Legislator Case Law & Legislation
395/2021 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on marriage allowance, invalidating collective agreement's retroactive effect on individual contracts.

Case Number 395/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding marriage allowances and other benefits. The court found that a collective agreement's reference to previous individual agreements did not automatically incorporate them into the collective framework, thereby invalidating the lower court's decision to terminate those individual contracts upon the collective agreement's expiration. Consequently, the case was remanded for further proceedings on the specific benefits while the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 and 560 of the Collective Labor Agreement; A mere reference to previous individual agreements in a collective agreement does not constitute their incorporation into the collective framework, meaning such individual agreements remain valid without acquiring a regulatory character.

Keywords

AI generated
collective agreement incorporation individual labor contracts marriage allowance dispute retroactive effect invalidity remand for further proceedings labor law interpretation appeal partial success

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of the Collective Agreement dated 23.11.2011
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 395 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 395/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Αντωνίου Βάγια και Χρήστου Θεοδώρου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1)Λ. Γ. του Κ., κατοίκου ... Ευβοίας,

2)Μ. Σ. του Π., κατοίκου … Ευβοίας,

3)Τ. Π. του Θ., κατοίκου … Ευβοίας,

4)Τ. Ε. του Θ., κατοίκου … Ευβοίας,

5)Τ. Α. του Ε., κατοίκου … Ευβοίας,

6)Α. Χ. του Γ., κατοίκου ... Ευβοίας,

7)Σ. Ν. του Ε., κατοίκου ...,

8)Μ. Α. του Γ., κατοίκου ... Αυλίδας,

9)Α. Β. του Ν., κατοίκου … Ευβοίας,

10) Κ. Α. του Δ., κατοίκου ...,

11) Ζ. Δ. του Γ., κατοίκου ... Ευβοίας,

12) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου …,

13)Μ. Γ. του Ε., κατοίκου …,

14)Τ. Δ. του Ι., κατοίκου … (...),

15)Α. Β. του Ι., κατοίκου …,

16) Τ. Α. του Γ., κατοίκου ...,

17) Κ. Β. του Θ., κατοίκου ... Ευβοίας,

18)Μ. Γ. του Θ., κατοίκου …,

19)Λ. Γ. του Ε., κατοίκου ...,

20) Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ... Ευβοίας,

21) Μ. Ι. του Α., κατοίκου …,

22) Μ. Β. του Χ., κατοίκου … (...),

23) Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ... Ευβοίας,

24) Κ. Ε. του Α., κατοίκου …,

25) Γ. Ε. του Δ., κατοίκου …,

26) Μ. Θ. του Χ., κατοίκου … (...),

27) Κ. Ι. του Α., κατοίκου ...,

28) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ...,

29) Κ. Π. του Β., κατοίκου ...,

30)Μ. Δ. του Ι., κατοίκου ... Ευβοίας,

31)Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ...,

32)Γ. Α. του Ε., κατοίκου …,

33)Κ. Ι. του Γ., κατοίκου ...,

34)Σ. Μ. του Μ., κατοίκου …,

35)Α. Ε. του Γ., κατοίκου …,

36)Γ. Ι. του Ξ., κατοίκου ...,

37)Σ. Ν. του Α., κατοίκου … (...),

38)Π. Α. του Γ., κατοίκου …,

39)Π. Α. του Δ., κατοίκου ... Ευβοίας,

40)Κ. Χ. Χ. Φ. του Μ., κατοίκου... Αυλίδας,

41)Τ. Σ. του Δ., κατοίκου …,

42)Μ. Δ. του Α., κατοίκου …,

43)Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ...,

44)Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ...,

45)Σ. Σ. του Α., κατοίκου …,

46)Μ. Δ. του Θ., κατοίκου ... Ευβοίας,

47)Θ. Κ. του Α., κατοίκου …,

48)Κ. Χ. του Γ., κατοίκου …,

49)Β. Σ. του Α., κατοίκου …,

50)Λ. Α. του Ε., κατοίκου ...,

51)Π. Δ. του Ν., κατοίκου …,

52) Τ. Χ. του Κ., κατοίκου ...,

53) Σ. Γ. του Μ., κατοίκου …,

54) Κ. Ρ. του Σ., κατοίκου …,

55) Α. Γ. του Χ., κατοίκου ...,

56)Μ. Σ. του Γ., κατοίκου …,

57)Φ. Σ. του Ι., κατοίκου …,

58)Μ. Χ. του Ι., κατοίκου …,

59)Α. Κ. του Π., κατοίκου ... (...),

60)Π. Γ. του Ν., κατοίκου ...,

61)Π. Χ. του Δ., κατοίκου …,

62)Π. Σ. του Ν., κατοίκου ... Ευβοίας,

63)Κ. Χ. του Κ., κατοίκου …,

64) Α. Γ. του Ν., κατοίκου ... (οικισμός ...),

65)Σ. Β. του Ε., κατοίκου ...,

66)Κ. Γ. του Ι., κατοίκου …,

67)Σ. Α. του Α., κατοίκου ...,

68)Χ. Α. του Δ., κατοίκου ... Αυλίδας,

69)Μ. Α. του Ι., κατοίκου ...,

70)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ...,

71)Α. Α. του Γ., κατοίκου …,

72)Μ. Χ. του Κ., κατοίκου …,

73)Κ. Γ. του Α., κατοίκου ...,

74)Ι. Ν. του Δ., κατοίκου ..,

75)Σ. Χ. Σ. του Μ., κατοίκου …,

76)Κ. Δ. του Δ., κατοίκου …,

77)Τ. Ι. Μ., κατοίκου... Αυλίδας,

78)Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ... Αυλίδας,

79)Τ. Σ. του Γ., κατοίκου …,

80)Π. Ι. του Κ., κατοίκου …,

81)Σ. Α. του Α., κατοίκου ...,

82)Κ. Β. του Γ., κατοίκου …,

83)Μ. Δ. του Α., κατοίκου …,

84)Μ. Κ. του Π., κατοίκου ... Ευβοίας,

85)Κ. Ρ. του Χ., κατοίκου …,

86)Κ. Α. του Ι., κατοίκου …,

87)Β. Δ. του Ν., κατοίκου …,

88)Γ. Α. του Γ., κατοίκου ...,

89) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ...,

90) Π. Σ. του Α., κατοίκου ...,

91) Τ. Δ. του Β., κατοίκου ...,

92)Δ. Σ. του Κ., κατοίκου …,

93)Μ. Σ. του Η., κατοίκου ... …,

94)Ρ. Κ. του Ο., κατοίκου …,

95)Ε. Χ. του Α., κατοίκου …,

96) Α. Ι. του Α., κατοίκου …,

97)Κ. Ι. του Σ., κατοίκου …,

98)Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ...,

99)Α. Α. του Ι., κατοίκου …,

100)Β. Θ. του Π., κατοίκου ...,

101)Μ. Ε. του Κ., κατοίκου …,

102)Λ. Κ. του Δ., κατοίκου ...,

103)Π. Ι. του Β., κατοίκου …,

104)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ...,

105)Τ. Σ. του Λ., κατοίκου ...,

106)Λ. Π. του Λ., κατοίκου ...,

107)Α. Γ. του Χ., κατοίκου ... Αυλίδας,

108)Σ. Ν. του Φ., κατοίκου …,

109)Κ. Σ. του Ο., κατοίκου ... Αυλίδας,

110) Τ. Δ. του Κ., κατοίκου …,

111) Σ. Φ. του Μ., κατοίκου …,

112)Κ. Γ. του Χ., κατοίκου … (...),

113)Α. Α. του Γ., κατοίκου …,

114)Α. Α. του Α., κατοίκου …,

115)Π. Γ. του Ε., κατοίκου ...,

116)Σ. Β. του Κ., κατοίκου …,

117) Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ...,

118) Τ. Α. του Ι., κατοίκου ...,

119) Χ. Ι. του Γ., κατοίκου ... Ευβοίας,

120) Κ. Μ. του Φ., κατοίκου …,

121) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... Ευβοίας,

122) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ... (οικισμός ...),

123) Μ. Π. του Ν., κατοίκου …,

124)Μ. Δ. του Ν., κατοίκου … Ευβοίας,

125)Κ. Α. του Ν., κατοίκου ...,

126)Β. Ν. του Ν., κατοίκου …,

127)Τ. Α. του Σ., κατοίκου ... Αυλίδας,

128)Κ. Μ. του Κ., κατοίκου …,

129)Π. Ε. του Ι., κατοίκου ...,

130)Π. Ν. του Κ., κατοίκου …,

131) Μ. Γ. του Ε., κατοίκου ... Αυλίδας,

132) Σ. Χ. του Ε., κατοίκου ...,

133) Γ. Ε. του Ν., κατοίκου …,

134) Κ. Α. του Κ. κατοίκου ...,

135)Β. Π. του Κ., κατοίκου … (...),

136) Μ. Π. του Λ., κατοίκου …,

137)Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ... …,

138)Φ. Σ. του Α., κατοίκου …,

139)Κ. Σ. του Χ., κατοίκου …,

140)Ν. Κ. του Α., κατοίκου ...,

141)Α. Σ. του Α., κατοίκου …,

142) Τ. Ζ. του Α., κατοίκου …,

143)Σ. Γ. του Κ., κατοίκου …,

144)Κ. Ν. του Κ., κατοίκου …,

145)Κ. Η. του Α., κατοίκου …,

146)Σ. Δ. του Σ., κατοίκου …,

147)Λ. Ι. του Η., κατοίκου ... Αυλίδας,

148)Α. Μ. του Σ., κατοίκου …,

149)Κ. Α. του Ι., κατοίκου …,

150)Τ. Α. του Ν., κατοίκου …,

151)Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ... Αυλίδας,

152)Σ. Α. του Δ., κατοίκου …,

153) Σ. Χ. του Ι., κατοίκου …,

154) Κ. Φ. του Γ., κατοίκου …,

155)Σ. Β. του Σ., κατοίκου …,

156)Ο. Φ. του Γ., κατοίκου …,

157)Τ. Α. του Σ., κατοίκου …,

158) Α. Σ. Τ. του Κ., κατοίκου …,

159)Τ. Π. του Κ., κατοίκου ... Αυλίδας,

160)Μ. Π. του Γ., κατοίκου ...,

161)Δ. Α. του Ν., κατοίκου …,

162)Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ... Αυλίδας,

163)Μ. Χ. του Α., κατοίκου ... Αυλίδας,

164)Κ. Α. του Κ., κατοίκου …,

165)Κ. Δ. του Χ., κατοίκου …,

166)Σ. Β. του Ε., κατοίκου …,

167)Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ... Αυλίδας,

168)Κ. Α. του Γ., κατοίκου …,

169)Κ. Ν. του Α., κατοίκου …,

170)Γ. Π. του Δ., κατοίκου …,

171) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ...,

172) Σ. Λ. του Δ., κατοίκου …,

173)Α. Σ. του Κ., κατοίκου …,

174)Φ. Ν. του Κ., κατοίκου ...,

175)Χ. Ι. του Π., κατοίκου …,

176)Π. Μ. του Β., κατοίκου …,

177)Χ. Π. του Κ., κατοίκου …,

178)Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου …,

179)Μ. Κ. του Ι., κατοίκου …, ...,

180)Σ. Κ. του Α., κατοίκου …,

181)Σ. Α. του Σ., κατοίκου …,

182)Δ. Δ. του Ν., κατοίκου …,

183)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …,

184)Π. Ν. του Η., κατοίκου ...,

185) Κ. Γ. του Χ.., κατοίκου …,

186)Ν. Α. του Α., κατοίκου …,

187)Ζ. Ε. του Κ., κατοίκου …,

188)Τ. Κ. του Σ., κατοίκου …,

189)Τ. Δ. του Κ., κατοίκου …

190)Μ. Μ. του Α., κατοίκου ...,

191)Ν. Μ. του Α., κατοίκου …,

192)Γ. Α. του Δ., κατοίκου …,

193) Σ. Α. του Χ., κατοίκου ...,

194)Π. Ι. του Π., κατοίκου …,

195)Μ. Κ. του Μ., κατοίκου …,

196)Α. Δ. του Κ., κατοίκου …,

197)Ρ. Α. του Ι., κατοίκου …,

198)Γ. Ε. του Δ., κατοίκου ... Αυλίδας,

199)Π. Δ. του Γ., κατοίκου …,

200)Τ. Σ. του Π., κατοίκου …,

201)Μ. Γ. του Ι., κατοίκου …,

202)Λ. Γ. του Β., κατοίκου ...,

203)Π. Μ. του Ν., κατοίκου …,

204)Π. Β. του Χ., κατοίκου …,

205)Κ. Α. του Β., κατοίκου ...,

206)Τ. Ν. του Α., κατοίκου …,

207)Β. Α. του Γ., κατοίκου ...,

208)Τ. Α. του Ε., κατοίκου …,

209)Σ. Ι. του Κ. , κατοίκου …,

210)Γ. Α. του Λ., κατοίκου …,

211)Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ...,

212)Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ...,

213)Μ. Α. του Δ., κατοίκου …,

214)Τ. Χ. του Δ., κατοίκου ... …,

215) Γ. Γ. του Ξ., κατοίκου …,

216) Κ. Ι. του Β., κατοίκου …,

217)Μ. Κ. του Σ., κατοίκου …,

218)Τ. Γ. του Κ., κατοίκου …,

219)Γ. Δ. του Ν., κατοίκου …,

220)Α. Γ. του Μ., κατοίκου …,

221)Σ. Χ. του Κ., κατοίκου ... Ευβοίας,

222)Λ. Κ. του Ρ., κατοίκου …,

223)Τ. Χ. του Η., κατοίκου …,

224)Δ. Α. του Κ., κατοίκου ... Ευβοίας και

225)Β. Γ. του Π., κατοίκου ... Ευβοίας.

Εκτός των με α/α αναιρεσίβλητων 18,31,33,34,37,39,40,53,54,62, 77,81,97,98, 103,115, 127, 139,143, 144, 160, 162,169, 186, 189,191,198,199 οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας - Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.09.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν η 739/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-09-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή η υπέρβασή της, εξεταζομένη κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 28.09.2015 και με αριθ. κατάθ. 219/30.9.2015 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", που στρέφεται κατά διακοσίων είκοσι πέντε (225) συνολικά αναιρεσιβλήτων, της με αριθ. 255/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και της με αριθ. 739/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18ης Φεβρουαρίου 2020, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26 Σεπτεμβρίου 2020), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, διακοσίων είκοσι πέντε (225) τον αριθμό, σύμφωνα με την από 23.10.2019 έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής της Ευαγγελίας- Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου ως πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την .../19.11.2019 έκθεση επίδοσης αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18ης Φεβρουαρίου 2020 προς την ως άνω ανώνυμη εταιρία, την οποίαν συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Στράτος Παναγιώτης Β. Καραμιχαήλ και επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης κατά την ως άνω μετ` αναβολή δικάσιμο της 22ας Σεπτεμβρίου 2020, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι με αύξ. αριθ. 18, 31, 33, 34, 37, 39, 40, 53, 54, 62, 77, 81, 97, 98, 103, 115, 127, 139, 143, 144, 160, 162, 169, 186, 189, 191, 198 και 199 των αναιρεσίβλητων, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (197 τον αριθμό), εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπομένους ως άνω με αύξ. αριθ. 18, 31, 33, 34, 37, 39, 40, 53, 54, 62, 77, 81, 97, 98, 103, 115, 127, 139, 143, 144, 160, 162, 169, 186, 189, 191, 198 και 199 των αναιρεσίβλητων, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους της αντιδίκου τους ανώνυμης εταιρίας κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως από την αντίδικο ανώνυμη εταιρία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

[2] Από την κατ’ άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, οι με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενες υπ’ αριθ. 739/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και υπ` αριθ. 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν εγείρει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας την από 03.09.2012 και αριθ. κατάθ. 303/12.9.2012 αγωγή, στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως οφειλόμενα από διαφορές αποδοχών μηνών Μαίου και Ιουνίου του έτους 2012 κατ' εφαρμογή της κλαδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας της τσιμεντοβιομηχανίας του έτους 2010 και από συμβατικά κείμενα, που καταρτίστηκαν μεταξύ της επιχειρήσεως της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας και του σωματείου του προσωπικού της, το δε ως άνω δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 739/2012 οριστική απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 11.02.2014 και αριθ. κατάθ. 12/13.2.2014 έφεσή της, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο, η υπ` αριθ. 255/2015 απόφαση με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή αυτή απορρίφθηκε κατ’ ουσία.

Κατά της απόφασης αυτής, καθώς και της ως άνω υπ` αριθ. 739/2013 πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, εναντιώνεται η εναγομένη- εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους σ' αυτή λόγους. Επί της εν λόγω δε αναίρεσης, καθόσον προσβάλλεται με αυτήν η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Κατά το άρθρο 566 § 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης, ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου, που την εξέδωσε (ΑΠ 850/2014, ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2007, ΑΠ 361/2004). Εξάλλου, αν η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αναίρεση στρέφεται μόνο κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ αν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, περαιτέρω, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ` ουσία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 839/2018, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 850 ό.π., ΑΠ 1087/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 28.09.2015 και αριθ. κατάθ. 219/30.9.2015 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται, όπως προαναφέρθηκε, η υπ` αριθ. 739/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και η υπ’ αριθ. 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο. Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η από 11.02.2014 και με αριθ. κατάθ. 12/13.2.2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία η από 03.09.2012 και αριθ. κατάθ. 303/12.9.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Επομένως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω υπ’ αριθ. 739/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας πρέπει, κατ’ έλεγχο αυτεπαγγέλτως γενόμενο (άρθρ. 577 § § 1, 2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση και σε κάθε περίπτωση διότι μετά την απόρριψη της έφεσης κατ` ουσία και την ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην απόφαση του Εφετείου σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου.

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

[3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 297, και 299 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, που ισχύει από 01.01.2016 και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί είτε από το δικόγραφο της αιτήσεως είτε από ορισμένους αναιρετικούς λόγους. Η παραίτηση αυτή, για την οποίαν αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως συνέπεια να θεωρείται στην πρώτη περίπτωση ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε στο σύνολό της, ενώ στη δεύτερη ότι δεν προβλήθηκαν οι αναιρετικοί λόγοι από τους οποίους έγινε παραίτηση (ΑΠ 1172/2019, ΑΠ 619/2019, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 404/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας, η οποία περιέχεται στις από 21.09.2020 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε πριν τη συζήτηση της αίτησης και δη την 21.9.2020 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, δήλωσαν ότι η εντολέας τους παραιτείται από τον πρώτο λόγο της αίτησής της (κατά τη συζήτηση παρέστησαν αμφότεροι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι παραδεκτά με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ). Ενόψει των εκτεθέντων, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση της αναιρεσείουσας από τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι έγκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή θεωρείται αναδρομικά ότι δεν προβλήθηκε ο αναιρετικός ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, για τον οποίον έγινε η παραίτηση.

[4] Στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΑΠ 1237/2019, ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι: "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, παύουν να ισχύουν". Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-02- 2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Στην παρ. 1 : "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".

Στην παρ. 2 : "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.02.2012 ή και περισσότερο, λήγουν την 14.02.2013".

Στην παρ. 3 : "ΣΣΕ που την 14.02.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990".

Και στην παρ. 4 : "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία της. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικούς οι όροι εκείνοι που αφορούν : α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14.02.2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων.

Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14.02.2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 174/2019, ΑΠ 876/2018, 1335/2018, 1522/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε κατ’ έφεση, επί της, με αριθ. 739/2013, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την ήδη τελεσίδικη και παραδεκτά, κατά τα προεκτεθέντα, προσβαλλόμενη, με αριθ. 255/2015, απόφαση, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:

Ότι, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις ημερομηνίες και με τις ειδικότητες, που αναλυτικά εκθέτουν στην αγωγή τους και οι οποίες δεν αμφισβητούνται ειδικώς από την εναγόμενη, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους στο εργοστάσιο τσιμεντοβιομηχανίας, που διατηρεί η εναγομένη στην Χαλκίδα Ευβοίας.

Ότι, οι όροι της σύμβασης εργασίας των εναγόντων διέπονταν από την κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) Τσιμεντοβιομηχανίας της 02.12.2010, η οποία υπογράφεται μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, του οποίου μέλος είναι η εναγόμενη εταιρεία και της Ομοσπονδίας Εργατών Τεχνιτών και Υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας μέλος είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων Τσιμέντων Χαλκίδας", της οποίας μέλη είναι άπαντες οι διακόσιοι είκοσι πέντε (225) ενάγοντες.

Ότι, με βάση τις προβλέψεις της ανωτέρω ΣΣΕ, οι ενάγοντες δικαιούνται να εισπράττουν επίδομα γάμου 10% υπολογιζόμενο στους βασικούς μισθούς / ημερομίσθια, προσαυξημένους με τυχόν επίδομα τριετιών (άρθρο 3Β), επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 20% υπολογιζόμενο επί του ποσού, που προκύπτει από τους εκάστοτε βασικούς μισθούς και ημερομίσθια προσαυξημένους με τυχόν επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και γάμου, αναφορικά δε με τους ταμίες και τους συναλλασσόμενους με τρίτους σε καθημερινή βάση με τουλάχιστον 7.500 ευρώ μηνιαίο ύψος χρηματικών συναλλαγών, επίδομα διαχειριστικών λαθών σε ποσοστό 5% υπολογιζόμενο στους βασικούς μισθούς/ημερομίσθια προσαυξημένους με τυχόν επιδόματα τριετιών (άρθρα 3Γ και Δ) και επίδομα Κυριακής/Αργίας, πέραν της νόμιμης προσαύξησης 75% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου για εργασία κατά την Κυριακή/Αργία, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 5,70 ευρώ για κάθε οκτώ (8) ώρες Κυριακής/Αργίας (άρθρο 7).

Ότι η ανωτέρω κλαδική ΣΣΕ ήταν μονοετούς διάρκειας, με έναρξη ισχύος την 01.01.2010 και λήξη την 31.12.2010.

Ότι, το ρυθμιστικό περιεχόμενο της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/28-02-2012 καταλαμβάνει μόνο τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012 και όχι αυτές, που είχαν ήδη καταγγελθεί νωρίτερα, όπως η προκειμένη, που ρύθμιζε τις αποδοχές των εναγόντων.

Ότι, αυτή εξακολούθησε να ισχύει, ως προς τους κανονιστικούς της όρους, πλασματικά, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και, οι ρυθμίσεις της ενσωματώθηκαν στην ατομική σύμβαση εργασίας των εναγόντων, ως κοινοί ενοχικοί όροι.

Ότι συναφώς έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. πρωτ. 4601/304/12.3.2012 ερμηνευτική εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με την οποίαν για τις Σ.Σ.Ε., που έχουν λήξει ή καταγγελθεί και μέχρι την 14.02.2012 έχει παρέλθει εξάμηνο παράτασης της ισχύος τους, δίνεται η παράταση του τριμήνου μόνο για τη σύναψη νέων Σ.Σ.Ε. από τα μέρη, μετά δε την εκπνοή αυτού παραμένουν ισχυρές οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, που έχουν ενσωματώσει στο περιεχόμενό τους όρους των Σ.Σ.Ε., που καταγγέλθηκαν ή έληξαν και παρήλθε το εξάμηνο ισχύος τους.

Ότι, και η Επιθεώρηση Εργασίας στα από 06.06.2012 και 10.07.2012 πρακτικά συμφιλιωτικής διαδικασίας, κάλεσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά, που περιέκοψε από τους μισθούς Μαίου- Ιουνίου του έτους 2012.

Ότι, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα των προϊσχυσάντων ρυθμίσεων των ν. 3239/1955 και ν. 1576/1990, κατά το οποίο, ληξάσης της ισχύος της Σ.Σ.Ε., αίρεται μεν ο χαρακτήρας των σχετικών αυτής όρων ως κανονιστικών και παύει η άμεση και αναγκαστική τούτων ενέργεια, οι υπ' αυτών, όμως, μέχρι τότε διεπόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν ισχύουσες, όπως μέχρι τότε είχαν διαμορφωθεί υπό τούτων, μέχρι της, κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, λύσεως τους ή της αντικαταστάσεως τους δια νέας συλλογικής ρυθμίσεως, έστω και αν αυτή περιέχει όρους δυσμενέστερους των πρότερο ισχυόντων.

Ότι, αυτό ενισχύεται από το γεγονός, ότι πολλές ατομικές συμβάσεις εργασίας, που ενσωμάτωναν όρους Σ.Σ.Ε., που έληξαν ή καταγγέλθηκαν και έχει παρέλθει γι' αυτές και το εξάμηνο της παράτασης ισχύος τους, έχουν τροποποιηθεί με νέες συμφωνίες των μερών, γεγονός, που θα οδηγούσε στην αυτόματη εκ νέου εκ του νόμου, πλέον, τροποποίησή τους, αντίθετα από τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών.

Ότι, παρέλκει η κρίση περί της συνταγματικότητας ή μη της ως άνω ΠΥΣ 6/2012 δοθέντος ότι, εν προκειμένω, αυτή κατά τα ανωτέρω, τυγχάνει ανεφάρμοστη και ότι απορριπτέος τυγχάνει ο τρίτος λόγος της έφεσης.

Ότι, για το επίδικο χρονικό διάστημα δεν τελούσε σε ισχύ αναφορικά με το εργοστάσιο της εναγόμενης στη Χαλκίδα, επιχειρησιακή ΣΣΕ, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα συρροής κλαδικής -επιχειρησιακής ΣΣΕ, όπως ισχυριζόταν η εναγόμενη και τούτο διότι: α) η τελευταία, από 23.10.2011, επιχειρησιακή ΣΣΕ έφερε χρόνο λήξης στις 31.12.2011 και συνεπώς, δεν αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι το έτος 2012, ενώ β) οι διμερείς έγγραφες συμφωνίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως συμφωνητικά ή πρακτικά συμφωνίας μεταξύ της εναγόμενης και του σωματείου "Ένωση Εργαζομένων Τσιμέντων Χαλκίδας", ως μη συνομολογούμενες υπό τους αυστηρώς καθορισμένους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασία, που προβλέπονται από τον ν. 1876/1990, για τη συνομολόγηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, δεν εξομοιώνονται προς τις διατάξεις αυτών και ότι οι ενάγοντες αξιώνουν παροχές, οι οποίες περιλαμβάνονται στις συμφωνημένες αποδοχές τους, ως απορρέουσες από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα επιλεκτικής αναζήτησης τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή και ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος της έφεσης.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην αρχή της παραγράφου αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση και με τις παραπάνω αιτιολογίες, έκρινε ότι οι όροι της από 02.12.2010 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για το έτος 2010, έχουν ενσωματωθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους, με βάση το ήδη προϊσχύον άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 1876/1990 και ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να συνεχίσει την καταβολή σ' αυτούς των ενδίκων επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28.02.2012. Διότι από αυτές συνάγεται ότι μετά την 14.05.2012 η "μετενέργεια" των ΣΣΕ περιορίσθηκε, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα να οφείλεται στους ενάγοντες μόνο ο βασικός μισθός και όσα εκ των διατηρουμένων επιδομάτων δικαιούνται. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων διέπονται από το σύμπλεγμα διατάξεων που προβλέπονται εκτός άλλων, από: α) την εκάστοτε ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση που συνάπτουν τα μέρη (εργοδότης και σωματείο), κατά τη διαδικασία του ν. 1876/1990, β) τον εσωτερικό κανονισμό εργασίας του εργοδότη, γ) τα συναφθέντα κατά καιρούς μεταξύ των ιδίων φορέων "πρακτικά συμφωνιών".

Κάθε κατηγορία διατάξεων ή απλών ενοχικών συμφωνιών από τις προεκτεθείσες, έχει το δικό της ιδιαίτερο περιεχόμενο και συνεπώς διαφορετικά ερμηνεύεται, αντιμετωπίζεται και εφαρμόζεται στα πλαίσια του ισχύοντος δικαίου. Ειδικότερα η ιδιορρυθμία της Σ.Σ.Ε. ή της διαιτητικής αποφάσεως με τις οποίες καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων διακρίνεται, έναντι των άλλων ως άνω περιπτώσεων, για την "κανονιστική της λειτουργία", με την έννοια ότι οι όροι αυτών επιδρούν άμεσα και αναγκαστικά επί των ατομικών σχέσεων.

Κάθε αντίθετη συμφωνία προς το χειρότερο είναι άκυρη, καθώς άκυρη είναι και η παραίτηση του μισθωτού από δικαιώματα που προέρχονται από τις παραπάνω ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι "κανονιστικοί" όροι των Σ.Σ.Ε. αποτελούν κανόνες δικαίου ήτοι νόμους υπό ουσιαστική έννοια. Αντιθέτως τα "πρακτικά συμφωνιών" και γενικά οι απλές συμφωνίες μεταξύ των μερών, στερούνται της "κανονιστικής λειτουργίας" και ισχύουν ως απλές ενοχικές, ενδοτικού δικαίου, συμφωνίες, οι όροι των οποίων δύνανται ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθούν, όχι όμως μονομερώς, παρά μόνο με τον ίδιο τρόπο που καταρτίστηκαν, (άρθ. 361 ΑΚ), εκτός βέβαια αν οι συμφωνίες αυτές περιεβλήθησαν τον τύπο Σ.Σ.Ε.

οπότε διατηρούν και αυτές τον προαναφερθέντα "κανονιστικό" χαρακτήρα τους και εμπίπτουν στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (ΑΠ 773/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με την προσβαλλόμενη, ως άνω τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε περαιτέρω ότι, οι ενάγοντες δικαιούνται εκτός των ανωτέρω προβλεπόμενων από την κλαδική ΣΣΕ επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας και τα υπόλοιπα επίδικα επιδόματα, που ζητούν με την αγωγή τους, ως οφειλόμενα με βάση τις προβλέπουσες αυτά συμβατικές ρυθμίσεις και δη:

α) επίδομα ειδικών συνθηκών ποσού 44,02 ευρώ, βάσει του, από 25.05.1999, συμφωνητικού,

β) επίδομα, το οποίο αποτελεί τη διαφορά προβλεπόμενου από τη ΣΣΕ και καταβαλλόμενου μισθού, ποσού 165 ευρώ, δυνάμει του από 11.05.1998, συμφωνητικού, όπως αναπροσαρμόστηκε με τα, από 08.04.2002, 15.07.2008 και 05.01.2010, πρακτικά συμφωνίας,

γ) επίδομα υπευθυνότητας, βάσει των από 20.12.1988, 14.06.1996 και 03.03.1997 συμφωνητικών, με το οποίο τελευταίο συμφωνητικό αυξήθηκε κατά ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών,

δ) τεχνικό επίδομα, βάσει των από 11.04.2001 και 13.04.2009, πρακτικών συμφωνίας ανερχόμενο σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας και

ε) την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας, ανερχόμενη σε ποσοστό 40% βάσει του, από 21.05.1991, συμφωνητικού.

Τα ανωτέρω πρακτικά συμφωνίας ή συμφωνητικά συνιστούν διμερείς ενοχικές συμφωνίες με αντικείμενο την τροποποίηση κατά διαστήματα των, περί ων, ο λόγος παροχών, η οποία τροποποίησή τους μπορεί να γίνει μόνο με νεότερη συμφωνία των μερών (361 ΑΚ). Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω συμφωνίες δεν διαλαμβάνουν κανονιστικούς όρους και συνεπώς κείνται εκτός του πεδίου εφαρμογής της προαναφερόμενης ΠΥΣ 6/2012.

Ειδικότερα, αναφορικά με την ισχύ τους, καμία μνεία δε γινόταν σ' αυτά, (πρακτικά) περί ημερομηνίας λήξης αυτών, με αποτέλεσμα έκαστο εξ αυτών να ισχύει μέχρι την τροποποίησή του από νεότερο. Εξάλλου, η γενόμενη στο άρθρο 3 της από 23.11.2011 συλλογικής σύμβασης, μνεία των πρακτικών συμφωνίας, για τα οποία επισημαίνεται ρητώς ότι "οι όροι των προηγούμενων συλλογικών ρυθμίσεων (συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων και πρακτικών συμφωνίας), που δεν τροποποιούνται με τους όρους της παρούσας, εξακολουθούν να ισχύουν" δεν συνεπάγεται την ενσωμάτωση των τελευταίων σε αυτήν (ΣΣΕ) και σε κάθε περίπτωση την κατάργησή τους με τη λήξη της ισχύος της επιχειρησιακής σύμβασης στις 31.12.2011.

Επισημαίνεται δε ότι στο άρθρο 5 της, από 11.03.2011, επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης δεν γίνεται μνεία ρητώς των πρακτικών συμφωνίας, όπως ανωτέρω. Το δε γεγονός ότι η εναγομένη προέβη στην από 25.01.2012 έγγραφη πρόσκλησή της για διαπραγματεύσεις, λόγω της λήξης της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, για το έτος 2011 και με σκοπό τη σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, για το έτος 2012, δεν αρκεί για την αποδέσμευση της εταιρείας από οποιαδήποτε συμβατική της υποχρέωση, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα εν λόγω πρακτικά συμφωνίας δεν ενσωματώθηκαν στη λήξασα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.

Έτσι με βάση τα παραπάνω που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, απέρριψε τους 4° και 5° λόγους εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα και έκρινε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται και τα οποία απορρέουν από τα αναφερόμενα ως άνω πρακτικά συμφωνίας.

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο που δίκασε κατ’ έφεση, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παραγράφου αυτής, αφού η παραπάνω μνεία στο άρθρο 3 της από 23.11.2011 συλλογικής σύμβασης ότι "οι όροι των προηγούμενων συλλογικών ρυθμίσεων (συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών αποφάσεων και πρακτικών συμφωνίας) που δεν τροποποιούνται με τους όρους της παρούσας, εξακολουθούν να ισχύουν" δεν συνεπάγεται την ενσωμάτωση των πρακτικών συμφωνίας στην ως άνω ΣΣΕ και επομένως την κατάργησή τους με τη λήξη της ισχύος της στις 31.12.2011.

Αντίθετα ο όρος αυτός έχει απλά επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, ότι με τη ΣΣΕ αυτή, δεν θίγονται οι ως άνω ατομικές συμφωνίες και εξακολουθούν να ισχύουν χωρίς να προσδίδεται σ' αυτές κανονιστικός χαρακτήρας, αφού με την ως άνω απλή μνεία δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα πρακτικά αυτά περιεβλήθησαν τον τύπο της ΣΣΕ.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

[5] Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 255/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση (δηλαδή όσον αφορά την επιδίκαση στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους των επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας), στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττημένοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους : 1) Μ. Γ. του Θ., 2) Μ. Σ. του Δ., 3) Κ. Ι. του Γ., 4) Σ. Μ. του Μ., 5) Σ. Ν. του Α., 6) Π. Α. του Δ., 7) Κ. Χ. Χ. Φ. του Μ., 8) Σ. Γ. του Μ., 9) Κ. Ρ. του Σ., 10) Π. Σ. του Ν., 11) Τ. Ι. του Μ., 12) Σ. Α. του Α., 13) Κ. Ι. του Σ., 14) Γ. Δ. του Ε., 15) Π. Ι. του Β., 16) Π. Γ. του Ε., 17) Τ. Α. του Σ., 18) Κ. Σ. του Χ., 19) Σ. Γ. του Κ., 20) Κ. Ν. του Κ., 21) Μ. Π. του Γ., 22) Κ. Τ. του Χ., 23) Κ. Ν. του Α., 24) Ν. Α. του Α., 25) Τ. Δ. του Κ., 26) Ν. Μ. του Α., 27) Γ. Ε. του Δ. και 28) Π. Δ. του Γ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς

ΑΝΑΙΡΕΙ κατά τα λοιπά εν μέρει την υπ' αριθ. 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δικάσαντος ως Εφετείο, και δη όσον αφορά την επιδίκαση στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους των επιδομάτων γάμου, ανθυγιεινής εργασίας, διαχειριστικών λαθών και Κυριακής/Αργίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ