Legislator Case Law & Legislation
395/2009 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for insufficient reasoning on abuse of right under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 395/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the second-instance judgment regarding a property dispute due to inadequate reasoning on the abuse of right claim. The lower court dismissed the plaintiff's suit based on Article 281 of the Civil Code but failed to explain how the defendant knew of the wife's prior rights or why the plaintiff's acquisition was contrary to good faith. Consequently, the case was remanded to the same court of first instance for a new trial with different judges.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure: A lower court decision is annulled if it rejects a claim for abuse of right without providing sufficient factual reasoning to demonstrate the plaintiff's knowledge of relevant circumstances and the unacceptability of their conduct according to social ethics.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle insufficient reasoning annulment of judgment remittal for retrial property dispute civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 395 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 395/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Λιώση.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγή Γεράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1221/1997 οριστική του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 481/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε τις 43/2001 μη οριστική, 578/2006 οριστική, αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/6/2006 αίτησή του και τους από 2/7/2007 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005).

Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ` ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι. το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία τα δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, που αγόρασε από το σύζυγο της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία το έχει καταλάβει, και να υποχρεωθεί αυτή να του το αποδώσει.

Ότι η τελευταία σε αντίκρουση της αγωγής προέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο επικουρικώς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, το ως άνω δικαστήριο όμως απέρριψε, μαζί με τις άλλες ενστάσεις, και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε και η ασκηθείσα έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως, η τελευταία άσκησε αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως, η οποία έγινε δεκτή με την 481/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μετά τους σεισμούς του 1953 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου εδαφική έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να παραχωρηθεί στη συνέχεια για τη μετάθεση του οικισμού ...... .

Ήδη από το έτος 1956, μετά την διά κληρώσεως περιέλευση της κατοχής στον Α και με δάνειο του Ελληνικού Δημοσίου, ο ανωτέρω άρχισε να κατασκευάζει μικρή οικία που είχε αποπερατωθεί στοιχειωδώς το έτος 1957, οπότε συνήψε γάμο με την εναγόμενη. Το 1961 ο Α μετέβη στη Δυτική Γερμανία για εργασία , μετά δε το έτος 1963 άρχισε να αδιαφορεί παντελώς για τη σύζυγό του και τις τρεις ανήλικες θυγατέρες τους, συνδεθείς μάλιστα με άλλη γυναίκα στη Γερμανία με την οποία απέκτησε δύο τέκνα.

Το 1966 δήλωσε στον αδελφό της συζύγου του ότι δεν επιθυμεί να έχει καμία σχέση με τη σύζυγό του και θα έμενε μόνιμα στη Γερμανία, το δε 1968 υποχρεώθηκε με δικαστική απόφαση να καταβάλλει διατροφή σ' αυτή και τα τρία ανήλικα τέκνα τους, την οποία όμως υποχρέωση ουδέποτε τήρησε. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι από το 1963 η εναγομένη διέμενε μόνη με τα ανήλικα τέκνα στο επίδικο ακίνητο και στην οικία, την οποία φρόντιζε και συντηρούσε χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη και οικονομική ή άλλη συμμετοχή του συζύγου της, που ούτε την επισκεπτόταν ούτε είχε κλειδιά της οικίας, καθώς και ότι μόνη της ρύθμιζε και τακτοποιούσε όλες τις ελλείψεις και προέβαινε σε βελτιώσεις και αλλαγές στο εσωτερικό, ενώ επιμελήθηκε για την ηλεκτροδότηση της οικίας και για τη σύνδεση με το δίκτυο υδρεύσεως και την παροχή τηλεφωνικής σύνδεσης.

Κατά το έτος 1968 η εναγομένη μετακινήθηκε στο ......, διότι αντιμετώπιζε ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες και είχε άμεση και επιτακτική ανάγκη να εργαστεί. Έκτοτε διέμενε στο ...... και επισκεπτόταν κατά διάφορα χρονικά διαστήματα το επίδικο, το επέβλεπε, ενίοτε διανυκτέρευε και συνέλεγε τους καρπούς από τα δένδρα.

Αυτή η κατάσταση συνεχίσθηκε χωρίς καμιά ενόχληση εκ μέρους του συζύγου της έως τις 18-6-1993, οπότε ο τελευταίος της κοινοποίησε διά πληρεξουσίου δικηγόρου την από 11-6-1993 εξώδικη δήλωση, με την οποία διαμαρτυρόταν, διότι πριν μια εβδομάδα που επέστρεψε από τη Γερμανία διαπίστωσε ότι αυτή είχε προβεί σε αλλαγή της κλειδαριάς της πόρτας εισόδου της οικίας και δεν μπορεί να εισέλθει και να κατοικήσει, ζητούσε δε εντός τριών ημερών να παραδώσει τα κλειδιά της οικίας στον δικηγόρο του και εντός μηνός να απομακρύνει τα πράγματά της γιατί προτίθεται να προβεί σε ανοικοδόμηση.

Η ήδη αναιρεσίβλητη στην εξώδικη απάντησή της δήλωσε ότι από το έτος 1963 που αυτός εγκατέλειψε την ίδια και τα τρία τέκνα τους και εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, η ίδια κατέχει και νέμεται το ακίνητο ως αποκλειστική ιδιοκτησία της, ότι από τότε έχει αντικαταστήσει τις κλειδαριές και τις αντικαθιστά όταν φθείρονται, ότι ο ίδιος είχε δηλώσει έκτοτε ότι δεν το θέλει και ότι θα <αφήσει τα κόκκαλά του στη Γερμανία> και ως εκ τούτου δεν έχει κανένα δικαίωμα επί του ακινήτου.

Μετά παρέλευση οκτώ ημερών από την απάντηση της αναιρεσίβλητης, ο ανωτέρω σύζυγός της μεταβίβασε το ακίνητο στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με το ...... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερύσου Ελένης Λεντεράτου, ενώ ήδη από τις 30-6-1993 είχε υποβληθεί η σχετική δήλωση και είχε καταβληθεί ο οφειλόμενος φόρος μεταβιβάσεως και επίσης η επιταγή για την εξόφληση του αναγραφόμενου τιμήματος έφερε ημερομηνία εκδόσεως 30-6-1993.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει τα εξής: <Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι όταν η εναγομένη και ο σύζυγός της αντάλλαξαν τα παραπάνω εξώδικα, ο τελευταίος, αν και ισχυριζόταν αναληθώς ότι προτίθεται να κατοικήσει στο επίδικο και να το ανοικοδομήσει, είχε ήδη προέλθει σε συμφωνία μεταβίβασης του ακινήτου στον ενάγοντα, αφού μετά παρέλευση μιας εβδομάδας ολοκληρώθηκε και τυπικά η αγοραπωλησία.

Ο δε αγοραστής (αναιρεσείων) τελούσε σε γνώση των εκτεθέντων περιστατικών και ιδίως του ότι ο πωλητής είχε αποξενωθεί προ πολλού από το πωλούμενο ακίνητο, το οποίο κατείχε, χρησιμοποιούσε και φρόντιζε η εναγόμενη αναιρεσείουσα σύζυγός του, όπως αποδεικνύεται ιδίως α) από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης του πωλητή προς τη σύζυγό του λίγες ημέρες πριν την τυπική κατάρτιση του συμβολαίου, οπότε είχε προηγηθεί η συμφωνία για την πώληση του ακινήτου προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν ενήμερος του προβλήματος που έθιγε η εξώδικη δήλωση, η οποία συντάχθηκε και υπογράφηκε από δικηγόρο, β) από τη σαφή και χωρίς ενδοιασμούς ταχεία απάντηση της εναγομένης προς το σύζυγό της ότι ουδέν δικαίωμα κυριότητας ή κατοχής έχει επί του επιδίκου, γ) από το γεγονός ότι στην κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου συνέπραξαν και οι δικηγόροι των συμβληθέντων, δ) από το ότι ο ενάγων αναιρεσείων είχε επιστρέψει μονίμως στην Κεφαλληνία από το έτος 1990, πλησίον δε του επιδίκου ήταν ιδιοκτησίες της οικογένειάς του και αν και είχε άμεση αντίληψη περί της πραγματικής ιδιοκτησιακής κατάστασης του ακινήτου, εν τούτοις επιδίωξε να έλθει σε επαφή με τον πωλητή για να το αγοράσει στηριζόμενος στον τίτλο κυριότητας του τελευταίου και παραβλέποντας τα επί μακρά σειρά ετών αποκλειστικά δικαιώματα της εναγόμενης επ' αυτού>.

Ακολούθως το Εφετείο με βάση τα ως άνω περιστατικά δέχθηκε ότι <το αγωγικό δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, διότι αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών> και απέρριψε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, γιατί χρησιμοποίησε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω.

Ειδικότερα, α) δεν εξηγείται κατά τις παραδοχές της απόφασης, πώς ο ενάγων-αναιρεσείων έλαβε γνώση της εξώδικης δήλωσης του πωλητή και συζύγου της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης προς τη σύζυγό του, ούτε πώς το γεγονός ότι η εξώδικη αυτή δήλωση συντάχθηκε και υπογράφηκε από δικηγόρο επέδρασε, ώστε ο ενάγων να λάβει γνώση της εξώδικης δήλωσης και του περιεχομένου της και πώς αυτός ήταν ενήμερος των σχέσεων και διαφορών μεταξύ της εναγομένης και του συζύγου της, που είχαν ξεκινήσει, κατά της παραδοχές του Εφετείου από το έτος 1963, β) δεν εξηγείται πώς ο ενάγων έλαβε γνώση της απάντησης της εναγομένης προς το σύζυγό της και του περιεχομένου της ότι ο σύζυγός της ουδέν δικαίωμα κυριότητας, νομής ή κατοχής έχει επί του επιδίκου, γ) δεν διευκρινίζεται πώς το γεγονός, ότι στην κατάρτιση και υπογραφή του συμβολαίου συνέπραξαν και οι δικηγόροι των συμβληθέντων, επέδρασε στο να λάβει γνώση ο ενάγων όλων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, σχετικά με τις σχέσεις της ενάγουσας και του πωλητή συζύγου της, δ) δεν εξηγείται πώς το γεγονός, ότι ο ενάγων είχε επιστρέψει μονίμως στην ......

από το έτος 1990 και ότι πλησίον του επιδίκου ακινήτου υπήρχαν ιδιοκτησίες της οικογένειάς του, επέδρασε στο να λάβει αυτός γνώση των αυτών ως άνω περιστατικών και έχοντας γνώση αυτών να επιδιώξει να το αγοράσει από τον πωλητή, παραβλέποντας, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, τα αποκλειστικά δικαιώματα της εναγομένης επί του επιδίκου ακινήτου, τα οποία όμως αποκλειστικά δικαιώματα καθόλου δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα είναι.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται ότι συνεπεία των ως άνω περιστατικών επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου κατά τις κρατούσες αντιλήψεις περί ηθικής και δικαίου του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, προς αποτροπή επαχθών συνεπειών για την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης και τρίτος πρόσθετος λόγος.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 578/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ