395/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated395/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 395/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ "που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γκριτζάλη Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Β. του Δ., 2) Ν. Β. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσεβρένη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 3) Μ. Β. του Χ., 4) Δ. Β. του Χ., 5) Ι. Β. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-6-2009 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, 30-1-2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπικληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας, την από 20-10-2010 πρόσθετη παρέμβαση των 3ης 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 862/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 3346/2014 του Εφετείου Αθηνών
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ηαναιρεσείουσα με την από 9-10-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 3-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει η αναιρεσείουσα, με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση των αναιρεσιβλήτων Μ. Β. του Χ., Δ. Β. του Χ. και Ι. Β. του Χ., να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε σ’ αυτούς νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις με επίκληση προσαγόμενες από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθ. ... /24-8-2017, ... /24-8-2017 και ... /24-8-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ν.
Χ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθέντες (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (Ολομ.
ΑΠ 44/1990, ΑΠ 1738/2011). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Επίδικο είναι ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο) εκτός σχεδίου, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, εκτάσεως 2011,40 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ....
Τούτο εμφανίζεται με τα αλφαβητικά γράμματα ..... στο από Σεπτεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ. Π. και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, βορειοανατολικά.... με πρώην ιδιοκτησίες.... και ήδη εναγομένης, νοτιοδυτικά, με πρώην ιδιοκτησία .... και ήδη εναγομένης, βορειοδυτικά, ...... με πρώην ιδιοκτησία....
και ήδη εναγομένης και νοτιοανατολικά, ....με την οδό .... Το επίδικο ως άνω ακίνητο η Ά. χήρα Δ. Β., το γένος Ι. και Α. Ν. μεταβίβασε στα τέκνα της ενάγοντες, κατ’ ισομοιρία (1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα), λόγω "γονικής παροχής", με το .../21.1 1.2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. Μ., που νόμιμα μεταγράφηκε, όπως αυτό διορθώθηκε με την .../19.5.2009 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που, επίσης, νόμιμα μεταγράφηκε.
Στην ανωτέρω δικαιοπάροχο των εναγόντων το επίδικο αγροτεμάχιο είχε, ατύπως, δοθεί ως "προίκα" από τον πατέρα της Ι. Ν., το έτος 1946, ενόψει του επικείμενου γάμου της με τον Δ. Β.. Από τότε αυτή εγκαταστάθηκε στη νομή του, έκτοτε δε η ίδια και ο ανωτέρω σύζυγός της για λογαριασμό της, ασκούσαν επ’ αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την ως άνω μεταβίβασή του, κατ’ έτος 2008, στα τέκνα της (ενάγοντες), εμφανείς διακατοχικές (υλικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίας, με την θέληση δηλαδή να γίνει κυρία αυτού χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και μάλιστα από τους προσεπικαλουμένους - παρεμπιπτόντως εναγομένους.
Πιο συγκεκριμένα συχνά η ίδια και για λογαριασμό της, ο σύζυγός της το επισκέπτονταν καλλιεργούσαν εντός αυτού διάφορα δημητριακά, όπως βίκο, που ως τροφή ο τελευταίος χρησιμοποιούσε για το ποίμνιό του, ενόψει του ότι ήταν κτηνοτρόφος, συνέλεγαν τον ελαιοκαρπό από τα εντός αυτού ελαιόδενδρα, το επόπτευαν και προστάτευαν τα σύνορά του από τυχόν καταπατητές, ενώ, έστω και αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή σωματική επαφή με το εν λόγω ακίνητό τους είχαν διαρκώς στραμμένη την προσοχή τους σ’ αυτό και κάθε στιγμή μπορούσαν να ενεργήσουν πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του.
Άλλωστε, τον σύζυγό της Δ. Β. αναγνώριζαν ως κύριο του επιδίκου, οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Έτσι, στο .../5.1.1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., που νόμιμα μεταγράφηκε, με το οποίο, η Ε. Τ., ιδιοκτήτρια όμορου, του επιδίκου, ακινήτου (αγροτεμαχίου), μεταβιβάζει αυτό λόγω "πωλήσεως" στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.
της και στο από Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π. Α. που το συνοδεύει, τούτο (πωληθέν) βόρεια, επί πλευράς, 172,4 μ, φέρεται να συνορεύει με ιδιοκτησία Δ. Μ., που δεν είναι άλλος από τον Δ. Β., πατέρα των εναγόντων, ο οποίος έφερε το προσωνύμιο "...", για να ξεχωρίζει από άλλους με το ίδιο επώνυμο, δεδομένου ότι το επώνυμο "Β." ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στην περιοχή του Κορωπίου.
Αλλά και στο ...5.1.1993 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφους Β. Σ., που νόμιμα μεταγράφηκε, με το οποίο ο Σ. Τ., ιδιοκτήτης και αυτός, όμορου, του επιδίκου αγροτεμαχίου, μεταβιβάζει αυτό λόγω "πωλήσεως" επίσης στην εναγόμενη νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο του ΔΣ της και στο από Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Π.
Α. που το συνοδεύει, τούτο ανατολικά, επί πλευράς 11,70 μ. φέρεται να συνορεύει επίσης με ιδιοκτησία Δ. Μ.. Έτσι, η ανωτέρω δικαιοπάροχος, των εναγόντων, Ά. χήρα Δ. Β. έγινε κυρία του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη δηλαδή χρησικτησία, αφού χρησιδέσποζε σ’ αυτό από το έτος 1946 συνεχώς έως το έτος 2008, και συνακόλουθα οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι τούτου, με παράγωγο τρόπο, με τη μεταβίβασή του σ’ αυτούς από την ανωτέρω αληθή κυρία με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής.
Αποδείχθηκε, όμως, ότι όταν οι ενάγοντες, το έτος 2008, επιδίωξαν να δηλώσουν το άνω ακίνητό τους στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο Κορωπίου διαπίστωσαν ότι αυτό είχε πωληθεί στην εναγομένη από τους Δ., Μ. και Ι. Β., δηλαδή τους εναγομένους και τον πατέρα τους Χ. Β. του Ι., ο οποίος απεβίωσε πριν από την άσκηση της αγωγής.
Οι τελευταίοι με το ...2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Λ., που νόμιμα μεταγράφηκε, φέρεται να μεταβιβάζουν, λόγω πωλήσεως, προς την εναγομένη το επίδικο αγροτεμάχιο αντί τιμήματος 350.000 ευρώ. Κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο το επίδικο είχε περιέλθει στους ανωτέρω πωλητές με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομία, από τη μητέρα των τριών πρώτων και σύζυγο του τέταρτου, Α.
Β., το γένος Δ. και Α. Π., που πέθανε στις 20.12.1998, την οποία αποδέχθηκαν με την .../19.5.2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κρωπίας Δ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε, όπως αυτή διορθώθηκε με την .../8.12.2005 πράξη διόρθωσης και συμπλήρωσης της ίδιας συμβολαιογράφου που νόμιμα μεταγράφηκε. Επισημαίνεται ότι στη μεν "αρχική" ...19.5.2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αναφέρεται ότι η κληρονομουμένη Α.
σύζυγος Χ. Β., που είχε γεννηθεί, το έτος 1925, στο ... και, όσο ζούσε, κατοικούσε στο ..., είχε αποκτήσει το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο (αγροτεμάχιο) δηλαδή το επίδικο, με "συμβόλαιο που είχε συντάξει ο τέως συμβολαιογράφος Κρωπίας Π. Μ. το έτος 1938 (σε ηλικία δηλαδή 13 ετών), το οποίο καταστράφηκε κατά τον εμπρησμό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας τον Οκτώβριο του έτους 1944 από τα στρατεύματα Κατοχής", στη δε .../8.12.2005 πράξη διόρθωσης - συμπλήρωσης της άνω "αρχικής" δήλωσης αποδοχής, αναφέρεται ότι το εν λόγω κληρονομαίο ακίνητο είχε περιέλθει στην κληρονομουμένη, "πολλά έτη πριν από το θάνατό της και δη προ του έτους 1945 (σε ηλικία δηλαδή 20 ετών) και ότι έκτοτε το νεμόταν", χωρίς αναφορά για το πώς και από ποιόν το απέκτησε και σε κάθε περίπτωση εάν αυθαιρέτως το κατέλαβε.
Από τα ίδια, όμως, ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω, απώτερη, δικαιοπάροχος της εναγομένης, Α. σύζυγος Χ. Β., νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο, αλλά τούτο, όπως προεκτέθηκε, νεμόταν η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ά. χήρα Δ. Β., συνεχώς από το έτος 1946 και εφεξής μέχρι τη μεταβίβασή του, λόγω "γονικής παροχής" σ’ αυτούς (ενάγοντες), στις 21.1 1.2008 με το προαναφερόμενο .../2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Β.
Μ., από τη νομή του οποίου ποτέ δεν αποβλήθηκε. Πιο συγκεκριμένα η ανωτέρω Α. σύζυγος Χ. Β. αλλά και μετά το θάνατό της, που συνέβη στις 20.12.1998, οι καθολικοί διάδοχοί της, δηλαδή τα τέκνα της Μ., Δ., Ι. Β. (προσεπικαλούμενοι - παρεμπιπτόντως εναγόμενοι) και ο σύζυγός της Χ. Β. δεν άσκησαν επί του επιδίκου οποιαδήποτε εμφανή πράξη φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίων, με τη θέληση δηλαδή η μεν Α.
Β. να γίνει αποκλειστική κυρία αυτού, οι δε καθολικοί διάδοχοί της συγκύριοι τούτου. Έτσι οι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι της εναγομένης, Χ., Μ., Δ. και Ι. Β. δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με κληρονομική διαδοχή, δυνάμει της προαναφερόμενης ...19.5.2005 πράξης αποδοχής κληρονομίας, καθόσον η κληρονομουμένη σύζυγος του πρώτου και μητέρα των υπολοίπων, Α.
Β., κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου της (20.12.1998) δεν ήταν κύρια τούτου, αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν χρησιδέσποσε σ’ αυτό και συνεπώς δεν έγινε κυρία με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου, τυχόν φυσική παρουσία της θα γινόταν αντιληπτή από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων Ε.
Τ. και Σ. Τ.. Συνακόλουθα, ούτε η εναγόμενη έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δηλαδή με το προαναφερόμενο .../2005 πωλητήριο συμβόλαιο, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της εν λόγω μεταβίβασης (28.12.2005) οι πωλητές α) Χ. Β. του Ι. ) Μ. Χ. Β. γ) Δ. Χ. Β. και δ) Ι. Χ. Β. δεν ήταν συγκύριοι αυτού. Πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγομένη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στο χώρο της διασκέδασης και ψυχαγωγίας, είχε, από το έτος 1991, αγοράσει, με διαδοχικά αγοραπωλητήρια συμβόλαια, για την εξυπηρέτηση της εμπορικής της δραστηριότητας, εδαφικές εκτάσεις τριάντα δύο (32) περίπου στρεμμάτων πέριξ και πλησίον του επιδίκου.
Μάλιστα στο από Απριλίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας της εναγομένης, που κατ’ εντολή της συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Δ. Π., εμφανίζονται τα ακίνητα που μέχρι το χρόνο αυτό είχε αγοράσει αλλά και ακίνητα (αγροτεμάχια) εντός της περιμέτρου της ιδιοκτησίας της μη ανήκοντα σ’ αυτήν, μεταξύ των οποίων είναι και το επίδικο, ιδιοκτήτης του οποίου, στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα αναφέρεται ο Δ. ...
δηλαδή ο πατέρας των εναγόντων. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου για το κρίσιμο ζήτημα, ποιος ασκούσε νομή επί του επιδίκου, η δικαιοπάροχος, μητέρα των εναγόντων, Ά. χήρα Δ. Β. ή οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της εναγομένης, άμεσοι και απώτερη, ενισχύεται, εκτός των άλλων, και από τη σαφή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα "των εναγόντων" Γ.
Κ. (έτος γεν. 1931), ο οποίος έχει άμεση γνώση των όσων καταθέτει, αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις της Ε. Τ. και Σ. Τ., ιδιοκτητών όμορων, προς το επίδικο, ακινήτων, σύμφωνα με τις οποίες, η δικαιοπάροχος των εναγόντων, καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1946-2008), ασκούσε στο επίδικο η ίδια και για λογαριασμό της ο σύζυγός της Δ.
Β. ή ... τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής και ότι ουδέποτε αυτή αποβλήθηκε από τη νομή της.....
Συνεπώς, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με τη μεταγραφή του άνω συμβολαίου γονικής παροχής, από την παρέχουσα μητέρα τους και αληθή κυρία τούτου Α. Β., η οποία κατά τον χρόνο της παροχής είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), καθόσον ασκούσε επ’ αυτού τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της 20ετίας.
Συνακόλουθα αποδεικνύεται, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, η κρινόμενη διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου αγωγή..... ". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ουδέποτε οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, επιδηλωτική της νομής των, επί του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς δεν κατέστησαν κύριοι τούτου πρωτοτύπως (τακτική χρησικτησία), με συνακόλουθη συνέπεια η τελευταία (αναιρεσείουσα) να μην αποκτήσει παραγώγως (πωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο) την κυριότητα τούτου.
Στη συνέχεια απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας την επί του επιδίκου κυριότητά τους και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να τους το αποδώσει. Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις περί τακτικής χρησικτησίας, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται μομφή ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση και με αντίθετες, ανεπαρκείς και αλληλοαναιρούμενες αιτιολογίες επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η παρεμπίπτουσα για αποζημίωση από αδικοπραξία αγωγή της αναιρεσείουσας, είναι κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αγωγή αυτή.
Τέλος, αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι, κατά το σκέλος τους από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, δεν εξέτασε και δεν αποφάνθηκε αφενός ως προς την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους, καταλυτική της αγωγής, ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου πρωτοτύπως και δη με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και αφετέρου ως προς την, στηριζόμενη στην αδικοπραξία, παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της αναιρείουσας, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο ερεύνησε τόσο τον προβληθέντα ισχυρισμό και απάντησε σ’ αυτόν, δεχθέν ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ουδέποτε χρησιδέσποσε το επίδικο και ουδέποτε απέκτησε την, ως άνω, κυριότητα πρωτοτύπως, όσο και την αγωγή από αδικοπραξία, την οποία έκρινε αόριστη, επικυρώνοντας την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου. Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον ανωτέρω αριθμό προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (A.Π. 1304/2014). Επομένως ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στον αποτελούντα καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος άλλωστε προβάλλεται και ως λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, δεν ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. και είναι απαράδεκτος.
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για την ύπαρξη στην ίδια απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (αντίφαση) πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής και όχι στο αιτιολογικό της. Με το σχετικό σκέλος του δευτέρου λόγου του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, ως περιέχουσα αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με ακρίβεια η ύπαρξη αντίφασης των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης και δη αντίφαση, η οποία να εντοπίζεται στο διατακτικό (και όχι απλώς στο αιτιολογικό) αυτής.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2015 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3346/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ