395/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated395/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, το αναιρεσείον έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης υπέρ της οποίας είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει ν' απορριφθεί, κατά την αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 395/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσσαλονίκη, όπως αυτό νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Έ. χας Κ. Β., το γένος Ο. Α., 2. Ν. Β. του Κ., 3. Β. Β. του Κ., 4. Χ. Β. του Κ., κατοίκων .... Οι μεν 1η, 2ος, 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κούβελα ο δε 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και 5. Aνώνυμης εταιρείας ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, και με την από 5-1-2006 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:39.409/2006 μη οριστική, 38.339/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2590/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 25-8-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1991), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι και κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και της πέμπτης αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης - εναγομένης, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίας του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα.
Επομένως, το αναιρεσείον έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης υπέρ της οποίας είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει ν' απορριφθεί, κατά την αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από την έκθεση επίδοσης 243Γ/6.7.2009 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Μπαβέλη, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 31.3.2009 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο αυτής στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς το αναιρεσείον για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτό. Όμως το αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Από τη διάταξη αυτή, σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί η με διάνοια κυρίου νομή του ακινήτου επί εικοσαετία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.
Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο Μ.
Α., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, πριν το έτος 1927 είχε στην κυριότητα του έναν αγρό εμβαδού 95 τουρκικών στρεμμάτων, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." του συνοικισμού ..., πριν τη δημιουργία του συνοικισμού. 0 αγρός αυτός συνόρευε βόρεια με έναν αγρό εμβαδού 14 τουρκικών στρεμμάτων και ενός αυλακίου, ο οποίος είχε δωρηθεί από τους ιδιοκτήτες του στον γειτονικό Ιερό Ναό του ....
Παραπλεύρως των αμέσως παραπάνω δύο αγρών υπήρχε το ρέμα (χείμαρος) "Λάκκος του ...", ως φυσικός αποχετευτικός αγωγός, το οποίο εκτεινόταν στην ανατολική πλευρά των δύο αγρών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τα έτη 1927 και 1939 απαλλοτριώθηκαν τα ακίνητα της μείζονος περιοχής των παραπάνω αγρών, προκειμένου να δημιουργηθεί ο αστικός προσφυγικός συνοικισμός ....
Συγκεκριμένα, δυνάμει της 131636/28-11-1927 αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Προνοίας και προκειμένου να δημιουργηθεί ο αστικός αυτός προσφυγικός συνοικισμός, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά ο παραπάνω αγρός του τρίτου Μ. Α.. Μεταγενέστερα, δυνάμει της 9401/31-8-1939 αποφάσεως του Υπουργού Πρόνοιας, απαλλοτριώθηκε για τον ίδιο σκοπό, για τη δημιουργία του ίδιου αστικού προσφυγικού συνοικισμού και ο αγρός του Ιερού Ναού.
Όμως, κατά την απαλλοτρίωση των παραπάνω εδαφικών εκτάσεων, αυτή (απαλλοτρίωση) δεν κατέλαβε ολόκληρο τον αγρό των 95 στρεμμάτων και δεν επεκτάθηκε μέχρι το έσχατο ανατολικό όριο του, έως το ρέμα, τα όρια του οποίου παραμένουν αμετάβλητα από το έτος 1933 περίπου. Από την αρχή κατέλειπε εκτός απαλλοτριώσεως μία εδαφική του λωρίδα, η οποία παρεμβαλλόταν ανάμεσα στο ρέμα και το όριο της απαλλοτριώσεως του αγρού.
Το μέγεθος της εδαφικής αυτής λωρίδας και οι ακριβείς διαστάσεις της δεν διακριβώθηκαν. Έτσι, το όριο της απαλλοτρίωσης δεν ταυτίζεται απόλυτα με το όριο του ρέματος στην τοποθεσία του αγρού. Σημειώνεται, ότι, δεν αποδείχθηκε πως η ίδια εδαφική λωρίδα, που έχει καταλειφθεί εκτός απαλλοτριώσεως, έχει καταστεί μέχρι το χρόνο της κρινόμενης αγωγής κοινόχρηστη καθοιονδήποτε τρόπο.
Αντίθετα, μάλιστα, αποδείχθηκε ότι η εδαφική αυτή λωρίδα διαιρέθηκε σε οικοδομικά τετράγωνα και έχει εν μέρει οικοδομηθεί, όπως συνάγεται από τα τοπογραφικά διαγράμματα της περιοχής που προσκομίζουν οι διάδικοι. Στο ίδιο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή το όριο της απαλλοτρίωσης δεν ταυτίζεται με το όριο του ρέματος, κατέληξε και ο πραγματογνώμονας Ν.
Χ.........Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 23/1-2-2007 έγγραφης πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και επισταμένως τεκμηριωμένη, ο πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα των παραπάνω απαλλοτριώσεων, και τα έγγραφα που συντάχθηκαν για την ευρύτερη περιοχή του επιδίκου από την εποχή της τουρκοκρατίας μέχρι το χρόνο της πραγματογνωμοσύνης, έκανε αναγωγή του τουρκικού στρέμματος σε τετραγωνικά μέτρα και αποτύπωση των παλαιών τοπογραφικών διαγραμμάτων, της πράξης εφαρμογής και των νεότερων τοπογραφικών διαγραμμάτων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το όριο της απαλλοτρίωσης δεν ταυτίζεται με το όριο του ρέματος, αλλά παρεμβάλλεται ανάμεσα τους η εδαφική έκταση που αναφέρθηκε παραπάνω και εξαιρέθηκε της απαλλοτριώσεως.
Προσδιορίζοντας την απόσταση του οικοπέδου από την οριογραμμή του ρέματος, ορίζει ότι το οικόπεδο και η οικοδομική γραμμή, στην οποία αυτό ανήκει, απέχει από την οριογραμμή του ρέματος τουλάχιστον 9,96 γραμμικά μέτρα. Ακόμη, γνωμοδοτεί ότι από την ύπαρξη της επίδικης εκτάσεως, ως ιδιοκτησίας, δεν διαταράσσεται καθόλου η αρχική ή η τελική οριογραμμή του ρέματος, καθώς επίσης δεν διαταράσσονται τα όρια των όμορων ιδιοκτησιών, οι οποίες αποκτούν κανονικό σχήμα, που είναι σύμφωνο με την πράξη εφαρμογής της ευρύτερης περιοχής και την εφαρμογή στο έδαφος των τουρκικών τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων της περιοχής, οι οποίοι (τίτλοι) εφαρμόζονται πλήρως και τεκμηριωμένα, με την ελάχιστη απόκλιση σφάλματος που κυμαίνεται σε ποσοστό έως 2%.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο Οργανισμός Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης (ΟΑΘ), του οποίου η εναγόμενη εταιρία είναι καθολική διάδοχος, δεν κατέστη οποτεδήποτε κύριος του επίδικου οικοπέδου, αφού αυτό δεν αποτελούσε τμήμα του υπάρχοντος στην περιοχή ...
ανοιχτού αποχευτικού αγωγού ομβρίων και μη υδάτων (ρέμα) και συνακόλουθα, δεν κατέστη κύριος του ιδίου ακινήτου και το προσθέτως παρεμβαίνον ΝΠΔΔ, στο οποίο μεταβιβάστηκαν με σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μόνο τα περιουσιακά στοιχεία της ανώνυμης εταιρίας ΕΥΑΘ που πράγματι της ανήκαν, μεταξύ των οποίων δεν ήταν και το επίδικο οικόπεδο.
Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες Ε. Έ. χήρα Κ. Β., Ν. Β., Β. Β. και Χ. Β., χωρίς να αντλούν από πουθενά νόμιμο δικαίωμα και επωφεληθέντες τη μακροχρόνια απουσία του τρίτου Μ. Α. και των κληρονόμων του και την αδιαφορία τους για την τύχη του δικού τους μείζονος ακινήτου που έμεινε εκτός της απαλλοτριώσεως, σε ημερομηνία του έτους 1966 που δεν διακριβώθηκε κατέλαβαν αυθαίρετα ένα τμήμα από το μείζον αυτό ακίνητο, εμβαδού 259,78 τετραγωνικών μέτρων, με τη βούληση να το έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Από την κατάληψη του, ασκούσαν επ' αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του ως οικοπέδου, ιδίως με τη χρησιμοποίηση του ως τόπο της κύριας κατοικίας τους. Συγκεκριμένα, κατέλαβαν το διαιρετό τμήμα εμβαδού 259,78 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο συνορεύει ανατολικά και επί πλευράς 14 μέτρων με ρέμα, δυτικά και επί πλευράς 18,60 μέτρων με την οδό ..., βόρεια και επί πλευράς 11,80 μέτρων με την ιδιοκτησία του Τ.
Γ. και νότια και επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 19,97 μέτρων με τις ιδιοκτησίες των Μ. Β., Β. Χ. και Β. Β.. Αφότου οι ενάγοντες κατέλαβαν το ακίνητο το έτος 1966, έκτοτε μέχρι το χρόνο της κρινόμενης αγωγής το κατείχαν κατ' ισομοιρίαν με τη βούληση να το έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Το έθεσαν υπό την ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Το χρησιμοποιούσαν με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ως οικοπέδου, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση των συννομέων εναγόντων.
Ειδικότερα, αφού οριοθέτησαν, καθάρισαν και περιέφραξαν το οικόπεδο, το οποίο είχε αρχικά μορφή σκουπιδότοπου, ακολούθως το είχαν υπό την εποπτεία τους και είχαν τη δυνατότητα να ασκούν τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, ανήγειραν επ' αυτού ισόγεια οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια, αποθήκη, κουζίνα, χωλ και μπάνιο, την οποία έκτοτε και μέχρι το χρόνο της αγωγής τη χρησιμοποιούσαν αδιάκοπα ως τόπο της κύριας κατοικίας τους, ενώ το υπόλοιπο οικόπεδο το χρησιμοποιούσαν ως αύλειο χώρο της κατοικίας.
Όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης σύννομης εκ μέρους των εναγόντων για λογαριασμό τους, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως του ακινήτου με διάνοια συγκυρίου. Η πρόθεση τους για ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση του οικοπέδου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειρισθεί αυτό ο ιδιοκτήτης.
Η παραπάνω συννομή κατ' ισομοιρίαν του ακινήτου με τα ποοσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκεσε μέχρι, το έτος 1996, χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση από οποιοδήποτε τρίτο. Μόνο το έτος 1996 η εναγόμενη εταιρεία αμφισβήτησε το πρώτον την κυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου και κοινοποίησε προς αυτούς το 10/1996 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως, ισχυριζόμενη ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση ανήκει στη δική της κυριότητα.
Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δυνάμει της 7006/1997 οριστικής αποφάσεως του, δέχθηκε ότι η ίδια έκταση κείται εκτός της οριογραμμής του ρέματος, όπως αυτή ορίσθηκε από την αρμόδια ΔΤΥ της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και ακύρωσε το πρωτόκολλο, για το λόγο ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση κυριότητας της εναγομένης στην εδαφική έκταση που αφορούσε το πρωτόκολλο αποζημιώσεως.
Οι ενάγοντες, παρά την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου, συνέχισαν να νέμονται αδιάκοπα την επίδικη εδαφική έκταση όπως έπρατταν προηγουμένως, χρησιμοποιώντας την οικία ως κατοικία, μαζί με την αυλή της. Κατ' ακολουθίαν οι ενάγοντες, οι οποίοι συννεμήθηκαν κατ' ισομοιρίαν αδιάκοπα ολόκληρο το παραπάνω οικόπεδο από το έτος 1966 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (24-6-2005), δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, έγιναν συγκύριοι κατ' ισομοιρίαν αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν νεμήθηκε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ιδιαίτερα η εναγομένη εταιρεία.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης νομής των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων - εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, που εφαρμόστηκε, αφού συνέτρεχαν οι όροι αυτής, ήτοι η ύπαρξη νομής των εν λόγω αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου κατά το επικαλούμενο απ'αυτούς χρονικό διάστημα μιας και πλέον εικοσαετίας (1966 1996).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία χωρίς να κατονομάζονται στην απόφαση οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, καθώς και η ακριβής ημερομηνία έναρξης του χρόνου άσκησης νομής τους επί του επιδίκου και χωρίς να προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι κατέστησαν καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι των αμέσων δικαιοπαρόχων τους, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι κοινόχρηστο, παρόλο που, όπω ς συνάγονταν από τις από 2.12.1939 και 15.5.1953 εκθέσεις του προϊσταμένου του γραφείου της τοπογραφικής υπηρεσίας του Υπουργείου Γ.
Ε. Σ., τα συμπεράσματα των οποίων προέκυψαν από την εφαρμογή των τίτλων της περιοχής, το επίδικο βρίσκεται εντός του ρέματος. Όμως με την αιτίαση αυτή, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, μεταξύ άλλων, και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον (ΝΠΔΔ) προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και ν' απορρίψει την έφεσή του - αναιρεσείοντος - καθώς και της πέμπτης αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 1054 ΑΚ, 23 παρ. 2 Ν.2937/2001 και 9 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 787/1970.
Ο λόγος αυτός όμως είναι αόριστος και πρέπει ν'απορριφθεί, επειδή δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου αυτού, δηλαδή αν η παραβίαση καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εφαρμογή της και, έτσι, δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
V. Από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' σε συνδυασμό προς τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης και, άρα, όχι πραγματικό επιχείρημα, δηλαδή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιου από τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου στην κατ' άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, έννοια των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι γνωματεύσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι και λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για την ερμηνεία διατάξεων νόμου και όχι προς απόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της ιδιότητας του επιδίκου ως κοινοχρήστου ακινήτου και, ειδικότερα, τη γνωμοδότηση Μ.
με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα από την οποία προέκυπτε ότι " η έκταση που προέκυψε πάλι από το άλλοτε ρέμα Τ. εμβαδού 232,94, του Γ 695 οικοδομικού τετραγώνου που περιλαμβάνεται μεταξύ των οδών Ο., ..., πεζοδρόμου και Π. στην ίδια περιοχή με το επίδικο, αναγνωρίστηκε ως χώρος ιδιοκτησίας του άλλοτε ΟΑΘ και ζητήθηκε η παραχώρηση αυτού για ανέγερση σχολικού κτιρίου σύμφωνα με την 224/90 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΘ και την 3716/90 κοινή απόφαση Υπουργού Οικονομικών και Μακεδονίας Θράκης πράγμα που έγινε".
Όμως ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος, κατά το αναιρεσείον, αποδεικνύεται από το εν λόγω έγγραφο δεν είναι ουσιώδης, κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά αποτελεί πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο είναι χώρος ιδιοκτησίας του και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα των ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, τα οποία εξήχθησαν μετά από ερωτήματα που αυτοί έθεσαν στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου της Γενικής Γραμματείας του ΥΠΕΣΔΔΑ.
Ο λόγος όμως αυτός κατά το ως άνω μέρος του, πρέπει, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τη σχετική έκθεση με τα παραπάνω συμπεράσματα, τα επικαλέστηκε το αναιρεσείον για την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 6 του ν. 880/1979 και όχι προς απόδειξη του αμέσως πιο πάνω ισχυρισμού του, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2009 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΥΑΘ ΠΑΓΙΩΝ" για αναίρεση της 2590/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ