Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting evidence not considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thessaloniki. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific sworn statements and expert opinions regarding machine defects, claiming these documents were ignored during the evidence evaluation. The court ruled that the appellate court had explicitly acknowledged and weighed these documents alongside other evidence, thereby refuting the claim of non-consideration and upholding the original decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11γ, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider evidence is only a ground for appeal if the evidence was genuinely ignored and not merely weighed alongside other proof, as the lower court must explicitly state its evaluation of all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 394 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 394/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «Β..Μ..Κ. Ε. Μ. Κ. - Μ. Ι..Κ..Ε.. και διακριτικό τίτλο «Β..Μ..»Κ., που εδρεύει στη Β..Π. Σ. Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-9-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «Γ.. Ι. και Σ. Ι..Κ..Ε.. Κ. Ε. Κ. και Ε.» και διακριτικό τίτλο «A. H. P.», που εδρεύει στη Β..Π. Σ. Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Καραφυλλιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4229/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, 1084/2021 μη οριστική και 843/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 27-6-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 843/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης εταιρείας Ι.Κ.Ε. κατά της υπ' αριθ. 4229/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εταιρεία Ι.Κ.Ε.
το ποσό των 119.891,87 ευρώ, λόγω υπαναχώρησης της ενάγουσας από την επικαλούμενη σύμβαση πώλησης και για περαιτέρω ζημία της που δεν καλύπτεται από την άσκηση αυτής. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (A.Π.5/2020, Α.Π.1424/2017).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π.5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.261/2020, Α.Π.18/2018, Α.Π.1487/2017).
Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (Α.Π.1537/2022, Α.Π.1812/2022, Α.Π.203/2019, Α.Π.1596/17).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ, όπως τα πέντε τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3043/2002, προκύπτει α) ότι ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, ήτοι κατά το χρόνο παραδόσεώς του σ` αυτόν, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες (Α.Π.1888/2018), δηλαδή η ευθύνη του είναι αντικειμενική και β) ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ` επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός εάν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (Α.Π. 2097/2022).
Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.
Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα (543 εδ. β Α.Κ.). Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου.
Η ως άνω ευθύνη, όπως διαγράφεται στο άρθρο 543 Α.Κ., είναι συμβατική (Α.Π.1230/2019). Το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση της πώλησης είναι διαπλαστικό δικαίωμα, ασκείται κατ` αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αλλά και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής (άρθρα 389 επ.
ΑΚ) (Α.Π. 560/2017, Α.Π.996/2015). Εξάλλου, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση η οποία από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος.
Τα μέρη είναι κατ` αρχήν ελεύθερα να αναγάγουν ρητώς οποιαδήποτε χαρακτηριστικά ή ιδιότητες ενός πράγματος σε δεσμευτικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Η σχετική συμφωνία των μερών μπορεί να έχει θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο, να αναφέρεται δηλαδή στην ανάγκη υπάρξεως ορισμένων ιδιοτήτων ή στην ανάγκη απουσίας ορισμένων χαρακτηριστικών - ελαττωμάτων αντίστοιχα.
Έτσι, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, ότι το πράγμα έχει τη συμφωνημένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (Α.Π.575/2013).
Συνιστά δε συνομολόγηση ιδιότητας και η συμφωνία περί έλλειψης ορισμένου πραγματικού ελαττώματος (Α.Π.1497/2018, Α.Π. 243/2009). Επομένως, για να γεννηθεί η κατά τα ανωτέρω ευθύνη του πωλητή πρέπει το πραγματικό ελάττωμα ή συνομολογημένη ιδιότητα να λείπει κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου (άρθρο 537 παρ. 1 ΑΚ), που προσδιορίζεται στα άρθρα 522-524 ΑΚ, δηλαδή κατά κανόνα κατά το χρόνο της παράδοσης του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή (Α.Π.84/2020, Α.Π. 1391/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης από 30-7-2019 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι δυνάμει σύμβασης πώλησης, που κατάρτισε την 20-9-2018 με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αγόρασε από την τελευταία ένα μεταχειρισμένο μηχάνημα κοπής ελασμάτων τεχνολογίας Laser της κατασκευάστριας εταιρίας T., αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους, μετά του ΦΠΑ, 93.000 ευρώ.
Ότι πριν την κατάρτιση της πώλησης η εναγομένη της είχε αναφέρει ως πληροφορίες για το μηχάνημα ότι ήταν μοντέλο του έτους 2004, ευρισκόμενο σε άριστη κατάσταση, δυνάμενο να δουλέψει χωρίς προβλήματα πάνω από 20 έτη και ότι καινούριο στοιχίζει 400.000 ευρώ. Ότι επιπλέον συμφώνησαν η ίδια (ενάγουσα) να αναλάβει το κόστος της απεγκατάστασης του μηχανήματος από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης και της τοποθέτησης αυτού στις δικές της εγκαταστάσεις συνολικού κόστους 6.820 ευρώ.
Ότι από την έναρξη της τμηματικής εγκατάστασης του αγορασθέντος μηχανήματος εμφανίστηκαν προβλήματα, για την αποκατάσταση των οποίων καταβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας το ποσό των 13.315,02 ευρώ για αγορά ανταλλακτικών. Ότι την 25-5-2019 πραγματοποιήθηκε προσπάθεια εκκίνησης του μηχανήματος, πλην όμως καταστράφηκε ο βασικός καθρέφτης της, με αποτέλεσμα τα θραύσματα αυτού να εισέλθουν σε όλα τα μέρη αυτού, το δε κόστος αποκατάστασης της παραπάνω ζημίας, ανερχόταν στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Ότι, επιπλέον, από την 23-10-2018 έως την 24-7-2019, δαπάνησε για κοπές ελασμάτων σε τρίτους το συνολικό ποσό των 9.801,16 ευρώ, το οποίο, αν το πωληθέν μηχάνημα ήταν λειτουργικό, δεν θα δαπανούσε. Διατεινόμενη, περαιτέρω, η ενάγουσα ότι το πωληθέν, κατά το χρόνο παράδοσής του, δεν είχε τις συμφωνηθείσες ιδιότητες ως προς το χρόνο κατασκευής και τη συνολική του κατάσταση, καθώς και ότι παρουσίαζε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναιρούσαν ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητα του, τα οποία η εναγομένη γνώριζε, δήλωσε ότι ασκεί με την αγωγή της το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, λόγω της συντελεσθείσας υπαναχώρησης:
α) το ποσό του καταβληθέντος από αυτή τιμήματος ύψους 93.000 ευρώ, β) το ποσό των 13.315,02 ευρώ, που αφορά τις δαπάνες μερικής επισκευής του μηχανήματος, γ) το ποσό των 6.820 ευρώ, που αφορά τις δαπάνες απεγκατάστασης και εγκατάστασης του μηχανήματος και δ) το ποσό των 9.801,16 ευρώ, που αφορά περαιτέρω ζημία της, ήτοι τη δαπάνη κοπής ελασμάτων που κατέβαλε σε τρίτο συνεργάτη της.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη,αφού περιέχονται σ` αυτήν όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που δικαιολογούν την υπαναχώρηση της ενάγουσας και θεμελιώνουν την επίδικη αξίωση αυτής κατά της εναγομένης, και συγκεκριμένα αναφέρονται α) η καταρτισθείσα με την εναγομένη, το Σεπτέμβριο 2018, σύμβαση πώλησης του περιγραφόμενου μηχανήματος, β) το συμφωνημένο τίμημα και η καταβολή αυτού στην πωλήτρια, γ) η γενόμενη παράδοση του μηχανήματος, το οποίο όμως, κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, δεν έφερε τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, δηλαδή δεν είχε κατασκευασθεί το έτος 2004 και δεν ευρίσκετο σε άριστη κατάσταση, και επί πλέον έφερε πραγματικά ελαττώματα, ήτοι ήταν φθαρμένοι και ρυπαροί οι κύριοι καθρέπτες αυτού, δ) το πταίσμα της πωλήτριας, ήτοι τη γνώση της ότι κατά το χρόνο παράδοσης του μηχανήματος αυτό παρουσίαζε πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αγνοούσε η τελευταία, ε) τη γενομένη με την αγωγή δήλωση υπαναχώρησης της ενάγουσας από το σύμβαση, στ) η ζημία που υπέστη η ενάγουσα εξ αιτίας του ότι το παραδοθέν μηχάνημα δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και έφερε πραγματικά ελαττώματα, συνισταμένη, ειδικότερα, στο ποσό των 9.801,16 ευρώ, που αφορά δαπάνες της αναιρεσείουσας - ενάγουσας για εργασίες κοπής ελασμάτων σε τρίτους, και στο ποσό των 13.315,02 ευρώ, που αφορά δαπάνες της ενάγουσας για ανταλλακτικά του μηχανήματος, εκθέτοντας ότι ζητά αυτές έως το χρόνο που έλαβε χώρα η έκρηξη στο μηχάνημα, και ζ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, καθόσον εκτίθεται ότι το μηχάνημα, εξαιτίας της έλλειψης των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του και του ως άνω πραγματικού ελαττώματός του, από το χρόνο παράδοσής του στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας, δεν λειτούργησε και αναγκάστηκε αυτή να αποτανθεί σε τρίτους για τις ανάγκες της επιχείρησής της (κοπές ελασμάτων).
Περιέχει συνεπώς η αγωγή όλα τα κατά νόμο ικανά και αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας, η προστασία του οποίου ζητείται, που εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και δεν καταλείπεται αμφιβολία περί των αξιώσεων, οι οποίες απορρέουν από αυτά, δεν εμποδίζεται δε η αποτελεσματική άμυνα της εναγομένης ούτε ο δικαστικός έλεγχος περί του αν πληρούται το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, α) δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 543 του Α.Κ., για τη γένεση του οικείου δικαιώματος της ενάγουσας, και β) δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τους προβληθέντες, με το εφετήριο καθώς και με τις προτάσεις της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμούς της, περί νομικής αοριστίας των ως άνω κονδυλίων της αγωγής, τους οποίους και απέρριψε σιγή εκ του πράγματος ως αβάσιμους, δεχόμενο ότι αρκούν για τη νομική βασιμότητα της αγωγής τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.Επομένως, ο δωδέκατος από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ηαναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ειδικότερα αναφορικά με τα κονδύλια της αγωγής για δαπάνες της για εργασίες κοπής ελασμάτων σε τρίτους και για αγορά ανταλλακτικών του μηχανήματος και ότι δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ασκεί επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας προϊόντων εφαρμογών κλιματισμού, εξαερισμού και θέρμανσης καθώς και μελέτης ηλεκτρομηχανολογικών έργων.
Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) εκμεταλλεύεται εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικών βιομηχανικών πινάκων και ειδικών μεταλλικών κατασκευών και από το έτος 2014 είχε αναπτύξει συναλλακτική σχέση με την ενάγουσα, στην οποία είχε πωλήσει διάφορα προϊόντα και κάποια μεταχειρισμένα μηχανήματα. Οι διάδικοι το Σεπτέμβριο του έτους 2019 (ορθόν: 2018) συμφώνησαν την πώληση από την εναγομένη στην ενάγουσα ενός μηχανήματος κοπής ελασμάτων κατασκευής της εταιρίας «T..
M. G. Α.» τύπου L 3030 1800 w 3000 χ 1500 mmέτους κατασκευής 2000. Το μηχάνημα αυτό είχε πωληθεί στην εναγομένη μεταχειρισμένο τον Δεκέμβριο του έτους 2016 (εννοεί 2015) και εγκαταστάθηκε στην επιχείρηση αυτής τον Ιανουάριο του έτους 2016. Όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μηχανήματος εμφανίζονται αναλυτικά σε πινακίδα τοποθετημένη στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού, το περιεχόμενο της οποίας είναι βέβαιο, ότι εξέτασε η ενάγουσα πριν τη πώληση.
Σε σχέση με την πώληση αυτή έχει εκδοθεί από την εναγομένη το υπ' αριθμ …τιμολόγιο και η ενάγουσα κατέβαλε το τίμημα που συμφωνήθηκε ανερχόμενο σε ποσό ύψους 93.000 ευρώ. Η διάδικοι είχαν συμφωνήσει, ότι η ενάγουσα θα επιμεληθεί, ώστε να εκτελεστούν οι τεχνικές εργασίες αποσυναρμολόγησης του μηχανήματος στην επιχείρηση της εναγομένης, μεταφοράς και τοποθέτησης αυτού στο χώρο λειτουργίας της άλλης επιχείρησης.
Η εκτέλεση του έργου αυτού ανατέθηκε από την ενάγουσα στην εταιρία με την επωνυμία "Γ. Σ. Α. Κ. Ο.", που λειτουργεί συνεργείο εγκατάστασης και συντήρησης μηχανών κοπής και διαμόρφωσης ελασμάτων, το οποίο σε σχέση με την εκτέλεση των τεχνικών αυτών εργασιών εντός της ελληνικής επικράτειας είναι εξουσιοδοτημένο αποκλειστικώς από την ως άνω κατασκευάστρια εταιρία.
Το μηχάνημα παρέμεινε εγκατεστημένο στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την αντικατάστασή αυτού και οι εργασίες αποσυναρμολόγησης εκτελέστηκαν την 22-10-2018. Ακολούθως το συνεργείο της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Σ. Α. Κ. Ο." εγκατέστησε στην επιχείρηση της εναγομένης το νέο μηχάνημα. Η τοποθέτηση του ως άνω μηχανήματος στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης της ενάγουσας συντελέστηκε την 29-1-2019.
Σε σχέση με την δαπάνη, στην οποία η ενάγουσα υποβλήθηκε για την αποσυναρμολόγηση του μηχανήματος και την τοποθέτηση αυτού στην επιχείρηση της ενάγουσας εκδόθηκαν από την ανωτέρω εταιρία τα υπ' αριθμ. 155/22-10-2018 και 204/15-5-2019 τιμολόγια ύψους 2.480 και 4.340 ευρώ αντιστοίχως. Κατά την εκτέλεση της εγκατάστασης του μηχανήματος στην επιχείρηση της ενάγουσας τοποθετήθηκαν νέα εξαρτήματα σε αυτό λόγω ελαττωματικής λειτουργίας του κινητήρα Ζ (servo moto partno 0128285) και στον έλεγχο των στροφών του κινητήρα (feed rate control 2- axis version partno 0346036).
Επίσης, προέκυψε έλλειψη επικοινωνίας του υπολογιστή laser και του ελέγχου του ύψους του άξονα Ζ (Dias) λόγω ελαττώματος του καλωδίου της οπτικής ίνας (light guide 6855-50 partno 0254591), το οποίο συνδέει τον υπολογιστή του laser (TASC) με τον έλεγχο ύψους (Dias). Εκτός αυτού λόγω φθοράς που προκλήθηκε από τη χρήση αντικαταστάθηκαν τέσσερεις καθρέπτες του μηχανήματος (deviating mirror Si D 68 χ 0,8 partno 0129881, deflection mirror D 68 partno 1492304, plane mirror copper cplpartno 0920689, deflection mirror D 68 partno 0139367).
Οι καθρέφτες του μηχανήματος αποτελούν εξαρτήματα, από τα οποία εξαρτάται η λειτουργικότητα αυτού, διότι οδηγούν την παραγόμενη ακτίνα laser από την γεννήτρια στην κεφαλή κοπής. Το μηχάνημα λειτουργεί με τη χρησιμοποίηση δέκα οκτώ καθρεφτών. Η διάρκεια λειτουργίας ενός καθρέφτη που είναι τοποθετημένος σε μηχάνημα που συντηρείται τακτικά είναι 5.000 ώρες περίπου.
Ο καθρέπτης εξόδου και ο οπίσθιος καθρέπτης της γεννήτριας έχουν διάρκεια λειτουργίας 10.000 ώρες και αυτοί ελέγχονται οπτικά κατά την ετήσια συντήρηση του μηχανήματος χωρίς να επιτρέπεται ο καθαρισμός τους. Η χρήση του μηχανήματος κατά τη διάρκεια των ετών λειτουργίας του στην επιχείρηση της εναγομένης καλύπτει ένα διάστημα 64.900 ωρών.
Κατά το διάστημα αυτό η εναγομένη είχε αναθέσει στο συνεργείο της εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Σ. Α. Κ. Ο." την εκτέλεση διαφόρων επισκευών στο μηχάνημα καθώς και αναβάθμιση του λογισμικού του. Από τον εξέταση των παραστατικών που εκδόθηκαν από την ως άνω εταιρία, τα οποία υποβλήθηκαν σε έλεγχο από τον πραγματογνώμονα που διόρισε το παρόν Δικαστήριο προκύπτει, ότι κατά την διάρκεια χρήσης του μηχανήματος από την εναγομένη, αυτό δεν υποβλήθηκε σε συντηρήσεις εκτός από την εκτέλεση της εργασίας καθαρισμού των καθρεπτών σε σχέση με την οποία έχει εκδοθεί το ΤΟΥ….
Ειδικότερα όμως σε σχέση με τον οπίσθιο καθρέπτη και το καθρέπτη εξόδου αποδεικνύεται, ότι κατά το διάστημα που το μηχάνημα βρισκόταν στην κατοχή της εναγομένης τα εξαρτήματα αυτά δεν είχαν αντικατασταθεί. Το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη υπ' αριθμ …τιμολόγιο της εταιρίας με την επωνυμία "Γ.
Σ. Α. Κ. Ο.", στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και ο καθρέπτης εξόδου συνοδεύεται από το υπ' αριθμ …τιμολόγιο πίστωσης λόγω ματαίωσης της πώλησης. Ακολούθησε η από 1-8-2016 προσφορά της ανωτέρω εταιρίας σε σχέση με την αντικατάσταση τριών καθρεφτών μεταξύ των οποίων και ο οπίσθιος. Η ενάγουσα (εννοεί εναγομένη) όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί την ανωτέρω προσφορά.
Αιτίες της αστοχίας των καθρεφτών είναι η ελλαττωματική λειτουργία της τουρμπίνας της γεννήτριας, η παρατεταμένη χρήση του καθρέπτη εξόδου και οι ραγισμένοι σωλήνες χαλαζία. Η τουρμπίνα και σωλήνες χαλαζία αντικαταστάθηκαν από την εναγομένη, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ …τιμολόγια της εταιρίας με την επωνυμία "Γ.
Σ. Α. Κ. Ο.". Ο πλήρης καθαρισμός του καθρέπτη εξόδου είναι αδύνατος, διότι αποκλείεται η αφαίρεση αυτού και επιβάλλεται ή αντικατάστασή του. Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι εκδηλώθηκε βλάβη στην γεννήτρια του μηχανήματος η οποία καταχωρίστηκε με αριθμό 5658929 στο εγκατεστημένο λογισμικό της εταιρίας "Γ. Σ. Α.
Κ. Ο." που χρησιμοποιείται κατά την καταγραφή και παρακολούθηση των επισκευών και συντηρήσεων που αναλαμβάνει η επιχείρηση. Η καταγραφή της καταστροφής της γεννήτριας συντελέστηκε την 22-5-2019, αλλά λόγω εσφαλμένης καταχώρισης η δήλωση αυτής εμφανίζεται την 25-5-2019. 'Οτι ο χρόνος εκδήλωσης της βλάβης είναι η 22-5-2019 επιβεβαιώνεται και από το υπ' αριθμ … δελτίο αποστολής της εταιρίας "T..
M. G. A." που συνοδεύει το τιμολόγιο υπ' αριθμ …της εταιρίας "Γ. Σ. Α. Κ. Ο." που εκδόθηκε για την αντικατάσταση των καθρεπτών, η οποία όμως δεν εκτελέστηκε, διότι η ενάγουσα εκτίμησε υψηλό το κόστος της επισκευής με δεδομένη και την έλλειψη βεβαιότητας, ότι αυτή θα είναι επιτυχής. Η βλάβη της γεννήτριας που προκλήθηκε την 22-5-2019 εκδηλώθηκε, εξαιτίας της έκρηξης του καθρέπτη εξόδου κατά την ρύθμιση της ακτίνας της πηγής laser.
Η έκρηξη αυτή προκάλεσε την εκτόξευση και είσοδο των θραυσμάτων καθώς και της σκόνης ψευδαργύρου στην γεννήτρια η οποία καταστράφηκε, ενώ το κόστος αντικατάστασης αυτής ανερχόταν σε ποσό ύψους 80.000 ευρώ. Κατά την αποσυναρμολόγηση, συσκευασία, μεταφορά και εγκατάσταση του μηχανήματος η εταιρία με την επωνυμία "Γ.
Σ. Α. Κ. Ο." δεν αποδεικνύεται ότι παραβίασε κάποια από τις οδηγίες ασφαλείας του κατασκευαστή. Επίσης κατά την έναρξη της λειτουργίας του μηχανήματος, την οποία επιχείρησε η ενάγουσα δεν τεκμηριώνεται, ότι προκλήθηκε κάποια φθορά ή βλάβη αυτού. Υπό τους όρους αυτούς αποδεικνύεται, ότι η προαναφερόμενη βλάβη προκλήθηκε εξαιτίας της φθοράς και της αλλοίωσης του καθρέφτη εξόδου, ο οποίος δεν αντικαταστάθηκε από την ενάγουσα.
Η εναγομένη είχε αντιληφθεί, ότι η κατάσταση φθοράς του καθρέφτη επέβαλε την αντικατάσταση αυτού, την οποία η ίδια επέλεξε να επιχειρήσει με την υποβολή σχετικής παραγγελίας προς την εταιρία με την επωνυμία "Γ. Σ. Α. Κ. Ο.", που εξέδωσε το υπ' αριθμ …τιμολόγιο. Επιπλέον η ως άνω εταιρία υπέβαλε στην εναγομένη την από 1- 8-2016 προσφορά αυτής για την αντικατάσταση τριών καθρεπτών, μεταξύ των οποίων και ο καθρέπτης εξόδου.
Όμως η ως άνω αντικατάσταση ματαιώθηκε, διότι η εναγομένη αποφάσισε να μην υποβληθεί σε αυτή τη δαπάνη και εξακολούθησε να εκμεταλλεύεται το μηχάνημα για συνολικό διάστημα 64.900 ωρών με την χρήση του ως άνω μεταχειρισμένου και φθαρμένου καθρέπτη, ενώ η διάρκεια λειτουργίας αυτού εκτέθηκε, ότι δεν υπερβαίνει τις 10.000 ώρες.
Επομένως η εναγομένη γνώριζε κατά το χρόνο της πώλησης και παράδοσης του μηχανήματος στην ενάγουσα, ότι το τελευταίο εμφανίζει πραγματικό ελάττωμα, διότι δεν ήταν κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ασφαλώς, λόγω της εξάντλησης του ανωτάτου χρονικού ορίου λειτουργίας του καθρέπτη της εξόδου, του οποίου η καταστροφή ήταν αναμενόμενη, εξαιτίας της φθοράς της συνεχούς χρήση και της παλαιότητας αυτού.
Υπό τις συνθήκες αυτές η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή υπέβαλε δήλωση με την οποία υπαναχώρησε από την σύμβαση πώλησης του μηχανήματος. Εξαιτίας της ανατροπής της συμβατικής σχέσης η εναγομένη οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό που η τελευταία είχε καταβάλει ως τίμημα ανερχόμενο σε 93.000ευρώ.
Περαιτέρω, η ενάγουσα για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας της επιχείρησής της κατά το διάστημα μεταξύ 12-2-2019 έως την 24-7-2019 ανέθεσε στην εταιρία με την επωνυμία "V. Ε. Κ. Ε. Σ." την εκτέλεση της κοπής ελασμάτων και σύμφωνα με τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών υπ' αριθμ…, δαπάνησε αντιστοίχως ποσό.... και συνολικά 6.756,85 ευρώ.
Επίσης για την αντικατάσταση των φθαρμένων εξαρτημάτων του μηχανήματος η εταιρία με την επωνυμία "Γ. Σ. Α. Κ. Ο." πώλησε στην ενάγουσα διάφορα ανταλλακτικά και η τελευταία δαπάνησε ποσό 292,94, 533,20, 3.783,86, 7082,59, 4.508,64, 193,94, 9,92, 884,21, 1433,75, 11,16, 12.195,06 ευρώ αντιστοίχως σύμφωνα με τα υπ' αριθ.... τιμολόγια της πωλήτριας εταιρίας, η οποία εξέδωσε και τα τιμολόγια υπ' αριθμ …παροχής πίστωσης ποσού 5.462,39 και 12.151,55 ευρώ αντιστοίχως.
Με τα δεδομένα αυτά προκύπτει ότι, η δαπάνη, στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα λόγω πώλησης σε αυτή ανταλλακτικών τα οποία τοποθετήθηκαν στο μηχάνημα σε αντικατάσταση των φθαρμένων εξαρτημάτων αυτού, ανέρχεται σε συνολικό ποσό ύψους (292,94 + 533,20 + 3.783,86 + 7082,59 + 4.508,64 + 193,94 + 9,92 + 884,21 + 1433,75 + 11,16 + 12.195,06 - 5.462,39 - 12.151,55) 13.315,02 ευρώ.
Επομένως, λόγω της περαιτέρω ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα η οποία δεν καλύπτεται από την ανατροπή της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης, οφείλει η εναγομένη να καταβάλει στην αντισυμβαλλομένη αυτής ως αποζημίωση συνολικό ποσό ύψους (2.480 + 4.340 + 6.756,85 + 13.315.02) 26.891,87 ευρώ. Συνολικά η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των (26.891,87 + 93.000) 119.891,87 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι λύθηκε η ένδικη σύμβαση πώλησης λόγω νόμιμης υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτή το προαναφερόμενο ποσό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537, 540 και 543 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2018 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα συμφώνησε να πωλήσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ένα μηχάνημα κοπής ελασμάτων κατασκευής της εταιρίας «T.. M. G. «Α., αντί τιμήματος, με το ΦΠΑ, 93.000 ευρώ, το οποίο και η ίδια (εναγομένη) είχε αγοράσει μεταχειρισμένο. β) Ότι τη δαπάνη αποσυναρμολόγησης του μηχανήματος από την επιχείρηση της εναγομένης και εγκατάστασης σ' αυτή της ενάγουσας ανέλαβε η τελευταία, η οποία την ανέθεσε σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο από την ως άνω κατασκευάστρια εταιρεία.
γ) Ότι οι εργασίες αποσυναρμολόγησης του μηχανήματος από την επιχείρηση της εναγομένης εκτελέσθηκαν στις 22-10-2018, προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει η επιχείρησής της έως την αντικατάσταση αυτού με νέο μηχάνημα, ενώ η τοποθέτησή του στην επιχείρηση της ενάγουσας συντελέσθηκε την 29-1-2019 και άρχισαν οι εργασίες εγκατάστασης του μηχανήματος κατά την εκτέλεση των οποίων τοποθετήθηκαν από την ενάγουσα νέα εξαρτήματα (ανταλλακτικά), μεταξύ των οποίων και τέσσερεις καθρέπτες, όμως αυτή (ενάγουσα) δεν αντικατέστησε τον καθρέπτη εξόδου.
δ) Ότι την 22-5-2019 εξαιτίας της φθοράς και αλλοίωσης του καθρέπτη εξόδου εκδηλώθηκε έκρηξη του καθρέπτη αυτού, κατά τη ρύθμιση της ακτίνας της πηγής laser, η οποία προκάλεσε την εκτόξευση και είσοδο θραυσμάτων και σκόνης ψευδαργύρου στη γεννήτρια η οποία καταστράφηκε, ενώ το κόστος αντικατάστασής της ανερχόταν στο ποσό των 80.000 ευρώ.
ε) Ότι η ως άνω βλάβη εκδηλώθηκε στις 22-5-2019 και όχι στις 25-5-2019, όπως εσφαλμένα καταχωρήθηκε από το ως άνω εξουσιοδοτημένο συνεργείο, εν συνεχεία δε αυθημερόν η ενάγουσα παρήγγειλε νέο καθρέπτη εξόδου, εργασία που δεν εκτελέσθηκε, διότι η ενάγουσα εκτίμησε το παραπάνω κόστος επισκευής υψηλό. στ) Ότι το ως άνω πραγματικό ελάττωμα του μηχανήματος, ήτοι ο φθαρμένος και αλλοιωμένος καθρέπτης εξόδου, υπήρχε κατά το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης πώλησης, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη, καθόσον αυτή, κατά το χρόνο που το ως άνω μηχάνημα ήταν εγκαταστημένο στην επιχείρησή της, είχε αντιληφθεί ότι, εξαιτίας της φθοράς του, ήταν επιβεβλημένη η αντικατάστασή του και είχε προβεί στη σχετική παραγγελία αυτού, αλλά τελικά τη ματαίωσε για να μην υποβληθεί στη σχετική δαπάνη.
ζ) η εναγομένη, κατά τη διάρκεια της χρήσης του μηχανήματος, δεν είχε προβεί σε συντήρηση αυτού, αλλά μόνο σε εργασίες καθαρισμού των καθρεπτών, ο δε πλήρης καθαρισμό του καθρέπτη εξόδου είναι αδύνατος. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες, επειδή δεν αναφέρει πού φυλασσόταν το μηχάνημα από το χρόνο αποσυναρμολόγησής του (στις 22-10-2018) από την επιχείρηση αυτής (εναγομένης) έως την τοποθέτησή του (στις 29-1-2019) στην επιχείρηση της ενάγουσας, ουδεμία ασκεί συνέπεια στις προαναφερθείσες παραδοχές της, αφού με σαφήνεια δέχεται ότι η έκρηξη εκδηλώθηκε εξαιτίας της φθοράς και αλλοίωσης του καθρέπτη εξόδου.
Επομένως, οι πρώτος υπό στοιχείο β', δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος υπό στοιχείο β', ένατος και δέκατος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Οι δε πρώτος υπό στοιχείο γ' περιπ. β', έβδομος, όγδοος και ενδέκατος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τις ώρες λειτουργίας στην επιχείρηση αυτής (εναγομένης) των καθρεπτών εξόδου και οπίσθιου και για ποιο λόγο η ενάγουσα δεν αποτάθηκε σ' αυτή για την αντικατάστασή τους, είναι απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες ως άνω αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π.832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π.1992/2022, Α.Π.1529/2022, Α.Π.954/2011), Με τον έκτο υπό στοιχείο α' λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι το μηχάνημα μέχρι την 22-10-2018, οπότε αποσυναρμολογήθηκε από την επιχείρησή της, ουδέν ελάττωμα είχε και η έκρηξη δεν οφείλεται σε ελάττωμά του.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους προβληθέντες, με το εφετήριο καθώς και με τις προτάσεις της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως άνω ισχυρισμούς της, τους οποίους και απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους, δεχόμενο ότι η έκρηξη που σημειώθηκε στο μηχάνημα στις 22-5-2019 οφείλεται σε πραγματικό ελάττωμα του μηχανήματος που υπήρχε κατά το χρόνο της κατάρτισης της πώλησης, ήτοι στο φθαρμένο και αλλοιωμένο καθρέπτη εξόδου αυτού.
Επομένως, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον πρώτο υπό στοιχ. α' και γ' περιπτ. α' λόγους της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αντίδικό της και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι η έκρηξη στο επίδικο μηχάνημα έγινε στις 22-5-2019 και ότι οι καινούργιοι καθρέπτες παραγγέλθηκαν από την αντίδικό της μετά την έκρηξη, ενώ η τελευταία με την αγωγή της δεν ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω. Όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την έννοια που αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, αλλά πρόκειται για περιστατικά της προσβαλλόμενης απόφασης που προέκυψαν από τις αποδείξεις και επομένως, οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.1181/2010, Α.Π.694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (Α.Π.179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π.1134/1993).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Συνήθως αρκεί γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (Α.Π.779/2019).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με το δέκατο τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, έγγραφα: ήτοι α) την υπ' αριθ.3636/5-12-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μπαλιτά του μάρτυρα Π.
Τ., προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι, αν το μηχάνημα εμφάνισε κάποια βλάβη, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, πέραν του εξουσιοδοτημένου συνεργείου, και τρίτα πρόσωπα επενέβησαν στο μηχάνημα, και του μάρτυρα Α. Κ. στην ίδια ένορκη βεβαίωση καθώς και β) την από 20-6-2020 γνωμοδότηση του Χ. Γ. προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το επίδικο μηχάνημα έως το χρόνο της αποσυναρμολόγησής του λειτουργούσε χωρίς κανένα πρόβλημα.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και την υπ' αριθ.3636/5-12-2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοξίας Μπαλιτά, και από τις διαλαμβανόμενες παραδοχές, ότι οι τεχνικές εργασίες αποσυναρμολόγησης του μηχανήματος στην επιχείρηση της εναγομένης καθώς και αυτές της μεταφοράς και εγκατάστασης αυτού στο χώρο λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας ανατέθηκαν από την τελευταία αποκλειστικά σε συνεργείο εγκατάστασης και συντήρησης μηχανών, το οποίο σε σχέση με την εκτέλεση των τεχνικών αυτών εργασιών είναι εξουσιοδοτημένο από την κατασκευάστρια εταιρεία, καθώς και ότι η έκρηξη που σημειώθηκε στο μηχάνημα στις 22-5-2019 οφείλεται σε πραγματικό ελάττωμα του μηχανήματος που υπήρχε κατά το χρόνο της κατάρτισης της πώλησης, ήτοι στο φθαρμένο και αλλοιωμένο καθρέπτη εξόδου αυτού, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση των ως άνω αποδεικτικών του πορισμάτων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27/6/2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Β..Κ..Μ. Ε. Μ. Κ. - Μ. Ι..Κ..Ε.." για αναίρεση της υπ` αριθ. 843/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ