Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and allows appeal on merits regarding compensation valuation. The court ruled that the appeal was inadmissible for one defendant but allowed the rest to proceed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant, S. M., as inadmissible due to her failure to participate in the hearing. However, the court allowed the appeal against the other defendants, annulling the lower court's decision to correct the compensation valuation. The ruling established that while procedural defects regarding absent parties lead to dismissal, substantive errors in valuation can be corrected on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must independently determine which party expedited the appeal hearing, and if a party is absent without valid excuse, the appeal is inadmissible against them, but the appeal against the substantive decision remains valid for other parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 395/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ" (ΤΕΘΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Διονύσιο Ζαχαρόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Ι. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Κ. Ψ. του Ν., 5) Δ. Ψ. του Ι., 6) Ν. Ψ. του Ι., 7) Γ. Ψ. του Ι., κατοίκων ..., ως νομίμων (4η, 5ος, 6ος και 7ος) κληρονόμων του Ι. Ψ. του Δ., 8) Μ. Ψ. του Π., κατοίκου ..., 9) Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 11) Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 12) Σ. Μ., κατοίκου ..., 13) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 14) Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 15) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ως νομίμων (12η, 13ος, 14η και 15η) κληρονόμων του Δ. Μ. του Ι. και 16) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της 11/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 73/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 105/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 8-12-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο τα αναιρεσείοντα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 6/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 144 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι προθεσμίες, που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος, που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, όπως το Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης μη εξαιρετέας ημέρας.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 606/2018).
Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου. Η ιδιότητα του λήπτη της επίδοσης ως αντικλήτου, που σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 Α.Κ. δεν τεκμαίρεται, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Επομένως, ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της ιδιότητάς του, με ένα από τους καθοριζόμενους νόμιμους τρόπους διορισμού του και συνεπώς οποιοσδήποτε άλλος τρόπος δεν είναι έγκυρος, ενώ η επίδοση σε πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα του αντικλήτου είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1169/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι.
Με βάση τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Επίσημο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη της προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίστηκε η παραπάνω δικάσιμος επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες εκθέσεις επιδόσεως πλην της 12ης των αναιρεσιβλήτων, η οποία απεβίωσε.
Συγκεκριμένα Α). Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ ….5δ'/26-4-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Α. Δ. επιδόθηκε στον δικηγόρο Αντώνιο Κρητικό, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των 1ης 2ης, 3ου, 6ου, 8ης και 9ης των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία παράστασή τους στο Εφετείο Αιγαίου, όπου εκδόθηκε η υπ' αριθμ 73/2016 διορθωθείσα με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ενώ έχει υπογράψει και το τελευταίο δικόγραφό τους (τις από 23-9-2016 Προτάσεις, Ανταίτηση και Κύρια Παρέμβαση), ο οποίος εξακολουθεί να είναι αντίκλητος αυτών, καθόσον οι ανωτέρω διάδικοι δεν έχουν γνωστοποιήσει με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΤΕΘΑ, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Β) Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ …..8δ'/2-5-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Α. Δ. επιδόθηκε στην δικηγόρο Ελένη Πιτταρά, ως πληρεξούσια και αντίκλητο των 13ου, 14ης, 15ου και 16ης των αναιρεσιβλήτων, η οποία τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία παράστασή τους στο Εφετείο Αιγαίου όπου εκδόθηκε η υπ' αριθμ 73/2016 διορθωθείσα με την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ενώ έχει υπογράψει και το τελευταίο δικόγραφό τους (τις από 23-9-2016 Προτάσεις - Κύρια Παρέμβαση), η οποία εξακολουθεί να είναι αντίκλητος αυτών καθόσον οι ανωτέρω διάδικοι, δεν έχουν γνωστοποιήσει με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΤΕΘΑ, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Γ) Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ ...8β'/9-5-2018, ...9β'/9-5-2018, ...0β'/9-5-2018, ...6β'/10-5-2018, ...7β'/10-5-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Κ. Ψ. επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 5ο, 4η, 7ο, 10ο και 11η από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν κατά τα προαναφερθέντα νομίμως και εμπροθέσμως για την ίδια δικάσιμο, πρέπει να θεωρηθούν σαν να ήταν παρόντες κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, εφόσον πρόκειται για υπόθεση στην οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγκαίας ομοδικίας.
Οσον αφορά την 12η των αναιρεσιβλήτων Σ. Μ., φερόμενη ως νόμιμη κληρονόμο του συζύγου της Δ. Μ., δεν έχει επιδοθεί αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεδομένου ότι αυτή έχει αποβιώσει όπως προκύπτει από την από 8-5-2018 σχετική έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Κ. Ψ., αλλά και το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκ.
….33/12-6-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου .... Ο θάνατος της εν λόγω διαδίκου (ο οποίος δεν είχε γνωστοποιηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο), όπως προέκυψε από το ανωτέρω απόσπασμα, είχε επέλθει την 3-5-2014, πριν δηλαδή την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και συνεπώς απαραδέκτως ασκήθηκε και ως εκ τούτου δεν εισάγεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση, ως προς αυτήν.
Σημειώνεται ωστόσο, ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητος κατέστη διάδικος στην δίκη προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδος της απαλλοτρίωσης ως συγκληρονόμος, του φερόμενου ως κυρίου του απαλλοτριούμενου ακινήτου με αριθμό κτηματολογίου 7, αποθανόντος συζύγου της Δ. Μ. του Ι., ομού μετά των τέκνων της α) Ι. Μ. του Δ.
και της Σ., β) Μ. Σ. - Μ. του Δ. και της Σ. και γ) Γ. Μ. του Δ. και της Σ., οι οποίοι είναι πλέον και κληρονόμοι της ιδίας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ πρωτοκ. ….82/14-6-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου .... Οι τελευταίοι ήταν διάδικοι και στην δίκη της οριστικής τιμής ως συγκύριοι (χωρίς την αποβιώσασα, εν τω μεταξύ, μητέρα τους), ενώ είναι διάδικοι και στην ένδικη αίτηση αναίρεσης (13ος, 14η και 15ος) στους οποίους έχει επιδοθεί νομίμως η αίτηση αναίρεσης και συνεπώς παραδεκτά συζητείται κατά τα λοιπά η ένδικη αναίρεσης, δεδομένου άλλωστε ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του ΚΠολΔ οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας αποφάσεως μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διορθωτική απόφαση δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί τμήμα της διορθουμένης αποφάσεως (γι` αυτό άλλωστε και η ενέργειά της ανατρέχει στο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως που διορθώνεται• ΚΠολΔ 320, ΑΠ 1151/1976) και δεν παρέχει νέα προθεσμία, κατά κανόνα, προς άσκηση ενδίκου μέσου, εκτός αν προβάλλεται λόγος κατ` αυτής. Η ενότητα, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) αποφάσεως με την αρχική απόφαση που διορθώθηκε μ` αυτήν διασπάται, όσο αφορά τα ένδικα μέσα, έτσι ώστε, κάθε μια από αυτές, να υπόκειται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά την διαδικασία της εκδόσεώς της (ΑΠ 695/2004).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 105/2017 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των καθών και με την οποία διορθώθηκε η με αριθμ. 73/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις αναφερόμενες σ' αυτή εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 22101/30-11-2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας .... Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 319, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ.
προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. Η παραδοχή ότι υπάρχει ή όχι δεδικασμένο μπορεί να γίνει με άμεσο τρόπο, δηλαδή με σαφή περί του αιτήματος σκέψη της απόφασης ή με έμμεσο τρόπο, όπως όταν υπό το ένδυμα της διόρθωσης ή της ερμηνείας της απόφασης αλλοιώνεται η ουσία της διορθούμενης ή ερμηνευόμενης απόφασης.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί να γίνει δεκτό και ότι πρόκειται και για ανακληση οριστικής απόφασης, οπότε ιδρύεται και ο λόγος του αριθμ. 15 (ΑΠ 337/1993, 1034/1997). Περαιτέρω κατά το άρθρο 315 Κ.Πολ.Δ. αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία ως εξαιρετική υπηρετεί στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια του δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, κάτι που επιτρέπει ο νόμος, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου.
Η παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη αρκεί να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά την σύνταξη αυτής. Τούτο προϋποθέτει ότι για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου δεν απαιτείται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς ή επανάληψη της ερμηνευτικής διαδικασίας, αλλά τούτο να προκύπτει από την απλή επισκόπηση κυρίως των δικογράφων των διαδίκων (ΑΠ 633/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο "με το να διορθώσει την με αριθμό 73/2016 απόφασή του τόσο κατά το αιτιολογικό της όσο και κατά το διατακτικό της σε τρόπο που να θίγει βάναυσα το δεδικασμένο της και η νέα απόφαση να είναι εντελώς διαφορετική από τη διορθωθείσα (στην πραγματικότητα είναι μία εντελώς νέα απόφαση), προδήλως υπερέβη τα όρια της έκτασης της καθ' υλην αρμοδιότητάς του, έσφαλε και κατέστησε την προσβαλλόμενη αναιρετέα κατά το άρθρο 559 περ. 5, 15 και 16ΚΠολΔ".
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 19-12-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου καθώς και με ανταίτηση των καθ' ων η παρούσα και κύρια παρέμβασή τους εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 11/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (Ειδική Διαδικασία), διά της οποίας καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος για κάθε ένα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητα.
Ειδικότερα, για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς (1) και (2) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 13 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για το απαλλοτριωμένο ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (3) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 12 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για το απαλλοτριωμένο ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (4) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 11,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για το απαλλοτριωμένο ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (5) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 9 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και η ξερολιθιά σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, για το απαλλοτριωμένο ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (6) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 8 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και η ξερολιθιά σε 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και για το απαλλοτριωμένο ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (7) η τιμή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 12 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες (Ελληνικό Δημόσιο και Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Αμύνης" (Τ.ΕΘ.Α.) άσκησαν την από 31-10-2013 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 47/01-11-2013) αίτηση με την οποία ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας της ως άνω εδαφικής έκτασης για την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο ποσό των 1,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και 20 ευρώ ανά μέτρο για την ξερολιθιά, ενώ οι καθ' ων άσκησαν κύριες παρεμβάσεις και ανταιτήσεις.
Επί αυτών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 73/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτες τις ανταιτήσεις, δέχθηκε την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Αμύνης" (Τ.ΕΘ.Α.) και τις κύριες παρεμβάσεις και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των άνω εκτάσεων στο ποσό των 1,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και την αξία της κάθε ξερολιθιάς σε 20 ευρώ ανά τ.μ.
Στη συνέχεια, με την αυτεπαγγέλτως εκδοθείσα υπ' αριθμ. 20/2017 Πράξη περί διορθώσεως αποφάσεως, της Προέδρου Εφετών Αιγαίου, θεωρήθηκε αναγκαία η διόρθωση - συμπλήρωση της υπ' αριθμ. 73/2016 του άνω Δικαστηρίου και επ' αυτής εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 105/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των απαλλοτριωθέντων εκτάσεων ως εξής:
για τα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς (1) και (2) σε 11 ευρώ ανά τ.μ., για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (3) σε 10 ευρώ ανά τ.μ., για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (4) σε 9,5 ευρώ ανά τ.μ., για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (5) σε 8 ευρώ ανά τ.μ., για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (6) σε 6 ευρώ ανά τ.μ.
και για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό (7) σε 10 ευρώ ανά τ.μ. Η προαναφερόμενη διορθωθείσα υπ' αριθμ 73/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου δέχθηκε τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 22101/30-11-2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ..., που δημοσιεύθηκε στο με αριθ. φύλλου 548/19-12-2007 ΦΕΚ (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), η οποία έχει μεταγραφεί νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …..
στον τόμο ….8 και αριθμό …..3, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή έργου υδροδοτήσεως του Στρατιωτικού Φυλακίου στη θέση "..." της νήσου ….., συνολικής εδαφικής έκτασης 28.745 τμ, όπως αυτή εικονίζεται στο κτηματολογικό διάγραμμα και περιγράφεται στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που πολιτικού μηχανικού Γ.
Π. που θεωρήθηκε από τον Δ/ντή ΓΕΕΘΑ Η. Κ. και στον οποίο εμφαίνονται οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων, το εμβαδόν κάθε ακινήτου και οι επικείμενες ξερολιθιές που βρίσκονται σ' αυτά. Η συνολική έκταση που απαλλοτριώνεται περιλαμβάνει ιδιοκτησίες που βρίσκονται εκτός οικισμού και αποτελείται από χέρσους μη αρδευόμενους αγρούς.
Η περιοχή που απαλλοτριώθηκε βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 800 μ. από τη θάλασσα, τα ακίνητα έχουν πρόσοψη σε αγροτική ή ιδιωτική οδό και θα μπορούσαν να καταστούν εκμεταλλεύσιμα, με την ανέγερση εξοχικών κατοικιών ή ξενοδοχείου για το υπ' αριθμ. 3 ακίνητο. Η αξία όλης της απαλλοτριούμενης έκτασης, σύμφωνα με την αρμόδια εκτιμητική επιτροπή ανέρχεται σε 42.712 ευρώ, όπως προκύπτει από την σχετική από 21-4-2008 έκθεσή της, ήτοι σε 1,5 ευρώ το τμ, ενώ η αξία της κάθε ξερολιθιάς σε 20 ευρώ το τμ, όπως προκύπτει από την από 14-2-2008 σχετική έκθεσή της.
Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 15-2-2013 μέχρι τη σημερινή συζήτηση έχει παρέλθει έτος. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα καθορισμού μεγαλύτερου ποσού για τα επίδικα ακίνητα, λόγω μη ύπαρξης παραδεκτής ανταίτησης εκ μέρους των καθών και συνακόλουθα υποβολής σχετικού αιτήματος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Άμυνας" πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, οι κύριες παρεμβάσεις να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και οι ανταιτήσεις με τις προτάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες...
Για τους λόγους αυτούς...
Απορρίπτει ως απαράδεκτες τις ανταιτήσεις. Δέχεται την από 31-10-2013 και υπ' αριθμ. Καταθ. 47/2013 αίτηση και τις κύριες παρεμβάσεις. Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό εδαφικές εκτάσεις, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθμ. 22101/30-11-2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ..., που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 548/19-12-2007 ΦΕΚ (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), η οποία έχει μεταγραφεί νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …..
στον τόμο …..8 και αριθμό …..3, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή έργου υδροδοτήσεως του Στρατιωτικού Φυλακίου στη θέση "..." της νήσου ….., συνολικής εδαφικής έκτασης 28.745 τμ σε ενάμισυ (1,5) ευρώ το τμ και την αξία της κάθε ξερολιθιάς σε είκοσι (20) ευρώ ανά τμ...". Περαιτέρω η προσβαλλόμενη με αριθμ 105/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 15-2-2013 μέχρι τη σημερινή συζήτηση έχει παρέλθει έτος.
Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον χρηματικό προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριουμένων που γίνεται με την αίτηση του υπόχρεου, αλλά τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των ακινήτων θα επιχειρήσει κατά συνείδηση, εκτιμώντας ελευθέρως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικό μέσα (ΑΠ 844/2015 δημ.
ΝΟΜΟΣ). Μετά από αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, η αξία των επιδίκων απαλλοτριωθέντων ακινήτων έχει μειωθεί λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας σε σχέση με τα παρελθόντα έτη και ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως, και μόνο εξαιτίας αυτής, ως ακολούθως:
Α. Για τα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς 1 και 2, εμβαδού 1.500 τμ το καθένα, τα οποία εφάπτονται με άξονα επαρχιακής οδού που ενώνει τη Χώρα της Νάξου με τον οικισμό ... και συνεπώς βρίσκονται πλησιέστερα στη θάλασσα, σε 11 ευρώ το τμ. Β. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 3, το οποίο εφάπτεται με αγροτικό δρόμο, απέχει 150 μ.
περίπου από την κεντρική επαρχιακή οδό, έχει έκταση 8.511 τμ, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει δυνατότητα δόμησης 285 τμ περίπου, χωρίς να υπολογίζονται τα υπόγεια, σε 11 ευρώ ανά τμ. Δ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 5, το οποίο έχει πρόσβαση σε αγροτικό δρόμο απέχει 400 μέτρα περίπου από την κεντρική επαρχιακή οδό, έχει έκταση 1.054 τμ, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σε 8 ευρώ το τμ και την ξερολιθιά σε 20 ευρώ το τμ.
Ε. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 6, το οποίο έχει έκταση 1.133 τμ, δεν έχει άμεση πρόσβαση σε κάποια οδό, απέχει 450 μέτρα περίπου από την κεντρική επαρχιακή οδό, είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, σε 6 ευρώ ανά τμ και την ξερολιθιά σε 20 ευρώ ανά τμ. ΣΤ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 7, το οποίο απέχει 150 μ.
περίπου από την κεντρική επαρχιακή οδό, έχει έκταση 7.110 τμ είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει δυνατότητα δόμησης 250 τμ περίπου, χωρίς να υπολογίζονται τα υπόγεια, σε 10 ευρώ το τ.μ... ... Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η διόρθωση της ανωτέρω απόφασης, όπως όλη ανωτέρω παρατίθεται, και να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης Α.
Για τα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς 1 και 2 σε 11 ευρώ ανά τμ. Β. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 3 σε 10 ευρώ ανά τμ. Γ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 4 σε 9,5 ευρώ ανά τμ. Δ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 5 σε 8 ευρώ ανά τμ. Ε. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 6 σε 6 ευρώ ανά τμ.
ΣΤ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 7 σε 10 ευρώ ανά τμ...
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην των καθών η αίτηση. Δέχεται την υπ' αριθμ. 20/2017 πράξη της Προέδρου Εφετών Αιγαίου. Διορθώνει την υπ' αριθμ. 73/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς το μέρος του σκεπτικού και διατακτικού που αφορούν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Καθορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό εδαφικές εκτάσεις, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθμ.22101/30-11-2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ..., που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 548/19-12-2007 ΦΕΚ (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), η οποία έχει μεταγραφεί νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …..
στον τόμο …..8 και αριθμό ….3, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή έργου υδροδοτήσεως του Στρατιωτικού Φυλακίου στη θέση "..." της νήσου ……, συνολικής εδαφικής έκτασης 28.745 τμ, ως εξής: Α. Για τα ακίνητα με κτηματολογικούς αριθμούς 1 και 2 σε 11 ευρώ ανά τμ. Β. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 3 σε 10 ευρώ ανά τμ.
Γ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 4 σε 9,5 ευρώ ανά τμ. Δ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 5 σε 8 ευρώ ανά τμ. Ε. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 6 σε 6 ευρώ ανά τμ. ΣΤ. Για το ακίνητο με κτηματολογικό αριθμό 7 σε 10 ευρώ ανά τμ...". Το δικαστήριο προέβη στην έκδοση της διορθωτικής απόφασης επικαλούμενο ότι "κατά την καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο, από παραδρομή του Γραμματέως έγινε χρήση άλλου ηλεκτρονικού σχεδίου και δεν καθαρογράφηκε το ορθό μέρος του σκεπτικού της απόφασης από τη λέξη "Σημειώνεται ότι...
έως το τμ" και συγκεκριμένα εσφαλμένα καθαρογράφηκε στο τμήμα αυτό της απόφασης το κείμενο που περιέχεται στην 73/2016 απόφαση, που υπήρχε σε άλλο ηλεκτρονικό σχέδιο, καθώς επίσης ότι έγινε όμοια παραδρομή και στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης με βάση το εσφαλμένο ηλεκτρονικό σχέδιο και ανεγράφη εσφαλμένα στο διατακτικό της απόφασης ότι η οριστική τιμή μονάδα αποζημίωσης για το σύνολο της απαλλοτριούμενης έκτασης καθορίζεται σε ενάμισυ ευρώ το τ.μ.
αντί του ορθού κειμένου που αναφέρεται στην διορθωτική με αριθμ. 105/2017 απόφαση, όπως και παραπάνω, και σύμφωνα με το οποίο διορθώνεται τόσο το σκεπτικό όσο και το διατακτικό της 73/2016 απόφασης, ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Επί αυτού πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 304 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 του ν. 4055/2012) και 305 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δημοσίευση της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση από το σχέδιο που συντάσσει, χρονολογεί και υπογράφει ο δικαστής που εκδίδει την απόφαση ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, από το σχέδιο που συντάσσει ο εισηγητής, χρονολογεί ο πρόεδρος και υπογράφουν αυτός και ο εισηγητής, επιφέρει την τελείωσή της, που συνεπάγεται τις έννομες συνέπειες της ύπαρξης της απόφασης.
Η καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο και η υπογραφή του πρωτοτύπου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση και τον γραμματέα κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ έχει προβλεφθεί για να διευκολύνεται η αναγνωρισιμότητα, η αναπαραγωγή και η ασφαλής κυκλοφορία αυτής, αν ληφθεί υπόψη ότι με το πρωτότυπο όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την απόφαση εμφανίζονται ενιαίως υπό ομοιόμορφο τύπο, και όχι για να αποκτήσει νομική υπόσταση η απόφαση αυτή, η οποία θεωρείται συντελεσμένη με τη δημοσίευση του πιο πάνω σχεδίου.
Το πρωτότυπο, το οποίο αναπτύσσει τον λειτουργικό του ρόλο για την εξυπηρέτηση κατ` εξοχήν των αναγκών της αναγκαστικής εκτέλεσης και την επέλευση άλλων προβλεπόμενων έννομων συνεπειών, που συνδέονται άρρηκτα με την ύπαρξή του, δεν αυτονομείται από την απόφαση που δημοσιεύθηκε από το σχέδιο, ώστε να είναι σε θέση να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την τελευταία.
Με τη θεώρηση, άλλωστε, του πρωτοτύπου από τον εισηγητή και την υπογραφή του σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 306 ΚΠολΔ, οπότε και συντελείται η δημιουργία του, βεβαιώνεται ουσιαστικά ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό του δημοσιευμένου σχεδίου της απόφασης έχει μεταφερθεί πιστά και με ακρίβεια στο πρωτότυπο.
Με την έννοια αυτή ο σύνδεσμος του πρωτοτύπου με τη δημοσιευμένη από το σχέδιο απόφαση, στην οποία αποτυπώνονται στη γνήσια μορφή τους το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξωτερίκευσης για πρώτη φορά της δικαστικής κρίσης, με την οποία (δημοσίευση) και αποκτά η απόφαση τη νομική της υπόσταση, δεν αποκόπτεται με την υπογραφή του πρωτοτύπου κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου υπερισχύει το τελευταίο, στο οποίο αποτυπώνεται στη γνήσια μορφή της η απόφαση. Το πρωτότυπο μιας απόφασης, που έρχεται σε αντίθεση με το δημοσιευμένο σχέδιο, στο βαθμό που δεν είναι δεκτικό διόρθωσης, μπορεί να αναγνωριστεί ως ανύπαρκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 313 ΚΠολΔ, εφόσον αποτυπώνει απόφαση με περιεχόμενο που ποτέ δεν δημοσιεύθηκε (ΑΠ 481/2015, πρβλ.
ΑΠ 447/2011). Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 304 με το άρθρο 11 του ν. 4055/2012 που ισχύει, κατ` άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, προβλέπεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις θα συντάσσονται πλέον σε ηλεκτρονική μορφή και θα υπογράφονται κατά την αποτύπωσή τους σε υλική μορφή και, επομένως, θα δημοσιεύεται το πρωτότυπο της απόφασης, όπως έχει αποτυπωθεί σε υλική μορφή και δεν θα χρειάζεται καθαρογραφή από την υπηρεσία της γραμματείας και θεώρηση του σχεδίου, όπως ίσχυε μέχρι τότε.
Η ρύθμιση, όμως, αυτή δεν είναι αποκλειστική, λόγω και των γνωστών προβλημάτων που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της (μερίδα δικαστών αγνοεί τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο αριθμός των δικαστικών υπαλλήλων είναι ανεπαρκής κ.λπ.), αλλά τέθηκε, εναλλακτικά, για να διευκολύνει την ταχεία δημοσίευση και κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 529/2017).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο προέβη στην έκδοση της διορθωτικής απόφασης επικαλούμενο ότι "κατά την καθαρογραφή της απόφασης από το σχέδιο, από παραδρομή του Γραμματέως έγινε χρήση άλλου ηλεκτρονικού σχεδίου και δεν καθαρογράφηκε το ορθό μέρος του σκεπτικού", αλλά και όσον αφορά το διατακτικό "έγινε ομοίως παραδρομή με βάση το εσφαλμένο ηλεκτρονικό σχέδιο και ανεγράφη εσφαλμένα το διατακτικό".
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω εφόσον στην προκειμένη υπήρχε δημοσιευμένο σχέδιο της διορθωτέας απόφασης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία απόφαση αποτυπώνονται στη γνήσια μορφή τους το αιτιολογικό και το διατακτικό της κατά τον κρίσιμο χρόνο της δημοσίευσης, δηλαδή κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξωτερίκευσης για πρώτη φορά της δικαστικής κρίσης, με την οποία (δημοσίευση) και αποκτά η απόφαση τη νομική της υπόσταση, δεν αποκόπτεται με την υπογραφή του πρωτοτύπου κατά το άρθρο 306 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου υπερισχύει το τελευταίο, στο οποίο αποτυπώνεται στη γνήσια μορφή της η απόφαση. Το δε πρωτότυπο της απόφασης, που έρχεται σε αντίθεση με το δημοσιευμένο σχέδιο, στο βαθμό που δεν είναι δεκτικό διόρθωσης, μπορεί να αναγνωριστεί ως ανύπαρκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 313 ΚΠολΔ, εφόσον αποτυπώνει απόφαση με περιεχόμενο που ποτέ δεν δημοσιεύθηκε.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση με το αιτιολογικό ότι υφίσταται διαφορά και πολύ περισσότερο αντίθεση μεταξύ του πρωτοτύπου και του δημοσιευμένου σχεδίου το δικαστήριο προέβη σε διόρθωση του πρωτοτύπου της απόφασης σε τέτοιο βαθμό που επήλθε πλήρης ανατροπή τόσο του αιτιολογικού όσο και του διατακτικού του πρωτοτύπου της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου και στην κυριολεξία το Δικαστήριο προέβη στην έκδοση νέας απόφασης, ουσιωδώς διαφορετικής από αυτή που αναφέρεται στο πρωτότυπο.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω με τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης σκοπείται η αποσαφήνιση του διατακτικού της απόφασης και η αποτύπωση του αληθούς περιεχόμενου της χωρίς να αλλοιώνεται η έννοιά της, ούτε να προσβάλλεται το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή. Αντικείμενό της δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και που αίρονται μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης και προκαλούν προφανή ασυμφωνία μεταξύ δηλωθέντος και βουληθέντος.
Η προσβαλλόμενη διορθωτική απόφαση επέφερε πλήρη ανατροπή τόσο του αιτιολογικού όσο και του διατακτικού του πρωτοτύπου της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου και στην κυριολεξία συνιστά νέα απόφαση, ουσιωδώς διαφορετική από αυτή που αναφέρεται στο πρωτότυπο της δημοσιευθείσας και προσβάλλει το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή.
Τα σφάλματα που αποδίδονται στη διορθωθείσα απόφαση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είναι αληθή, σχετίζονται και μεταβάλλουν την ουσία της υποθέσεως και οδηγούν ανεπίτρεπτα σε επανεκτίμηση των στοιχείων αυτών και επομένως των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τη βάση της αποφάσεως, τα οποία θα μπορούσε να κρίνει μόνο ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο και μόνο μετά την άσκηση των ένδικων μέσων, εξαιτίας της περιορισμένης και οριοθετούμενης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, που δεν έχει την εξουσία για να συμπληρώσει ελλείψεις σε υποβληθέντα αιτήματα, γιατί αυτό αντίκειται στο δεδικασμένο που προκύπτει από την παραπάνω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση, που απέτρεπε τη διόρθωσή της.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού υπό την επίφαση της διόρθωσης της απόφασης αλλοιώθηκε η ουσία της διορθούμενης απόφασης, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νόμιμη σκέψη αναφέρονται, αλλά και από τον αριθμ. 15 του ιδίου άρθρου, γιατί στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση ανακαλείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω η οριστική με αριθμ. 73/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, οπότε ιδρύεται και ο λόγος από τον αριθμ 15.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην 105/2017 διορθωτική της 73/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου η αιτίαση ότι αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι αυτή επικαλείται το σχέδιο της απόφασης προκειμένου να αιτιολογήσει την πλήρη ανατροπή αιτιολογικού και του διατακτικού της 73/2016 απόφασης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ είναι δικονομική και για το λόγο αυτό ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου μέσω του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 553/2004, ΑΠ 1488/1998). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως ανωτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ` άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/ 2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης, ως προς την αναιρεσίβλητη Σ. Μ..
Αναιρεί στο σύνολό της την 105/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ