395/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2070/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated395/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 395 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 395/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2070/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, με επιμέλεια του ΟΤΕ επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης, παρά την απουσία αυτού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Εντεύθεν, προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, την οποία συνιστά και η κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της ΟΤΕ ΑΕ, παράλειψη προαγωγής και τοποθετήσεως μισθωτού της σε κενή οργανική θέση υποδιευθυντή, στην οποία προήγαγε και τοποθέτησε άλλον, με υποδεέστερα προσόντα, συνάδελφο του, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του παραλειφθέντος μισθωτού με την οποία ζήτησε την επιδίκαση άλλης απαίτησης του με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή την αδικοπραξία του εργοδότη του, αποτελεί ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την υπαιτιότητα του εργοδότη, δεδικασμένο στη νέα δίκη, ως προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης με αυτή προς διάγνωση έννομης σχέσης.
Εξάλλου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΤΕ που λήφθηκε στην με αριθμό ..... συνεδρίαση του, χορηγήθηκε "από 1-8-1997 επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75000 μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω, τουλάχιστον για ένα (1) ΈΤΟΣ, ..".
Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, προϋποθέσεις για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος, το οποίο με την ίδια χαρακτηρίσθηκε ότι αποτελεί τακτικές αποδοχές και το οποίο στη συνέχεια καταργήθηκε από 1-4-1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου, είναι α) βαθμός Διευθυντή ή Υποδιευθυντή και β) κατοχή θέσης Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω κατά το χρόνο χορήγησης του ή κατά το παρελθόν, τουλάχιστον για ένα έτος.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 12 του Λ/. 1082/1980 η με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνώριση προαγωγής υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε βαθμό στον οποίο δικαιούται να προαχθεί βάσει του διέποντας την εργασιακή σχέση κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι η προαγωγή του πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε κατά την απόφαση να προαχθεί.
Τέλος, με τις διατάξεις της από 17-4-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ σχετικά με τη διαδικασία πληρώσεως των θέσεων προϊσταμένων υπηρεσιακής στάθμης τομέα και άνω και ορίσθηκε ειδικότερα ότι η πλήρωση των θέσεων αυτών πραγματοποιείται α) με προκήρυξη των οικείων θέσεων β) με βάση τα αναφερόμενα ενδεικτικά κριτήρια, βαθμολογούμενα με συντελεστή βαρύτητας που προσδιορίζονται κατά περίπτωση και γ) με υποβολή μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε ημερών σχετικής αιτήσεως με βιογραφικό σημείωμα από μέρους των ενδιαφερομένων υπαλλήλων.
Ορίζεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση του προσωπικού γίνεται από το προσδιορισμένο, κατά περίπτωση, όργανο του εργοδότη, ότι η σειρά κατάταξης των επιλεγομένων είναι υποχρεωτική για τον Οργανισμό και τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ότι η τοποθέτηση στη θέση ευθύνης του προσωπικού που επιλέχθηκε γίνεται για διετή θητεία η οποία μπορεί να παραταθεί και ότι το προσωπικό με τον βαθμό τομεάρχη, υποδιευθυντή και διευθυντή, που δεν υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή του στην προκήρυξη της θέσης, ή δεν επιλέχθηκε γι' αυτή, τοποθετείται ως στέλεχος σε τομέα, υποδιεύθυνση ή διεύθυνση, αντίστοιχα, και εκτελεί ειδικό όρο το οποίο προσδιορίζεται κατά περίπτωση με εγκύκλιο του Διευθύνοντος Συμβούλου και τη σύμφωνη γνώμη της ΟΜΕ-ΟΤΕ.
Οι ρυθμίσεις αυτές, που προϋπήρξαν της ανωτέρω απόφασης του Δ.Σ. του ΟΤΕ, δεν μεταβάλουν τις προϋποθέσεις χορήγησής του, με βάση την εν λόγω απόφαση, επιδόματος ανώτατου προσωπικού, του οποίου η χορήγηση δεν εξαρτήθηκε από το αν η επί ένα τουλάχιστον χρόνο κατοχή της θέσης προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω συμπίπτει με το χρόνο ισχύος της από 17.4.1995 ΕΣΣΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Ο αναιρεσίβλητος Ψ1 προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις ...... και εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι και τον βαθμό του υποδιευθυντή Δ/ΑΤ, στον οποίο είχε προαχθεί δυνάμει της 12088/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα, κατόπιν σχετικής αγωγής του, ότι ο αναιρεσείων εργοδότης του καταχρηστικώς παρέλειψε να τον προάγει στον ανώτερο βαθμό κατά τις κρίσεις του έτους 1993 και αναγνώρισε τούτο, επιδικάζοντας σ'αυτόν και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη.
Ακολούθως, επί νεότερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 7731/2000 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο αναιρεσείων εργοδότης του καταχρηστικώς παρέλειψε να τον τοποθετήσει σε οργανική θέση υποδιευθυντή και να του αναθέσει τα συναφή καθήκοντα κατά το χρονικό διάστημα από 15.2.1993 έως 31.5.1995, υποχρέωσε τον τελευταίο σε σχετική δήλωση βουλήσεως και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα τις διαφορές των εν γένει αποδοχών μεταξύ του εν λόγω βαθμού και αυτού που πράγματι κατείχε.
Για τα ζητήματα αυτά, δηλαδή της καταχρηστικής παράλειψης προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στον βαθμό του υποδιευθυντή Δ/ΑΤ από 15.2.1993 και της επίσης καταχρηστικής παράλειψης ανάθεσης σ' αυτόν οργανικής θέσης υποδιευθυντή και καθηκόντων αντίστοιχων με τον βαθμό αυτό από την προαναφερόμενη ημερομηνία, ισχύει το κατά τα άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ δεδικασμένο. Το Δ.Σ. του αναιρεσείοντος ΟΤΕ, κατά τη συνεδρίασή του στις ...., αποφάσισε, με την ..... απόφασή του, τη χορήγηση, από 1.8.1997, επιδόματος ανώτατου προσωπικού, δραχμών 75.000 μηνιαίως, στο προσωπικό με βαθμό διευθυντή και υποδιευθυντή, που κατέχει ή κατείχε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης ή άνω, τουλάχιστον για ένα έτος.
Για τη χορήγηση, δηλαδή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να συντρέχουν σωρευτικά δύο προϋποθέσεις, ήτοι βαθμός διευθυντή ή υποδιευθυντή και άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω για ένα τουλάχιστον έτος. Καθίσταται έτσι προφανές ότι στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος συνέτρεχαν αμφότερες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχε κριθεί μετά δυνάμεως δεδικασμένου ότι καταχρηστικώς είχε παραλειφθεί να προαχθεί σε θέση υποδιευθυντή από 5.2.1993 και ότι, επίσης καταχρηστικώς, είχε παραλειφθεί από την τοποθέτηση σε οργανική θέση με ανάλογα καθήκοντα του εν λόγω βαθμού από την ανωτέρω ημερομηνία.
Έτσι, αρνούμενος ο αναιρεσείων ΟΤΕ να του χορηγήσει το επίδικο επίδομα από 1.8.1997 μέχρι 6.8.1998, οπότε ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την υπηρεσία, στέρησε από αυτόν αδικαιολόγητα το συνολικό ποσό των 1.359.912 δραχμών. Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που με αυτή ο τελευταίος ζητούσε την καταβολή του επίδικου επιδόματος για το άνω χρονικό διάστημα.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι με τις 12088/1995 και 773/2000 αποφάσεις του δημιουργήθηκε δεδικασμένο, δεδομένου ότι τα περιστατικά που κρίθηκαν με αυτές, δηλαδή ότι η παράλειψη προαγωγής του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του υποδιευθυντή από 15.2.1993 και η μη τοποθέτηση από την ημερομηνία αυτή μέχρι 31.5.1995 σε οργανική θέση υποδιευθυντή με ανάθεση αναλόγων με την θέση καθηκόντων οφείλονται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος Οργανισμού, αποτελούν νομικό ζήτημα που πρέπει να κριθούν και στην παρούσα δίκη, για την επιδίκαση ως αποζημίωσης (διαφυγόν κέρδος) του επίδικου επιδόματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις της από 17.4.1995 ΕΣΣΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος στερήθηκε την ανωτέρω παροχή, που, όπως σημειώθηκε, δεν χορηγείται μόνο σε υπαλλήλους με βαθμό υποδιευθυντή ή διευθυντή που κατέχουν ή κατείχαν τουλάχιστον για ένα έτος θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω, οι οποίοι είχαν επιλεγεί για τη θέση αυτή, αλλά, σε κάθε περίπτωση, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 12 του Ν. 1082/1980, που υπάρχει κατοχή τέτοιας θέσης, κατά πλάσμα του νόμου, για περισσότερο διάστημα του έτους, το οποίο προηγήθηκε της ισχύος της άνω ΕΣΣΕ, όπως εν προκειμένω.
Επομένως οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 16 και 1 πλημμέλειες αντίστοιχα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο ο αναιρεσείων Οργανισμός, αποκρούοντας το δεδικασμένο από την προαναφερόμενη 7731/2000 απόφαση του Εφετείου, υποστηρίζει ότι η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την 449/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του εφετηρίου και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός δεν προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον άνω ισχυρισμό (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ) για αναίρεση της 1403/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ