους, τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, τρόπους και εκμετάλλευσης ταινιών) και δη η ανώνυμη "..." κατά ποσοστό 30%, ενώ οι Κ.
Φ. και ομόρρυθμη εταιρεία "Ε. Σ. Γ. Ζ. Ο.Ε.." κατά το υπόλοιπο 70%, καθώς και ότι στους τίτλους και στις διαφημίσεις θα αναγράφεται ότι η ταινία είναι συμπαραγωγή 1) Κ. Φ. - "Ε. Σ. - Γ. Ζ. Ο.Ε.." και 2) του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Μετά τη σύσταση της ενάγουσας εταιρείας και αφού είχε ήδη περατωθεί η επίδικη κινηματογραφική ταινία, καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ....." η από 31-12-1983 σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα ως καθολική διάδοχος των αρχικών παραγωγών, ήτοι της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.
Σ. - Γ. Ζ. Ο.Ε.." και του Κ. Φ., αναλαμβάνει την εκπλήρωση έναντι της αντισυμβαλλόμενης ανώνυμης εταιρείας οποιασδήποτε υποχρέωσης που ανακύπτει από την εφαρμογή του από 23-9-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού. Από τις προαναφερόμενες συμβάσεις προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στους ειδικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 34 παρ. 1 και 15 παρ. 2 του Ν. 2121/1993, ότι οι Κ.
Φ. και Σ. Ε. (ψευδώνυμο Λ.), ο πρώτος υπό την ιδιότητά του ως σκηνοθέτη και αμφότεροι υπό την ιδιότητά τους ως σεναριογράφων της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο "...", οι οποίοι είχαν καταστεί πρωτογενώς συνδικαιούχοι του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (περιουσιακού και ηθικού) επ' αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 2387/1920 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας", η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 763/1943....
μεταβίβασαν κατ' αρχήν στην παραγωγό ενάγουσα εταιρεία α) όλες τις επιμέρους εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματός τους, έτσι ώστε η τελευταία να καταστεί μόνη δικαιούχος και αυτοί αντίστοιχα να αποξενωθούν από αυτές, και β)) το δικαίωμα κυριότητας επί του υλικού φορέα εγγραφής (negative της ταινίας. Ακολούθως δε, η ενάγουσα μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ....." ποσοστό 30% του περιουσιακού δικαιώματος επί της επίδικης ταινίας και του δικαιώματος κυριότητας επί του υλικού φορέα εγγραφής αυτής (negative), τα οποία είχε αποκτήσει με μεταβίβαση από τους δημιουργούς της ταινίας και αρχικούς δικαιούχους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτής,....
Ειδικότερα, το γεγονός ότι η παραγωγός ενάγουσα εταιρεία είχε καταστεί δευτερογενώς αποκλειστική δικαιούχος του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί της ανωτέρω κινηματογραφικής ταινίας προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του από 23-9-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με το οποίο οι "Ε.
Σ. - Γ. Ζ. Ο.Ε.." και Κ. Φ. μεταβιβάζουν στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία "... ....." κατά ποσοστό 30% "όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας", του υπολοίπου 70% ανήκοντος στους ίδιους, και επιβεβαιώνεται με το από 31-12-1983 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η ενάγουσα εταιρεία, στην οποία μετείχαν οι δημιουργοί της ταινίας και αρχικοί δικαιούχοι του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, υπεισέρχεται στη θέση των αρχικών παραγωγών και αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από το από 23-9-1982 συμφωνητικό.
Ήτοι, από τον συνδυασμό των από 23-9-1982 και 31-12-1983 συμβάσεων προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο η αληθής βούληση των δημιουργών Κ. Φ. και Σ. Ε. να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα εταιρεία όλες τις επιμέρους εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματός τους, ώστε η τελευταία να καταστεί μόνη δικαιούχος και οι ίδιοι αντίστοιχα να αποξενωθούν από αυτές.
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες - πρώτη και δεύτερο των εναγομένων με τον δεύτερο λόγο έφεσης...., κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η επίδικη κινηματογραφική ταινία, διάρκειας 150 λεπτών περίπου, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι ηθοποιοί Σ.
Λ. (δεύτερη ενάγουσα), Ν. Κ., Μ. Μ., Κ. Τ., Θ. Μ., Γ. Ζ., Ν. Δ. και Β. Β., συμμετείχε τον Οκτώβριο του έτους 1983 στο διεθνές φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο, ενώ στη συνέχεια η διάρκειά της περιορίστηκε σε 90 λεπτά και με τη μορφή αυτή αφενός προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες και αφετέρου το έτος 1984 συμμετείχε στο διεθνές φεστιβάλ Βερολίνου, όπου απέσπασε το δεύτερο βραβείο (Αργυρή Άρκτος).
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του από 15-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ του Κ. Φ., ενεργούντος ατομικά, και της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας (πρώτης αναιρεσείουσας) με την επωνυμία "..." (η οποία τότε είχε την επωνυμία "..."), ο πρώτος ανέλαβε έναντι της δεύτερης την υποχρέωση να προβεί στην ανασύνθεση όλων των σκηνών και εικόνων της επίδικης κινηματογραφικής ταινίας, περιλαμβανομένων των εικόνων και σκηνών που περικόπηκαν για τον περιορισμό της διάρκειάς της, να προχωρήσει στην αναμόρφωση, αποκατάσταση και επαναφορά αυτής στην αρχική μορφή που ως σκηνοθέτης δημιούργησε, καθώς 'και στην επεξεργασία της με τα πλέον σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, με σκοπό την παραγωγή μιας νέας κινηματογραφικής ταινίας, διάρκειας 150 λεπτών περίπου, η οποία θα φέρει τον τίτλο που αυτός εν καιρώ θα καθορίσει, χορήγησε δε στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία αποκλειστική άδεια εκμετάλλευσης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό της κινηματογραφικής ταινίας που θα προέκυπτε από την ως άνω διαδικασία.
Η διάρκεια της χορηγούμενης άδειας εκμετάλλευσης συμφωνήθηκε δεκαετής, ήτοι από 15-1-2003 έως 15-1-2013, και με βάση αυτή η πρώτη εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσείοντα), προέβη το έτος 2004 στην αναπαραγωγή και διανομή στο κοινό ψηφιακών βιντεοδίσκων (DVD), στους οποίους είχε εγγραφεί η επίδικη ταινία, όπως διαμορφώθηκε από τον σκηνοθέτη Κ.
Φ. σύμφωνα με το από 15-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα έθεσε σε κυκλοφορία μία κασετίνα που περιείχε δύο ψηφιακούς βιντεοδίσκους (DVD), εκ των οποίων ο πρώτος ήταν διάρκειας 2 ωρών και 26 λεπτών περίπου και σ' αυτόν είχε εγγραφεί η ταινία με τον τίτλο "...", ενώ ο δεύτερος περιείχε τις εξής ενότητες: 1) Το χρονικό του "...", 2) Σχόλια του σκηνοθέτη, 3) Μερικές σκηνές (ενν.
της ταινίας "..."), 4) Παραλειπόμενα, 5) Ηχητικά ντοκουμέντα, 6) "..." ΟΟ, 7) Μικρού μήκους ταινία, 8) Εργογραφία του Κ. Φ., 9) Τα τραγούδια και οι μουσικές, 10) Πασχαλινά αυγά και 11) Διακρίσεις και συντελεστές. Σε αμφότερους τους ψηφιακούς βιντεοδίσκους και στην εμπρόσθια όψη της κασετίνας αναγράφονται τα εξής:
"Κ. Φ. ... ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2004", ενώ στην οπίσθια όψη της κασετίνας αναφέρονται ως συνεταίροι παραγωγοί οι Κ. Σ. και ... (ήδη δεύτερος και πρώτη των εναγομένων αντίστοιχα) και ως αρχικοί παραγωγοί η εταιρεία "...." (ήδη ενάγουσα) και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Η ταινία που έχει εγγραφεί στον πρώτο ψηφιακό βιντεοδίσκο δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από την επίδικη κινηματογραφική ταινία, ώστε να αποτελεί ένα νέο οπτικοακουστικό έργο, δημιουργός του οποίου είναι ο σκηνοθέτης Κ.
Φ.. Συγκεκριμένα, η ταινία που κυκλοφόρησε από την πρώτη εναγομένη διαφέρει από εκείνη που προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, μόνο στα εξής σημεία: α) Η διάρκεια της είναι 2 ώρες και 26 λεπτά περίπου, ενώ η ταινία που προβλήθηκε στον κινηματογράφο ήταν διάρκειας 90 λεπτών περίπου, καθόσον είχαν περικοπεί ορισμένες σκηνές, οι οποίες έχουν συμπεριληφθεί στην επίμαχη ταινία, χωρίς ωστόσο τούτο να επηρεάζει το περιεχόμενο και τη δομή του σεναρίου της, το οποίο παραμένει αναλλοίωτο.
β) Η ταινία έχει υποστεί επεξεργασία με σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και έχει λάβει ψηφιακή μορφή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ευκρίνειας της εικόνας και της ποιότητας του ήχου.... Στις ανωτέρω πράξεις προέβησαν οι εναγόμενοι χωρίς να έχουν αποκτήσει δικαίωμα προς τούτο, καθόσον ο δικαιοπάροχος της πρώτης εναγομένης, Κ.
Φ., είχε μεταβιβάσει όλες τις εξουσίες του περιουσιακού δικαιώματος του στην ενάγουσα εταιρεία και είχε αποξενωθεί οριστικά από αυτές,.... συνεπώς δεν είχε δικαίωμα χορήγησης άδειας εκμετάλλευσης της επίδικης ταινίας σε οποιονδήποτε και εν προκειμένω στην πρώτη εναγομένη, η οποία, ως εκ τούτου, ουδέποτε απέκτησε νομίμως άδεια εκμετάλλευσης της εν λόγω ταινίας,...
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα προκύπτει ότι οι εναγόμενοι προσέβαλαν το περιουσιακό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το ζήτημα της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας αυτών, το οποίο δεν ερευνάται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με την αγωγή δεν ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης ούτε χρηματικής ικανοποίησης (άρθρο 65 παρ. 2 Ν. 2121/1993), αλλά μόνον η άρση της προσβολής και η παράλειψη αυτής στο μέλλον, για την οποία δεν απαιτείται υπαιτιότητα του προσβολέα...
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς ο έκτος λόγος έφεσης των εκκαλούντων - πρώτης και δευτέρου των εναγομένων... (με τον οποίο) αυτοί παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι υπαιτίως προσέβαλαν το περιουσιακό δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας εταιρείας επί της επίδικης κινηματογραφικής ταινίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων περί καλόπιστης εκ μέρους τους κτήσης του δικαιώματος εκμετάλλευσης της επίδικης ταινίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1034 επ. του ΑΚ, τον οποίο είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και παραδεκτά επαναφέρουν οι μεν εκκαλούντες - πρώτη και δεύτερος των εναγομένων με τον τέταρτο λόγο έφεσης,... είναι μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις,.... Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ήδη εκκαλούντων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πρώτης ενάγουσας, τον οποίο είχαν προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και παραδεκτά επαναφέρουν οι μεν εκκαλούντες - πρώτη και δεύτερος των εναγομένων με τον πέμπτο λόγο έφεσης,..., πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος, που ασκείται πέραν των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 265/201 5 ΝΟΜΟΣ), ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα πνευματικά δικαιώματα επί της ταινίας με τον τίτλο "..." ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στον δικαιοπάροχό τους Κ. Φ.. Το ζήτημα δε της νομικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος των υπό κρίση εφέσεων κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ.....
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αυτόν νόμιμο και ακολούθως τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να εξαφανιστεί κατά το προσβαλλόμενο σκέλος της, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα, γενομένων δεκτών υπό κρίση εφέσεων ως βάσιμων κατ' ουσίαν ....,".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το σκέλος της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), την κράτησε και δικάζοντάς την κατ' ουσία, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες α) να παύσουν την αναπαραγωγή, διανομή και εν γένει εκμετάλλευση της κινηματογραφικής ταινίας με τον τίτλο "..." είτε υπό μορφή ψηφιακών βιντεοδίσκων (DVD) και βιντεοκασετών (VHS) είτε υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή και β) να παραλείπουν στο μέλλον την προσβολή του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης επί της ανωτέρω κινηματογραφικής ταινίας με οποιοδήποτε τρόπο και ιδίως με την αναπαραγωγή, διανομή και εν γένει εκμετάλλευση της ως άνω ταινίας είτε υπό μορφή ψηφιακών βιντεοδίσκων (DVD) και βιντεοκασετών (VHS) είτε υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, με απειλή σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος χρηματικής ποινής ποσού 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός (1) μήνα για κάθε παράβαση της ως άνω υπό στοιχ.
β' διάταξης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χρονικής διάρκειας της μεταβίβασης στην αναιρεσίβλητη του περιουσιακού δικαιώματος επί της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας ...
και εντεύθεν της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής, ως δευτερογενούς δικαιούχου του εν λόγω δικαιώματος, προς άσκηση της ένδικης αγωγής κατά των αναιρεσειόντων, καθόσον, δέχεται μεν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι αρχικοί δικαιούχοι του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της κινηματογραφικής αυτής ταινίας είχαν εκχωρήσει και μεταβιβάσει στην αναιρεσίβλητη (κατά τη νοηματική εκτίμηση της αναφοράς "καθολική διαδοχή" στην προσβαλλόμενη απόφαση) όλες τις επιμέρους εξουσίες αυτού κατά ποσοστό 70%, με αποτέλεσμα να καταστεί η αναιρεσίβλητη δευτερογενώς αποκλειστική δικαιούχος και φορέας, κατά το ανωτέρω ποσοστό, του περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας επί της ανωτέρω κινηματογραφικής ταινίας, πλην όμως, α) δεν διαλαμβάνει παραδοχή για την ύπαρξη ή μη συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών ως προς την χρονική διάρκεια της μεταβίβασης του περιουσιακού αυτού δικαιώματος επί της ως άνω ταινίας και, σε καταφατική περίπτωση, ποια ακριβώς ήταν η διάρκεια αυτή, ήτοι αν η μεταβίβαση ίσχυε στο διηνεκές ή ήταν περιορισμένη, και β) ενώ δέχεται ότι η διάρκεια της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, συστήθηκε στις 25-5-1983 με σκοπό την παραγωγή και εκμετάλλευση της ένδικης κινηματογραφικής ταινίας, ήταν αρχικά πενταετής, παραταθείσα στη συνέχεια για μία δεκαετία, ήτοι από 25-5-1988 έως 25-5-1998, οπότε λύθηκε και επακολούθησε το στάδιο της εκκαθάρισης, που δεν είχε περατωθεί έως τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν υπάρχει περαιτέρω σαφής παραδοχή περί συμφωνίας σύνδεσης ή μη της διάρκειας της εταιρείας με τη διάρκεια μεταβίβασης στην αναιρεσίβλητη και εκμετάλλευσης από αυτή του περιουσιακού δικαιώματος της επίμαχης ταινίας.
Είναι δε η ύπαρξη ή μη τέτοιας συμφωνίας ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 2121/1993, κατά την οποία "αν δεν καθορίζεται η διάρκεια της μεταβίβασης ή των συμβάσεων ή της άδειας εκμετάλλευσης και αν κάτι διάφορο δεν προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη, η διάρκεια αυτή θεωρείται ότι περιορίζεται σε πέντε χρόνια", εφαρμόζεται κατά το άρθρο 68 παρ. 3 του ως άνω νόμου και στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν, όπως η προκείμενη, πριν την ισχύ του, εφόσον σ` αυτές δεν υπάρχει συμφωνημένη διάρκεια, αρχίζει δε η πενταετία αυτή ένα χρόνο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή, κατά τα προαναφερόμενα από 5-3-1994 και συμπληρώνεται στις 5-3-1999 και έκτοτε δικαιούχοι εκμετάλλευσης του πνευματικού έργου είναι οι δημιουργοί αυτού.
Έτσι, συνεπεία των ανεπαρκών και ασαφών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και τη θεμελίωση της νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης και του εννόμου συμφέροντος αυτής για την άσκηση της αγωγής και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, γενόμενου δεκτού ως βάσιμου του ανωτέρω λόγου του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα αυτών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ), να επιστραφεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες (495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1394/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ