Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding false signature claim in commercial dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of a complaint regarding forged commercial bills. The appellant argued the lower court relied on an untrue premise about the authenticity of signatures, while the appellee contended the court correctly evaluated evidence. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to prove the lower court's reasoning was legally flawed or factually incorrect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court's decision was based on a false premise or erroneous legal reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 394 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 394/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρίπογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-03-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2102/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορούμενου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά, επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αστικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορούμενου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, και προσέτι λέξεις και εκφράσεις, και ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια πρόσθετων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 83/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 110/2019). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ` αυτόν.
Προς εξεύρεση της παράβασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021, ΑΠ 132/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικό μέρος, τα ακόλουθα: "Με αίτηση του καθ' ου η ανακοπή - εφεσίβλητου (αναιρεσείοντος) εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος (αναιρεσίβλητου) η υπ' αριθμ. 42/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 21.689,00 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπό την ιδιότητα του αποδέκτη δύο συναλλαγματικών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή και ειδικότερα :
α) συναλλαγματικής ποσού 2.226,22 ευρώ, λήξης 31-12-2012 και β) συναλλαγματικής ποσού 19.462,22 ευρώ, λήξης 31-12-2013. Ο ανακόπτων - εκκαλών με την ανακοπή που άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποστήριξε, ότι η απαίτηση εναντίον του είναι ανύπαρκτη, διότι η υπογραφή του, ως αποδέκτη, στο σώμα των παραπάνω συναλλαγματικών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι πλαστή, κατονομάζει δε πλαστογράφο τον καθ' ου, εκδότη των προαναφερόμενων συναλλαγματικών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων αρχές του έτους 2011, επιθυμώντας να εγκαταστήσει μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας με φωτοβολταϊκά στοιχεία,... σε αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται στην περιοχή... του Δήμου ..., απευθύνθηκε στην ετερόρρυθμη εταιρία... με την επωνυμία "...", νόμιμα εκπροσωπούμενη, αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της οποίας είναι μεταξύ άλλων η μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής επιτεύχθηκε συμφωνία για την κατασκευή του φωτοβολταϊκού πάρκου από την προαναφερόμενη εταιρία, η οποία ανέλαβε τη μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή έναντι αμοιβής που θα κατέβαλε ο ανακόπτων, ο οποίος είχε λάβει την έγκριση της ... αναφορικά με τη χορήγηση σχετικού δανείου.
Στα πλαίσια της καταρτισθείσας σύμβασης υπογράφηκαν τα από 13.12.2011, 19.12.2011, 20.6.2012 και 9.7.2012 ιδιωτικά συμφωνητικά σχετικά με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Μετά την ολοκλήρωση του έργου προέκυψαν οικονομικής φύσεως διαφορές μεταξύ των συμβληθέντων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η μη πληρωμή των επίδικων συναλλαγματικών εκ μέρους του ανακόπτοντα, συνολικού ποσού 21.689,00 ευρώ, τις οποίες εξέδωσε ο καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείων), ο οποίος ήταν ετερόρρυθμο μέλος της εργολάβου εταιρείας.
Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ο ανακόπτων υπέγραψε, κατόπιν συμφωνίας, τις συναλλαγματικές και ότι η αξία αυτών αντιστοιχεί στη συμμετοχή του, ως παραγωγού, στη δαπάνη σύνδεσης του δικτύου της ΔΕΗ με τη μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και ότι πλήρωσε ο καθού η ανακοπή το προαναφερόμενο ποσό στη ΔΕΗ για λογαριασμό του ανακόπτοντα, ο οποίος βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία να το πληρώσει.
Αντιθέτως, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο ίδιος κατέβαλε τη δαπάνη αυτή, που ήταν αναγκαία για την υλοποίηση του έργου, τα χρήματα δε αυτά έλαβε από το συνεργάτη του, προμηθευτή αγροτικών προϊόντων Δ. Κ., λόγω έλλειψης ρευστότητας την εποχή εκείνη. Στα πλαίσια της αντιδικίας που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων, ο ανακόπτων, αμέσως μετά από την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος του, που έλαβε χώρα στις 17.2.2015, υπέβαλε την από 4.3.2015 έγκληση εναντίον του καθού η ανακοπή σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση.
Με την υπ' αριθ. 1984/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικών Σερρών, η οποία δεν κατέστη τελεσίδικη, καθόσον ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αθωώθηκε ο καθού η ανακοπή για τις κατηγορίες σε βάρος του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς ποινικής δίκης και ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 385/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών διορίστηκε πραγματογνώμονας η ειδική δικαστική γραφολόγος Χ.
Τ., προκειμένου να γνωμοδοτήσει εάν οι υπογραφές στη θέση του αποδέκτη τεσσάρων συναλλαγματικών στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες έχουν τεθεί ιδιοχείρως από τον ανακόπτοντα ή από τρίτο πρόσωπο. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που φέρει ημερομηνία 31.7.2017 συντάχθηκε μετά από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και παραδεκτά προσκομίζεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως και η προαναφερόμενη 1984/2017 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Με βάση το συγκριτικό υλικό, που πληροί τις προϋποθέσεις για τη γραφολογική έρευνα σε απόλυτο βαθμό, η πραγματογνώμονας, κατέληξε στο συμπέρασμα, με βαθμό βεβαιότητας, ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί στις επίδικες συναλλαγματικές στη θέση αποδέκτη, δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές του ανακόπτοντα, αλλά χαράχθηκαν από το χέρι τρίτου προσώπου, το οποίο, έχοντας προφανώς στη διάθεσή του δείγμα γνήσιων υπογραφών του, προσπάθησε να αναπαράγει την υπογραφή του, στην πιο απλουστευμένη εκδοχή της, δηλαδή σε εκδοχή μονογραφής, η οποία όμως πουθενά δε συναντάται στο συγκριτικό υλικό....Από την προαναφερόμενη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ) και είναι πλήρως αιτιολογημένη, αποδεικνύεται ότι οι υπογραφές, στη θέση του αποδέκτη στις επίδικες συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν τέθηκαν ιδιοχείρως από τον ανακόπτοντα και είναι πλαστές.
Στο ίδιο συμπέρασμα, περί πλαστότητας των υπογραφών στις συναλλαγματικές, οι οποίες τέθηκαν με προσπάθεια απομίμησης των γνήσιων υπογραφών του, κατέληξαν και οι ειδικοί δικαστικοί γραφολόγοι Δ. Λ. Γ. και Ν. Κ., που συνέταξαν την από 20-5-2015 ιδιωτική γνωμοδότηση, κατ' εντολή του ανακόπτοντα.
Συνεπώς,... αφού ο ανακόπτων δεν υπέγραψε τις συναλλαγματικές, αλλά πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του, ουδεμία υποχρέωση καταβολής των αναγραφομένων σε αυτές ποσών ανέλαβε, ως αποδέκτης αυτών, ούτε αποδείχθηκε ότι η υπογραφή στα σώματα των συναλλαγματικών τέθηκε από άλλο πρόσωπο κατ' εντολή ή με την έγκρισή του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της ανακοπής και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγής πληρωμής....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ανακόπτοντος αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ότι οι υπογραφές ήταν γνήσιες υπογραφές αυτού, και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσίβλητου και ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος του, με αίτηση του αναιρεσείοντος, ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ποινικής απόφασης, με την οποία ο αναιρεσείων αθωώθηκε για την πράξη της πλαστογραφίας των ένδικων συναλλαγματικών, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθόσον, κατά τη μείζονα σκέψη, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλυόταν να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί το αιτιολογικό της ποινικής αθώωσης και να θέσει αυτό ως βάση στην απόφασή του, ούτε και η γενόμενη από αυτό συνεκτίμηση, όπως είχε υποχρέωση, της αθωωτικής ποινικής απόφασης ισοδυναμεί με δέσμευσή του από το αιτιολογικό της απόφασης αυτής για την παραδοχή ότι οι συναλλαγματικές υπογράφηκαν από τον ανακόπτοντα αναιρεσίβλητο, επί πλέον δε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσίβλητου μετά από αποδείξεις και πλήρως αιτιολογημένα, χωρίς να αποδώσει στον αναιρεσείοντα την πράξη της πλαστογραφίας ή οποιαδήποτε συμμετοχή του σ' αυτή και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της αθωωτικής απόφασης ως προς τους λόγους απαλλαγής του αναιρεσείοντος ή να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ούτε και εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου και τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη και, επίσης, δεν χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση, αλλά αντίθετα, παρέμεινε μέσα στα όρια της πολιτικής δίκης, αξιολογώντας μόνον τα στοιχεία που μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση αστικής ή μη ευθύνης του αναιρεσίβλητου και περιορίστηκε ρητά μόνον σ` αυτά και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε αμφισβήτηση του παραγόμενου από την αθωωτική ποινική απόφαση τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για τις πράξεις για την οποίες αυτός κατηγορήθηκε και αθωώθηκε και ιδιαίτερα για την πράξη της πλαστογραφίας.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία.
Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7, και 8 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", προκύπτει ότι για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης από συναλλαγματική απαιτείται έγγραφη δήλωση βούλησης επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η συναλλαγματική, και η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από συναλλαγματική πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της συναλλαγματικής, εφ` όσον από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο, αλλ` αντιθέτως είναι αυστηρό για τις συναλλαγές, να εξάγεται η εξουσιοδότηση προς υπογραφή εκ του τίτλου αυτού.
Η τήρηση του έγγραφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι στον καλής πίστεως τρίτο, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της συναλλαγματικής, και, έτσι, και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.
Η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση, που συνάγεται από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την εικαζόμενη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο νόμο 5325/1932, διότι με την παραδοχή της άποψης αυτής παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρέωσης από τον τίτλο μόνο με υπογραφή, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσης των αξιογράφων και της αδιακώλυτης διακίνησης αυτών στις συναλλαγές.
Ειδικότερα, δεσμεύεται υπέρμετρα από τον τίτλο του αξιογράφου (συναλλαγματικής κ.λ.π.) ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη σαφής δήλωση της βούλησης για την αντιπροσωπευτική διάθεση, ούτε μεταγενέστερη έγκριση της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου (ΟλΑΠ 19/2003).
Επομένως, τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από τη συναλλαγματική, όσο και η εκ των υστέρων έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου του τίτλου της συναλλαγματικής, εφ` όσον από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει εκ του τίτλου (ΑΠ 321/2009).
Εξάλλου, όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής, που τέθηκε στο όνομα του φερόμενου ως αποδέκτη της συναλλαγματικής από άλλον, ο αποδέκτης αυτής αρκεί να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, και ο κομιστής φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε πληρεξουσιότητα προς τούτο, κατά τον ως άνω τύπο, προβάλλοντας σχετική προς τούτο αντένσταση (ΑΠ 672/2020, ΑΠ 1214/2019, ΑΠ 1096/2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 989/2018), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 342/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προς αντίκρουση του μοναδικού λόγου ανακοπής περί πλαστογράφησης της υπογραφής του ανακόπτοντος, ως αποδέκτη των συναλλαγματικών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη δ/γή πληρωμής, πρόβαλε τον επικουρικό ισχυρισμό ότι ο ανακόπτων ενέκρινε την, χωρίς τη συναίνεσή του, από τρίτον υπογραφή των ένδικων συναλλαγματικών, στη θέση του αποδέκτη, ήτοι ότι πρότεινε αντένσταση σιωπηρής έγκρισης της ανωτέρω θέσης της υπογραφής του, διότι ο ανακόπτων παρέδωσε σ' αυτόν (εκδότη και λήπτη των συν/κών) τις ανωτέρω συναλλαγματικές υπογεγραμμένες, εγκρίνοντας, έτσι, την ανάληψη της ευθύνης απ' αυτόν ως αποδέκτη των συν/κών και ότι, αν και τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε, ως εφεσίβλητος, με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατατείνοντας στην απόρριψη του μοναδικού λόγου ανακοπής περί πλαστότητας των ανωτέρω αξιογράφων, με την προβολή της (αντένστασης) έγκρισης της πλαστογραφίας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να λάβει υπόψη και να αποφανθεί επί της προβληθείσας ανωτέρω αντένστασης, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο το μοναδικό λόγο ανακοπής περί πλαστογραφίας, και ακολούθως δέχθηκε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε την ανακοπτόμενη δ/γή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη αντένσταση δεν ήταν νόμιμη, αφού ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεών του στο πρωτόδικο δικαστήριο, ισχυρίστηκε για τη θεμελίωσή της ότι η έγκριση από τον αναιρεσίβλητο της τεθείσας στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής υπογραφής του έγινε σιωπηρώς και όχι τουλάχιστον με ιδιωτικό έγγραφο, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από τη συναλλαγματική, όσο και η εκ των υστέρων έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό.
Επομένως, το Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει στον ανωτέρω μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού δεν αποτελούσε πράγμα κατά την έννοια του νόμου και δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στη δίκη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ανωτέρω, από τον αριθμ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα αντένσταση περί έγκρισης της υπογραφής στη θέση του αποδέκτη των συναλλαγματικών, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αντιμετώπισε και απέρριψε ως αβάσιμο τον παραπάνω ισχυρισμό του, δεχόμενο ότι "ούτε αποδείχθηκε ότι η υπογραφή στα σώματα των συναλλαγματικών τέθηκε από άλλο πρόσωπο κατ' εντολή ή με την έγκρισή του".
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφ` όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο και εφ` όσον αυτά είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), και από την ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 834/2019, ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017).
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 83/2021, ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο με την αποχή του από το σχολιασμό της με αριθμ. 1984/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία αυτός αθωώθηκε για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση των ένδικων συναλλαγματικών, με το αιτιολογικό ότι οι ένδικες συναλλαγματικές φέρουν γνήσια την υπογραφή του αναιρεσίβλητου, καθίσταται αμφίβολο αν έλαβε υπόψη την ανωτέρω αθωωτική ποινική απόφαση, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη αυτήν, ουδόλως θα κατέληγε ότι οι ένδικες συναλλαγματικές είναι πλαστές.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τη ρητή μνεία της ως άνω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες δεν αποδίδεται η πλαστογράφηση των ένδικων συναλλαγματικών στον αναιρεσείοντα ούτε και οιαδήποτε συμμετοχή του στην πράξη αυτή, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την πιο πάνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Επομένως, ο παραπάνω, πρώτος, από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό, που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι είναι παραδεκτός ο πρόσθετος λόγος της έφεσης, ότι ορισμένο κεφάλαιο της εκκαλούμενης δεν πλήττεται με έφεση ή πρόσθετο λόγο έφεσης, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1037/2019). Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει, ειδικώς, σε σχέση με την έφεση την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα, από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιό δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 522 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το σφάλμα της απόφασης για την εκτίμηση των αποδείξεων, που προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου της έφεσης να εξειδικεύεται, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
Τούτο διότι το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης μετά από συνολική συνεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο βάσει των μερικότερων παραπόνων του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτήν (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 755/2016, ΑΠ 738/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως αλυσιτελή την έφεση, διότι ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε με την έφεσή του μόνο κατά το σκέλος της εκκαλούμενης που έκρινε την υπογραφή στις δύο ένδικες συναλλαγματικές ως γνήσιες, χωρίς να διαλάβει οιοδήποτε παράπονο για την επάλληλη αιτιολογία απόρριψης του μοναδικού λόγου ανακοπής, κατ' αποδοχή της σχετικής αντένστασής του περί έγκρισης από τον ανακόπτοντα της πλαστογράφησης των ανωτέρω συναλλαγματικών, η οποία στήριζε αυτοτελώς το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης και εμπεριέχεται, κατά τον αναιρεσείοντα, στο αιτιολογικό και δη στη φράση ότι "οι επίδικες συναλλαγματικές απεστάλησαν στον ανακόπτοντα και επέστρεψαν στα γραφεία της εταιρίας υπογεγραμμένες μαζί με το τελευταίο μεταξύ τους συμφωνητικό".
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε με μοναδική αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της, ότι η υπογραφή που τέθηκε στη θέση του αποδέκτη των συναλλαγματικών είναι γνήσια υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, και η επικαλούμενη ως άνω παραδοχή δεν αποτελεί επάλληλη αιτιολογία στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό, αλλά έγινε αφηγηματικά κατά την παράθεση του όλου ιστορικού της υπόθεσης.
Ανεξαρτήτως αυτού, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι ο τελευταίος παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας της οποίας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο διατακτικό απόρριψης της ανακοπής του και επικύρωσης της ανακοπτόμενης δ/γής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τις ένδικες δύο συναλλαγματικές.
Επομένως, με βάση τον παραπάνω λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ήταν υποχρεωμένο να κρίνει για την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, σε οποιαδήποτε αιτιολογία και αν στηρίζονταν, κύρια και ενδεχόμενη επάλληλη, μετά από συνολική συνεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αφού ο εκκαλών παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εξαιτίας της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, και ορθώς το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2018 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 2102/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ