Legislator Case Law & Legislation
394/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on driver overtime pay calculations.

Case Number 394/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous bus company's appeal against the Larissa Court of Appeal's judgment regarding driver overtime compensation. The court rejected the company's argument that drivers worked an average of 20 days per month, upholding the lower court's finding of 18.4 days based on statutory provisions. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals de novo but upholds lower court findings on factual employment days unless legally erroneous, dismissing appeals where the calculation of working days contradicts statutory norms for specific labor categories.

Keywords

AI generated
labor overtime compensation driver employment days Supreme Court appeal Code of Civil Procedure overtime calculation bus company liability legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Decision 10/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 394 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 394/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου -Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Σ. του Γ., 2) Φ. Χ. του Ι., 3) Χ. Γ. του Π., 4) Φ. Κ. του Σ., 5) Κ. Φ. του Δ., 6) Δ. Κ. του Ν., 7) Β. Γ. του Ι., 8) Ι. Γ. του Β., 9) Κ. Κ. του Π., 10) Ε. Κ. του Α., 11) Γ. Κ. του Κ., 12) Κ. Κ. του Ν., 13) Κ. Γ. του Α., 14) Ε. Κ. του Κ., 15) Α. Μ. του Γ., 16) Η. Δ. του Ι., 17) Γ. Μ. του Α., 18) Χ. Σ. του Α., 19) Α. Ν. του Δ., 20) Ε. Ν. του Ν., 21) Γ. Γ. του Φ., 22) Β. Ζ. του Θ., 23) Ν. Ρ. του Ι., 24) Ε. Χ. του Ε., 25) Δ. Τ. του Σ., 26) Χ. Δ. του Δ., 27) Χ. Ρ. του Ε., και 28) Γ. Δ. του Κ., όλοι οι ανωτέρω, εκτός του με α/α 10ου που δεν παραστάθηκε, παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-09-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 240/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 447/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 06-11-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρια Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στη προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. .../23.12.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Δημητρίου Μπανιά, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 06-11-2019 και με αριθ. κατάθ. 290/6.11.2019 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Βασίλειο Νιζάμη, Δικηγόρο Βόλου, ο οποίος παρέστη κατά την εκδίκαση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 447/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τότε 10ου των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) Ε. Κ. του Α.. Εφόσον δε ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται ή με δήλωση στις προτάσεις, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω αποδοχής της αποφάσεως, που δεν έγινε με τον τύπο του άρθρου 297 ΚΠολΔ, μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο, μόνο με τις έγγραφες προτάσεις του, που καταθέτει είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο (ΑΠ 1253/2017, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 63/2009). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της προκειμένης αίτησης αναιρέσεως λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης από την αναιρεσείουσα πριν από την άσκησή της είναι απαράδεκτη διότι προβάλλεται με τις προτάσεις, που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Αρείου Πάγου μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ήτοι στις 24-09-2020 και όχι είκοσι (20) ημέρες πριν από αυτή, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 570 παρ.1 ΚΠολΔ.

[3] Με την από 06-11-2019 και αριθ. κατάθ. 290/6.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθ. 447/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 01-11-2018 και αριθ. κατάθ. 223/1.11.2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 240/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 30-09-2017 και αριθ. κατάθ. 401/23.10.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[4] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 659 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο νόμιμο ωράριο πρόσθετης, διαρκούς φύσης, εργασίας, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την πρόσθετη αυτή εργασία τον ειθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και απασχολουμένους υπό τις ίδιες συνθήκες.

Ως συναφείς (ή παρεμφερείς) εργασίες, για τις οποίες δεν παρέχεται σχετική αξίωση, θεωρούνται οι εργασίες εκείνες, οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλόμενη από τη σύμβαση κύρια εργασία, ως εργασίες προπαρασκευαστικές, συμπληρωματικές ή παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά το χαρακτήρα της τελευταίας.

Η πρόσθετη αυτή αμοιβή διακρίνεται σαφώς των επιδομάτων που καταβάλλονται και αυτά, πέραν του βασικού μισθού, ως αντάλλαγμα της κύριας εργασίας, είτε σε σχέση με τη προσωπική κατάσταση του μισθωτού (πχ. οικογενειακά επιδόματα, επίδομα σπουδών), είτε σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού (πχ. επίδομα τριετιών ή πολυετίας, επίδομα θέσης), είτε σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας (πχ.

επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, επίδομα επικίνδυνης εργασίας, επίδομα διαχειριστικών λαθών κλπ).

Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης παροχής, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη παροχή αυτή (γενικώς ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, σχετ. ΑΠ 614/1991).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 στοιχ. Β παρ.4 και 5 του Π. Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, καθώς και στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ ΑΕ ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους - ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των άνω λεωφορείων, όταν απασχολούνται ως οδηγοί, ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο αυτών (οδηγών), ανεξάρτητα εάν οι εν λόγω συγκοινωνιακοί φορείς λειτουργούν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως στη προκειμένη περίπτωση, ή όχι (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 και 2 παρ. 1 περ. α και β του ως άνω Π.Δ/τος) καθορίζονται τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των οδηγών και εισπρακτόρων των ΚΤΕΛ, ανεξαρτήτως της μορφής της σχέσης εργασίας αυτών.

Συγκεκριμένα με την παρ. 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι οι οδηγοί διευθύνουν την κίνηση και λειτουργία των λεωφορείων και ειδικότερα:

α) Φροντίζουν για την κανονική και ασφαλή οδήγηση του λεωφορείου και είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για κάθε υπαίτια και μόνο βλάβη ή φθορά του λεωφορείου,

β) Τηρούν τις διατάξεις που αφορούν την κυκλοφορία και ασφάλεια του λεωφορείου και θέτουν σε λειτουργία το σύστημα ψύξης ή θέρμανσης ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και εφόσον δεν αντιδρά στη λειτουργία αυτού ομάδα επιβατών,

γ) Καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να επιδιορθώσουν, επιτόπου, βλάβη του λεωφορείου, που επήλθε την ώρα της υπηρεσίας του, ώστε αυτό να μπορεί να επαναλειτουργήσει άμεσα [...].

δ) Φροντίζουν για τον κανονικό εφοδιασμό του λεωφορείου με καύσιμα, λιπαντικά, έλαια μηχανής και νερό και προβαίνουν τακτικά στην επιθεώρησή του για την διαπίστωση της ασφαλούς κυκλοφορίας του,

ε) Ελέγχουν την καθαριότητα του λεωφορείου κατά την ώρα υπηρεσίας του και υποχρεούνται να αναφέρουν κάθε παράλειψη στο σταθμάρχη,

στ) [...],

ζ) [...],

η) Εκτελούν επακριβώς τα οριζόμενα τακτικά και έκτακτα δρομολόγια και αναφέρουν στο σταθμάρχη την τυχόν ύπαρξη και μη εξυπηρέτηση αναμενόντων επιβατών στις ενδιάμεσες στάσεις,

θ) Υποχρεούνται να εκτελούν κάθε δρομολόγιο, το οποίο υποδεικνύουν τα αρμόδια όργανα του ΚΤΕΛ,

ι) Οι οδηγοί υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, εκτελούν, καθ' οδόν, και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται αποζημίωση, όπως καθορίζεται κάθε φορά στις ΣΣΕ. Επίσης είναι υποχρεωμένοι, όταν δεν υπάρχει εισπράκτορας, να πληρώνουν διόδια και ναύλο με δαπάνες του ΚΤΕΛ,

ια) Σε περίπτωση βλάβης εκδοτικού - ακυρωτικού μηχανήματος λεωφορείου κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, υποχρεούνται να εκδώσουν ή ακυρώσουν τα εισιτήρια των επιβατών.

Εξάλλου με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι οι εισπράκτορες:

α) Φροντίζουν για την κανονική και τακτική είσοδο των επιβατών στο λεωφορείο και την τήρηση της τάξης μέσα σ' αυτό, συνεπικουρούμενοι στην ανάγκη και από Αστυνομικά όργανα, την επέμβαση των οποίων υποχρεούνται να ζητούν όταν οι ίδιοι δεν δύνανται να τηρήσουν την τάξη εντός του λεωφορείου,

β) Απαγγέλλουν ανελλιπώς τις στάσεις των λεωφορείων και δίδουν έγκαιρα στον οδηγό τα ανάλογα με την κίνηση σήματα,

γ) Εκδίδουν και χορηγούν τα κανονικά εισιτήρια σε όσους δεν έχουν εισιτήριο και φορτοεκφορτώνουν τις αποσκευές των επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων κατά τη διάρκεια του εκτελουμένου δρομολογίου,

δ) Ελέγχουν τις μηνιαίες κάρτες, τα δελτία ελεύθερης κυκλοφορίας ή μειωμένης τιμής κομίστρου, καταχωρούν ό,τι υποχρεούνται στο φύλλο πορείας και το αποδίδουν υποχρεωτικά στην αρμόδια υπηρεσία του ΚΤΕΛ [...],

ε) Καταχωρούν στο ατομικό δελτίο ελέγχου εισιτηρίων τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή στοιχεία,

στ) Εκτελούν τις εντολές των Προϊσταμένων τους, εκδίδουν εισιτήρια σε περισσότερα του ενός λεωφορεία, αλλάζουν λεωφορεία καθ' οδόν, σε πολυσύχναστα σημεία, που καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ του ΚΤΕΛ,

ζ) Μεριμνούν, κατά τον χρόνο της υπηρεσίας, για την τήρηση της καθαριότητας στο εσωτερικό του λεωφορείου (υαλοπινάκων, καθισμάτων, τοιχωμάτων και δαπέδου) [...],

η) [...],

θ) Παρέχουν στον οδηγό κάθε βοήθεια, σύμφωνα με τις οδηγίες του, ιδιαίτερα προκειμένου για επιδιόρθωση επιτόπιας βλάβης του λεωφορείου την ώρα πραγματοποίησης του δρομολογίου,

ι) [...],

ια) Αντίστοιχες, σχεδόν ταυτόσημες, ήταν και οι ρυθμίσεις του προϊσχύσαντος Π.Δ/τος 229/1994 στο άρθρο 7 στοιχ. Β παρ.1 (εισπράκτορες) και 2 (οδηγοί) αυτού.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής συνάγεται ότι, αν και τόσο οι οδηγοί, όσο και οι εισπράκτορες ανήκουν στην αυτή υπό στοιχείο Β κατηγορία του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, το αντικείμενο απασχόλησης αυτών είναι ουσιωδώς διαφορετικό, του μεν οδηγού συνισταμένου στην ασφαλή και κανονική οδήγηση του λεωφορείου, του δε εισπράκτορα συνισταμένου στη χορήγηση των εισιτηρίων σε επιβάτες και στην είσπραξη του αντιτίμου αυτών, όταν αυτοί δεν είναι ήδη εφοδιασμένοι με εισιτήρια, και την εν συνεχεία απόδοση των εισπράξεων στο ΚΤΕΛ, στον έλεγχο των καρτών ή εισιτηρίων με τα οποία οι επιβάτες είναι ήδη εφοδιασμένοι, ως και στη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών αυτών.

Η ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 10 στοιχ. Β παρ. 4 περ. 1 του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ της προαναφερθείσας υποχρέωσης του οδηγού, να εκτελεί καθ' οδόν, έναντι καταβολής αποζημίωσης, και χρέη εισπράκτορα σε λεωφορεία που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, έχει τεθεί προκειμένου να μην υπάρχουν σχετικές αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση αυτή του οδηγού, η οποία, παρά την επιβάρυνση του τελευταίου και τη συνακόλουθη καθυστέρηση στην εκτέλεση των δρομολογίων, επάγεται την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών από τους κατά τόπους συγκοινωνιακούς φορείς από την αποφυγή πρόσληψης εισπρακτόρων.

Συνακόλουθα η αναφορά στο νόμο της υποχρέωσης αυτής δεν μεταβάλλει τη φύση της απασχόλησης του οδηγού, ασκούντος καθ' οδόν τα καθήκοντα του εισπράκτορα, ως πρόσθετης εργασίας αυτού, διαφορετικής εκείνης της κύριας απασχόλησης αυτού, ούτε καθιστά την εν λόγω απασχόληση συναφή (παρεπόμενη) στο αντικείμενο της κύριας απασχόλησης αυτού ως οδηγού, αφού αυτή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά προπαρασκευαστική, συμπληρωματική ή παρακολουθηματική της οδήγησης εργασία.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 7 στοιχ. Β παρ. 2 περ. θ του προηγουμένου Π.Δ/τος 229/1994 η ανάλογη αποζημίωση για την απασχόληση αυτή προβλεπόταν "για τη πρόσθετη εργασία". Επομένως η κατά τη διάρκεια του νομίμου ωραρίου πρόσθετη απασχόληση καθ' οδόν του οδηγού λεωφορείου με καθήκοντα εισπράκτορα, που παρέχονται από αυτόν κατά τρόπο διαρκή εξαιτίας του ότι το λεωφορείο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα, συνιστά πρόσθετη εργασία αυτού για την οποία ο τελευταίος δικαιούται ανάλογης πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 1002/2017 ΑΠ 1476/2011).

Ενόψει δε του ότι το ύψος της πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία είναι ανάλογο του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με την εργασία αυτή μέσα στο νόμιμο ωράριό του και στη συγκεκριμένη περίπτωση του χρόνου της απασχόλησης καθ' οδόν των οδηγών λεωφορείων των ΚΤΕΛ με καθήκοντα εισπράκτορα, η διάρκεια δε της εν λόγω απασχόλησης εξαρτάται από άδηλους και κυμαινόμενους παράγοντες (αριθμός επιβατών που θα επιβιβασθούν ή θα αποβιβασθούν σε ενδιάμεσες στάσεις, αριθμός αποσκευών προς φόρτωση ή εκφόρτωση, προορισμός του δρομολογίου, περίοδος ή ώρα πραγματοποίησης αυτού) και συνακόλουθα προς αποφυγή προσφυγής στην έννοια του ειθισμένου μισθού, με την εν λόγω διάταξη προβλέφθηκε ειδικά ο τρόπος προσδιορισμού της αμοιβής για την πρόσθετη αυτή εργασία, με βάση σχετική ρύθμιση στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ειδικότερα, στο πλαίσιο μείωσης του αριθμού των χρησιμοποιουμένων εισπρακτόρων από όλα τα ΚΤΕΛ της χώρας και την ανάθεση στους οδηγούς των λεωφορείων, που δρομολογούνται χωρίς εισπράκτορα, των καθηκόντων του εισπράκτορα κατά τη διάρκεια της διαδρομής, και ιδίως του έργου της χορήγησης εισιτηρίων και της είσπραξης των χρημάτων από τους επιβιβαζόμενους κατά τη διάρκεια της διαδρομής από ενδιάμεσες στάσεις επιβάτες και της φορτοεκφόρτωσης των αποσκευών σε ενδιάμεσες στάσεις, είχε προβλεφθεί αρχικά με την υπ' αριθμό 83/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κινήσεως, διοικήσεως, διαχειρίσεως και βοηθητικού τοιούτου των αστικών, υπεραστικών λεωφορείων απάσης της χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 16291/29.7/10.8.1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 471/ 10.8.1981) πρόσθετη μισθολογική παροχή συγκεκριμένου ύψους.

Ειδικότερα με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση ορίσθηκε ότι "εις τους οδηγούς, οι οποίοι οδηγούν λεωφορεία άνευ εισπράκτορος, χορηγείται επίδομα εκ δραχμών 100 ανά ημέραν απασχολήσεως εις λεωφορεία άνευ εισπράκτορος.". Το ύψος της παροχής αυτής αναπροσαρμοζόταν στη συνέχεια με τις ρυθμίσεις των επομένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων και τελικά ορίσθηκε σε 5,90 ευρώ ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου χωρίς εισπράκτορα από 01-05-2009 με το άρθρ. 3 στοιχ. 1 της υπ' αριθ. 8/2009 διαιτητικής απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης-διοίκησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ και του Ροδιακού Οργανισμού Δημοτικών Αυτοκινήτων" (πράξη κατάθ.

Υπ. Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας 4/25.5.2009), ποσό που διατηρήθηκε στο ίδιο ύψος και με το άρθρο 3 της μεταγενέστερης υπ' αριθ. 50/2010 ομοίας διαιτητικής απόφασης (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 26/26.11.2010). Και ναι μεν με τις πιο κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτηρίζουν την ανωτέρω παροχή ως "επίδομα οδηγών λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα", πλην όμως ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μεταβάλλει τη φύση της πιο πάνω μισθολογικής αμοιβής ως πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία κατά τα ήδη προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του δοθέντος στον πιο πάνω κανονιστικό όρο από τα μέρη χαρακτηρισμού, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.], που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι : "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν:

α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων.

Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης". Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις διαιτητικές αποφάσεις.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή τη καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι κανονιστικοί όροι Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές Διαιτητικών Αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010) μέχρι την τυχόν κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Η ανωτέρω ρύθμιση, αποβλέπουσα στη μείωση του μισθολογικού κόστους με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επί μέρους κλάδων της ελληνικής οικονομίας, αφορά τις αποδοχές των μισθωτών στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης αυτών και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας τους και δεν αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που από τη φύση τους δεν αποτελούν αναγκαστικά μέρος των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, αλλά η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο, όπως είναι η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης, η αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας ή εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών ή αργιών, η αποζημίωση για εκτός έδρας απασχόληση και συνακόλουθα στην προκειμένη περίπτωση η αμοιβή για πρόσθετη (διαφορετική) εργασία (ΑΠ 1002/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 01-01-2016 ένδικα μέσα, ορίζει:

«Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου [...]. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος [...],

3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και

6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτές (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, 91/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αρ. 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).

Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.

Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΟλΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ 59/2019). Επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, δεν ελέγχεται η ποσοτική αοριστία, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017).

Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει η αοριστία του δικογράφου να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 254/2016).

Επομένως για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987, AΠ 1002/2017, ΑΠ 1244/2015, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 1162/2004). Τέλος, ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει τα ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1330/2007, ΑΠ 514/2002, ΑΠ 103/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολούντο από τους αναφερόμενους στην ένδικη αγωγή χρόνους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τακτικοί οδηγοί λεωφορείων οι α' έως και ιε' εξ αυτών και ως εφεδρικοί οδηγοί λεωφορείων οι ιστ' έως κη' εξ αυτών και για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας.

Ότι οι μεν τακτικοί, δηλαδή οι δέκα πέντε (15) πρώτοι ενάγοντες εργάστηκαν στην εναγομένη, κατά μέσο όρο, είκοσι (20) ημέρες το μήνα, ενώ οι υπόλοιποι ενάγοντες (εφεδρικοί οδηγοί) εργάστηκαν στην εναγομένη, κατά μέσο όρο, δέκα έξι (16) ημέρες κάθε μήνα, εκτελώντας δρομολόγια χωρίς να συνοδεύονται από εισπράκτορα, επομένως εκτελούσαν οι ίδιοι καθ' οδόν καθήκοντα εισπράκτορα.

Ότι τα καθήκοντα εισπράκτορα διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα του οδηγού λεωφορείου και κατά λογική ακολουθία δεν είναι συναφή με τα τελευταία.

Ότι ειδικότερα στη διάταξη του άρθρ. 10 στοιχ. Β παρ. 4 και 5 του Π. Δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001)" καθορίζονται τα καθήκοντα του προσωπικού κίνησης των ΚΤΕΛ, μεταξύ των οποίων αυτά των οδηγών και των εισπρακτόρων και είναι σαφώς διακριτά τα καθήκοντα μεταξύ των δύο ειδικοτήτων.

Ότι με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες προσέφεραν πρόσθετη εργασία και ως εκ τούτου δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή για την αιτία αυτή, καθόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την οποίαν οι ενάγοντες- οδηγοί θα παρείχαν την πρόσθετη αυτή εργασία χωρίς αμοιβή ή ότι αυτή θα καλύπτονταν από το μισθό της κύριας απασχόλησής τους.

Ότι για την πρόσθετη αυτή εργασία οι ενάγοντες δικαιούνται ως αμοιβή ποσό, ύψους 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης σε δρομολόγια της εναγομένης χωρίς να συνοδεύονται από εισπράκτορα.

Ότι το ύψος της αμοιβής αυτής προβλεπόταν από την τελευταία ισχύουσα με αριθμό 50/2010 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης και του βοηθητικού προσωπικού των ανά τη χώρα ΚΤΕΛ, στην οποία (άρθρ. 3) προβλέπεται σχετικό επίδομα οδηγού χωρίς εισπράκτορα 5,90 ευρώ, ανά ημέρα οδήγησης λεωφορείου.

Ότι η ως άνω διαιτητική απόφαση άρχισε να ισχύει από 01-01-2010, ήταν αόριστης διάρκειας και καταγγέλθηκε από τις δεσμευόμενες από αυτήν εργοδοτικές οργανώσεις την 28η Μάρτιου 2012.

Ότι μετά τη λήξη της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης με καταγγελία η ισχύς των κανονιστικών όρων της, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερόμενος όρος του άρθρ. 3 περί καθορισμού του επιδόματος οδηγού χωρίς εισπράκτορα, παρατάθηκε εκ του νόμου για ένα τρίμηνο από τη λήξη, δηλαδή μέχρι 28.06.2012 (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 4 ΠΥΣ 6/2012).

Ότι παρά τη λήξη της ισχύος της υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης η ρύθμιση αυτής, που καθορίζει το ύψος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασίας εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης, εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός ορός των ήδη εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων (που όλες συνάφθηκαν πριν τη λήξη της 50/2010 ΔΑ), εφόσον η παροχή αυτής δεν περιλαμβάνεται στη ρύθμιση της υπ' αριθ. 6/2012 Π. Υ. Σ. για την κατάργηση όλων των προβλεπόμενων σε συλλογικές ρυθμίσεις επιδομάτων (πλην εκείνων που η εν λόγω Π. Υ. Σ. διατηρεί σε ισχύουσα).

Ότι παρά το γεγονός ότι στη διάταξη του άρθρ. 3 της υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης η εν λόγω παροχή χαρακτηρίζεται ως «επίδομα οδηγών λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα», ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μεταβάλλει τη φύση της πιο πάνω μισθολογικής παροχής ως αμοιβής για παροχή πρόσθετης εργασίας, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού, που έδωσαν τα μέρη στον πιο πάνω κανονιστικό όρους, στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας και επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένου ως αβάσιμου του λόγου της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή μετά την 28-06-2012 έπαυσε να ισχύει η υποχρέωσή της να καταβάλλει την ένδικη παροχή.

Ότι η εκκαλούσα - εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δεν κατέβαλε στους ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01-01-2012 μέχρι 30-09-2017, ως αμοιβή για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα ποσό ύψους 5,90 ευρώ ημερησίως, επικαλούμενη συμφωνία που συνήψε το έτος 2003 με την τότε διοίκηση του σωματείου εργαζομένων του ΚΤΕΛ να καταβάλλει σε όλους του οδηγούς, για όλες τις εργάσιμες ημέρες, ανεξάρτητα εάν αυτοί απασχολούνταν σε λεωφορεία με ή χωρίς εισπράκτορα, δηλαδή ανεξάρτητα εάν εκτελούσαν χρέη εισπράκτορα ή όχι, αρχικώς, κατά το έτος 2003, το ποσό των 2,90 ευρώ, το οποίο αναπροσαρμοζόταν ανάλογα με την αύξηση που δινόταν στην παροχή αυτής με τις σ.σ.ε. ή δ.α., οπότε από 01-01-2010 ανήλθε σε 3,96 ευρώ.

Ότι ειδικότερα, η εκκαλούσα υποστήριξε ότι η λύση αυτής προκρίθηκε γιατί ήταν δύσκολη η ανεύρεση πόσων και ποιων δρομολογίων εκτελεί κάθε οδηγός κάθε μήνα, εκτελώντας συγχρόνως και χρέη εισπράκτορα, ενώ υποστήριξε, περαιτέρω, ότι η καταβολή από την ίδια του πιο πάνω ποσού σε όλους τους οδηγούς είτε εκτελούσαν καθ' οδόν χρέη εισπράκτορα είτε όχι συνιστά οικειοθελή παροχή ελευθέρως ανακλητή.

Ότι παρά τη λήξη της υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης με καταγγελία και την κατάργηση της επίμαχης παροχής με την Π. Υ. Σ. 6/2012, η ίδια (εκκαλούσα) εξακολουθεί να δίνει την εν λόγω αμοιβής πρόσθετης εργασίας, ύψους 3,96 ευρώ ανά ημέρα χωρίς οι ενάγοντες να διαμαρτυρηθούν σχετικώς, συνεπώς η αδιαμαρτύρητη είσπραξη από αυτούς για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι την άσκηση της αγωγής της επίμαχης παροχής σε ύψος 3,96 ευρώ ανά ημέρα, συνιστά σιωπηρή αποδοχή από αυτούς της μεταβολής αυτής και άρα κατάρτιση νέας τροποποιητικής σύμβασης.

Ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη συμφωνίας για καταβολής στους οδηγούς που εκτελούν καθ' οδό χρέη εισπράκτορα αμοιβής για την πρόσθετη εργασία εισπράκτορα μικρότερης των 5,90 ευρώ.

Ότι, για το ένδικο χρονικό διάστημα που εκτείνεται από 01-01-2012 έως 30-09-2017 για μεν το διάστημα μέχρι 28-06-2012 ίσχυε η υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητική απόφαση ως κανονιστική συλλογική ρύθμιση, ενώ για το μετά την λήξη της τρίμηνης παράτασης της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης διάστημα η ρύθμιση αυτής, που καθορίζει το ύψος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασίας εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης, εξακολουθεί να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός ορός των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα ρητή ήταν σιωπηρή τροποποίηση του όρου αυτού και ότι μόνη η παθητική στάση των εργαζομένων, η μη εναντίωσή τους σε μια βλαπτική για αυτούς ενέργεια του εργοδότη, αντίθετη προς τις συμβατικές του δεσμεύσεις, είτε αυτές απορρέουν από ρητές συμφωνίες είτε από πρακτική δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευθεί ως συναίνεση στη μεταβολή ή κατάργηση συμβατικών υποχρεώσεων του εργοδότη.

Ότι μόνη, επομένως, η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη των συμβατικών υποχρεώσεών του δεν συνιστά πρόταση για σύναψη νέας συμφωνίας, τροποποιητικής ή καταργητικής υφιστάμενης, ούτε η μη αντίδραση των εργαζομένων σε αυτήν, η σιωπή τους, συνιστά σιωπηρή δήλωση αποδοχής.

Ότι αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες οδηγοί προσέφυγαν πριν την άσκηση της αγωγής, δια του σωματείου τους, στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Λάρισας δύο φορές, δηλαδή κατά τον Νοέμβριο του 2015 και κατά το Σεπτέμβριο του 2017 διαμαρτυρόμενοι σε βάρος της εκκαλούσας για την μη ορθή καταβολή του επιδόματος άνευ εισπράκτορα και ότι κατ' ακολουθίαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο όρος που καθορίζει το ύψος της παροχής για πρόσθετη εργασίας εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης τροποποιήθηκε σιωπηρώς με νεότερη τροποποιητική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων.

Ότι, επομένως, για όλο το ένδικο διάστημα οι ενάγοντες δικαιούνται ως αμοιβής για την αιτία αυτής το παραπάνω ποσό (5,90 ευρώ) ανά ημέρα απασχόλησης και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, έστω και με πιο συνοπτική αιτιολογία δεν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία ήταν εφαρμογή του νόμου ήταν κακή εκτίμηση των αποδείξεων απορριπτομένου ως κατ' ουσία αβάσιμου και του πέμπτου λόγου της έφεσης.

Ότι καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα από 01-01-2012 έως 30-09-2017 οι ενάγοντες ελάμβαναν ως αμοιβής για την πρόσθετη εργασίας της εκτέλεσης καθ' οδόν χρεών εισπράκτορα οι μεν τακτικοί οδηγοί ποσό, ύψους 3,96 ευρώ, οι δε εφεδρικοί ποσό, ύψους 1,30 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης και όχι ποσό, ύψους 5,90 ευρώ, επομένως δικαιούνται τη σχετική διαφορά και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι οι τακτικοί οδηγοί λάμβαναν για την πιο πάνω αιτία, ποσό, ύψους 3,60 ευρώ αντί 3,96 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης, με αποτέλεσμα να επιδικάσει μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με το δικαιούμενο ποσό των 5,90 ευρώ σε καθένα από τους τακτικούς οδηγούς, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν ως οδηγοί (τακτικοί και εφεδρικοί) υπεραστικών λεωφορείων στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και δικαιούνται τη διαφορά μεταξύ της καταβαλλόμενης πρόσθετης αμοιβής και δη στους μεν τακτικούς του ποσού των 3,96 ευρώ, στους δε εφεδρικούς του ποσού των 1,30 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης και του ποσού των 5,90 ευρώ, που δικαιούνταν.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται μεγαλύτερα ποσά ως διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και αυτής, που έπρεπε να καταβληθεί ως πρόσθετη αμοιβή, κράτησε και δίκασε την από 30-09-2017 και αριθ. κατάθ. 401/23.10.2017 αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) ποσά.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας, που πρόβαλε νομότυπα πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο της έφεσής της, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, αφού στο οικείο δικόγραφο: (α) δεν προσδιορίζονται τα επακριβή καθήκοντα του εισπράκτορα που εκτελούσαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απ' αυτά, που περιγράφει ο νομοθέτης, (β) δεν αναφέρεται αν εκτελούσαν αυτά κάθε ημέρα και σε όλα τα δρομολόγια, (γ) δεν αναφέρεται ο μηνιαίος μισθός τους και (δ) δεν αναφέρεται αν η εκτέλεση των καθηκόντων αυτών γινόταν εντός ή εκτός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, ώστε να γίνει ορθός υπολογισμός της δικαιούμενης αμοιβής.

Ο ως άνω λόγος ως προς την υπό στοιχείο (γ) αιτίαση για αοριστία της αγωγής είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η συγκεκριμένη αοριστία δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με καταχώρησή της στα πρακτικά, καθώς και στις έγγραφες προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 εδ.

β' και γ', 614 επ., 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ' ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω, λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής μετά την 01-01-2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015). Οι λοιπές δε υπό στοιχείο: (α), (β) και (γ) αιτιάσεις συνιστούν ποσοτική αοριστία της αγωγής, καθόσον δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων για καταβολή της πρόσθετης αμοιβής, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται σ' αυτή (αγωγή) και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ως προς τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, υπαγόμενος στον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, (όπως στην προκείμενη περίπτωση), επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος.

Περαιτέρω, με την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες-οδηγοί (τακτικοί και εφεδρικοί) λεωφορείων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας δικαιούνται πρόσθετης αμοιβής για την πρόσθετη (καθ' οδόν) απασχόληση αυτών με τα καθήκοντα του εισπράκτορα – τα οποία διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων του οδηγού λεωφορείου και κατά λογική ακολουθία δεν είναι συναφή με τα τελευταία –και ότι η σχετική αξίωση αυτών δεν έχει καταργηθεί με το άρθρο 2 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ.

μετά την πάροδο τριμήνου από την καταγγελία της υπ' αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης διότι δεν συνιστά επίδομα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 της υπ' αριθμό 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, ούτε εκείνη του άρθρου 648 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 10 στοιχ.

Β παρ. 4 περί. 1 και 5 του υπ' αριθ. 246/2006 Π.Δ/τος, διότι, παρά τη λήξη της ισχύος της με αριθ. 50/2010 διαιτητικής απόφασης, η ρύθμισή της – που καθορίζει το ύψος της παροχής αυτής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης – εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός όρος των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων, εφόσον, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, η παροχή αυτή δεν περιλαμβάνεται στη ρύθμιση της ανωτέρω Π.Υ.Σ.

για την εφεξής κατάργηση όλων των προβλεπομένων σε συλλογικές ρυθμίσεις επιδομάτων (πλην εκείνων που η εν λόγω Π.Υ.Σ. διατηρεί σε ισχύ). Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης κατά το σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι η πρόσθετη αυτή παροχή, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ως επιδόματος ή πρόσθετης παροχής για πρόσθετη εργασία, έχει διατηρηθεί και πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλεται, αφού δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 ΠΥΣ σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και επομένως παραβίασε τις διατάξεις αυτές, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 10 του Π.Δ/τος 246/2006 και της ΔΑ 50/2010, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε, είναι αβάσιμος.

Mε τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ως ουσιαστικού δικαίου, καθώς και αυτή του άρθρου 659 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 ΚΠολΔ, ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δεδομένου ότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο καθόρισε την πρόσθετη αμοιβή των εναγόντων για την πρόσθετη εργασία τους ως εισπράκτορα με βάση την ΔΑ 50/2010 και όχι με βάση τον ειθισμένο μισθό (άρθρο 659 ΑΚ).

Εξάλλου, με την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι το ύψος της παροχής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στους οδηγούς, που εκτελούν καθ' οδόν χρέη εισπράκτορα, ανέρχεται στο ποσό των 5,90 ευρώ, ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε νέα τροποποιητική συμφωνία για καταβολή αμοιβής μικρότερης των 5,90 ευρώ, ότι για το ένδικο χρονικό διάστημα, που εκτείνεται από 01-01-2012 μέχρι 30-09-2017 για μεν το διάστημα μέχρι 28-06-2012 ίσχυε η υπ' αριθ. 50/2010 ΔΑ ως κανονιστική συλλογική ρύθμιση, ενώ για το μετά τη λήξη της τρίμηνης παράτασης αυτής διάστημα η ρύθμισή της, που καθορίζει το ύψος της παροχής για πρόσθετη εργασία εισπράκτορα στο ποσό των 5,90 ευρώ ανά ημέρα απασχόλησης εξακολουθεί να ισχύει ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένος ενοχικός όρος των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων και ότι δεν αποδείχτηκε ότι έλαβε χώρα ρητή ή σιωπηρή τροποποίηση του όρου αυτού, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 361, 648 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο η ύπαρξη συμφωνίας για καταβολή στους οδηγούς, που εκτελούν καθ' οδόν χρέη εισπράκτορα, αμοιβής για την πρόσθετη εργασία εισπράκτορα μικρότερης των 5,90 ευρώ, καθώς και η επικαλούμενη από την εναγομένη ρητή ή σιωπηρή τροποποίηση του ως άνω όρου των εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών, ενώ "μόνη η παθητική στάση των εργαζομένων, η μη εναντίωσή τους σε μια βλαπτική μεταβολή για αυτούς ενέργεια του εργοδότη, αντίθετη προς τις συμβατικές του δεσμεύσεις, είτε αυτές απορρέουν από ρητές συμφωνίες είτε από πρακτική δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευτεί ως συναίνεση στη μεταβολή ή κατάργηση συμβατικών υποχρεώσεων του εργοδότη", όπως και "μόνη η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη συμβατικών υποχρεώσεών του δεν συνιστά πρόταση για σύναψη νέας συμφωνίας, τροποποιητικής ή καταργητικής υφιστάμενης, ούτε η μη αντίδραση των εργαζομένων σε αυτή, η σιωπή τους, συνιστά σιωπηρή δήλωση αποδοχής", και ότι αντίθετα αποδείχτηκε ότι "οι ενάγοντες οδηγοί προσέφυγαν πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, δια του σωματείου τους, στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Λάρισας δύο φορές, δηλαδή κατά τον Νοέμβριο του 2015 και κατά τον Σεπτέμβριο του 2017, διαμαρτυρόμενοι σε βάρος της εναγομένης για τη μη ορθή καταβολή του επιδόματος άνευ εισπράκτορα", ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, που τάσσονται από τις παραπάνω διατάξεις και καταφάσκουν στην μη κατάρτιση της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα σιωπηρής, συναγόμενης από τις περιστάσεις, τροποποιητικής σύμβασης ως προς το ύψος της αμοιβής για την πρόσθετη εργασία εισπράκτορα από τους οδηγούς, που εκτελούν καθ' οδόν χρέη εισπράκτορα, καθώς και ρητής ή σιωπηρής τροποποίησης του ως άνω προσωρινά ενσωματωμένου ενοχικού όρου των εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αίτησης, κατά το σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί καταρτίσεως σιωπηρής, συναγομένης από τις περιστάσεις, τροποποιητικής σύμβασης ως προς το ύψος της αμοιβής των εναγόντων για την πρόσθετη εργασία τους ως εισπράκτορα και ρητής ή σιωπηρής τροποποίησης του ως άνω προσωρινά ενσωματωμένου ενοχικού όρου των εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος κατά το σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε την ένστασή της περί αποδυνάμωσης του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και καταχρηστικής άσκησης αυτού, είναι αβάσιμος, καθόσον ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δεδομένου ότι με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν αποφαίνεται περί καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων ή αποδυνάμωσης αυτού, πέραν του ότι τα επικαλούμενα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με τον ισχυρισμό της περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 361 ΑΚ, τα οποία και εκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα.

Επίσης, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι ο Εφετείο δεν έκρινε τον ισχυρισμό της περί καταρτίσεως νέας τροποποιητικής σύμβασης ως προς την αμοιβή των εναγόντων για την πρόσθετη εργασία τους ως εισπράκτορα με βάση τις διατάξεις περί μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

ΑΚ, 10 του 246/2006 Π.Δ/τος και της ΔΑ 50/2010 και όχι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 2112/1920).

[5] Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων.

Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987). Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, αν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αν εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και, τέλος, αν παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης.

Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί δικαστικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων ή στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1952, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη ισχύ (AΠ 384/2017).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις από τους αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και δη ότι το Εφετείο, για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί υπάρξεως τροποποιητικής σύμβασης ως προς το ύψος της αμοιβής των εναγόντων για την πρόσθετη εργασία τους ως εισπράκτορα, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου και δη τα επικληθέντα από αυτή έγγραφα (μηνυτήρια αναφορά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην Επιθεώρηση Εργασίας, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, τις προτάσεις των αντιδίκων της και τις ενδεικτικές αναλυτικές καταστάσεις των τελευταίων, που αποδείκνυαν τα ποσά που αυτοί ελάμβαναν πριν και μετά την κατάργηση της Δ.Α. 50/2010- η επίκληση άλλωστε των οποίων ως αποδεικτικών μέσων σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ- (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008)- και δεν προσέδωσε στα προαναφερόμενα έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που πραγματικά έχουν, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι.

[6] Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλειπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 77/2018, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).

Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1056/2009).

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης, που παραδεκτά πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, ότι καταρτίστηκε τροποποιητική σύμβαση μεταξύ αυτής και των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς το ύψος της αμοιβής τους για την πρόσθετη εργασία τους ως εισπράκτορα με τη σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους τους για μεγάλο χρονικό διάστημα των νέων αυτών όρων και δεν μπορούν οι τελευταίοι να ζητούν την εκπλήρωση συμβατικών όρων, που ίσχυαν πριν από ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, που κρίνεται, είναι αόριστος.

Ειδικότερα με τον ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκής και αντιφατική ως προς τον ως άνω ισχυρισμό της, εκθέτοντας επί λέξει τα εξής : «| [...] η αιτιολογία, που επικαλέστηκε – (η) προσβαλλόμενη απόφαση – είναι ανεπαρκής και αντιφατική, δεχόμενη αφενός το ποσό, που ισχυρίστηκα και πρωτοδίκως ότι αυτοί ελάμβαναν κατά τον τρόπο υπολογισμού, που ανέπτυξε και ο μάρτυράς μου, δίχως όμως να εκφέρει κρίση για το γεγονός ότι ακόμη και πριν το επίδικο χρονικό διάστημα οι αντίδικοί μου δεν ελάμβαναν το προβλεπόμενο ποσό τη ΔΑ 50/2010, δεχόμενη δε αντιφατικώς (φύλλο 6ο αυτής) ότι : "Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, δηλαδή κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπόμενου ως άνω τριμήνου από τη λήξη ή την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύ ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1478/2006, ΑΠ 453/2010 ΝΟΜΟΣ) μέχρι την τυχόν κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις που προβλέπουν τη καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος|».

Έτσι, ως προς μεν τις ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα της απόρριψης των λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό της, ενώ η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολόγησης του ισχυρισμού της ότι "ακόμη και πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα οι αντίδικοί της δεν ελάμβαναν το προβλεπόμενο από την ΔΑ 50/2010 ποσό", που δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αποτελεί ένα πραγματικό επιχείρημα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο. Ως προς δε τις αντιφατικές αιτιολογίες δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται, ενώ δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες τα ως άνω αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης και δη στο φύλλο 6ο αυτής, καθόσον δεν ιδρύουν τον λόγο του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ αντιφατικές κρίσεις, σχετικές με τη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού, αλλά οι αντιφατικές κρίσεις πρέπει να προκύπτουν από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή από τις παραδοχές της, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες κατέληξε στην κρίση της για την απόρριψη των σχετικών λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας.

[7] Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν’ απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν «εκ των πραγμάτων» κατ’ ουσίαν. (ΑΠ 1721/2012).

Εξάλλου, με την ΔΑ 10/2000 "Για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται στα Αστικά και Υπεραστικά Λεωφορεία όλης της χώρας" και συγκεκριμένα το άρθρο 4 αυτής με το τίτλο "Περίοδος Εργασίας- Διευθέτηση της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας για το προσωπικό κίνησης των υπεραστικών και αστικών λεωφορείων" ορίζονται τα εξής:

«Από 1.4.2000 το άρθρο 4 της ΔΑ 3/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

1. Η διάρκεια της περιόδου εργασίας για τα Υπεραστικά λεωφορεία και τα Αστικά Λεωφορεία μονής φυλακής του άρθρου 3 παρ. 1 του Π.Δ. 54/1998 επαναπροσδιορίζεται και δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως, και τις σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, με το σύστημα της εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών.

2. Για την εφαρμογή του πενθημέρου και τη χορήγηση των αργιών της παρ. 1 αυτού του άρθρου σχηματίζονται ετησίως 114 ημέρες ανάπαυσης ήτοι: α) 104 ημέρες, που αντιστοιχούν στο Σάββατο και την Κυριακή και β) 10) ημέρες αργιών ήτοι : [...] Οι δέκα (10) ημέρες αργίας ισχύουν ανεξάρτητα αν συμπίπτουν με Σάββατο ή Κυριακή.

3. Η χορήγηση των ανωτέρω ημερών ανάπαυσης και αργιών προγραμματίζονται σε κάθε ΚΤΕΛ με δυνατότητα καθορισμού εξαήμερης απασχόλησης έως 12 φορές ετησίως και για ένα εξαήμερο ανά μήνα, με αντίστοιχη χορήγηση τριήμερων αναπαύσεων 12 φορές ετησίως [...].

4. Η απασχόληση των εργαζομένων με το πρόγραμμα ετήσιας κατανομής των αναπαύσεων της παραγράφου 32 αυτού του άρθρου δεν συνιστά υπερωριακή εργασία Κυριακής ή αργίας, εφόσον ο ετήσιος προγραμματισμός τηρεί τις 114 ημέρες αργιών και αναπαύσεων [...].

5. [...] .

6. [...]».

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον 4ο λόγο της έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονιόταν για μη ορθό υπολογισμό των πραγματικών ημερών απασχόλησης των αντιδίκων της στην οδήγηση των λεωφορείων τους και εξ αυτής της κύριας απασχόλησής τους της πραγματικής ή όχι εκτέλεσης της πρόσθετης απασχόλησης, για την οποία αξιώνουν αποζημίωση, ούτε τους ισχυρισμούς της περί λιγότερων ημερών πραγματικής απασχόλησης όλων των εναγόντων, αλλά ούτε και τις διατάξεις των σχετικών νομοθετημάτων και της ως άνω ΔΑ 10/2000, που ρυθμίζει την πενθήμερη εργασία, τις συγκεκριμένες ημέρες εργασίας και τις υποχρεωτικές ημέρες αναπαύσεως του προσωπικού κίνησης των Αστικών και Υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ.

της χώρας, καθώς και το γεγονός, που συνολογούν και οι ενάγοντες, ότι το επίδικο επίδομα αφορά την πραγματική και όχι την πλασματική εκτέλεση των σχετικών νομοθετημάτων. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα των πραγματικών ημερών απασχόλησης των εναγόντων και με τα καθήκοντα του εισπράκτορα, είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς, πλην όμως εκ των πραγμάτων τους απέρριψε κατ’ ουσίαν, δεχόμενο ότι:

« […] Από τους παραπάνω οδηγούς οι μεν τακτικοί, δηλαδή οι δέκα πέντε (15) πρώτοι ενάγοντες, εργάσθηκαν στην εναγομένη, κατά μέσο όρο, είκοσι (20) ημέρες το μήνα, ενώ οι υπόλοιποι ενάγοντες (εφεδρικοί οδηγοί) εργάσθηκαν στην εναγομένη, κατά μέσο όρο, δέκα έξι (16) ημέρες κάθε μήνα εκτελώντας δρομολόγια χωρίς να συνοδεύονται από εισπράκτορα, επομένως εκτελούσαν οι ίδιοι καθ' οδόν καθήκοντα εισπράκτορα [...]».

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αιτήσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ως άνω ΔΑ 10/2000, με βάση την οποία από 01-01-2000 οι πραγματικές ημέρες απασχόλησης των εναγόντων αντιστοιχούν σε 18,4 ημέρες και όχι σε (20) ημέρες το μήνα για τις οποίες οι τελευταίοι αξιώνουν αμοιβή για πρόσθετη εργασία ως εισπράκτορα.

Και ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα των πραγματικών ημερών απασχόλησης των εναγόντων και με τα καθήκοντα του εισπράκτορα, είναι αβάσιμος, καθόσον εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ως άνω ΔΑ, με την οποίαν, όπως εκτίθεται στην πιο πάνω νομική σκέψη, με το άρθρο 4 αυτής διευθετείται η πενθήμερη εργασία του προσωπικού κίνησης των υπεραστικών και αστικών λεωφορείων και δεν ρυθμίζονται οι πραγματικές ημέρες απασχόλησης των εναγόντων σε 18,4, στον αριθμό δε αυτό ανέρχονται οι ημέρες απασχόλησης των εναγόντων κατά τους υπολογισμούς της αναιρεσείουσας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο αναιρετήριο (365 ημέρες – 114 ημέρες αναπαύσεως = 251 ημέρες απασχόλησης κάθε έτος – 30 ημέρες υποχρεωτική άδεια, που δικαιούται ο κάθε εργαζόμενος = 221 ημέρες ÷ 12 μήνες = 18,4 πραγματικές ημέρες απασχόλησης το μήνα) και το Εφετείο, κατά τις διαλαμβανόμενες ως άνω παραδοχές του, δέχτηκε αφενός ότι το ύψος της οφειλόμενης πρόσθετης αμοιβής εξαρτάται από τις ημέρες απασχόλησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε δρομολόγια χωρίς να συνοδεύονται από εισπράκτορα και επομένως εκτελούσαν οι ίδιοι καθ' οδόν καθήκοντα εισπράκτορα και αφετέρου ότι οι δέκα πέντε (15) πρώτοι ενάγοντες (τακτικοί οδηγοί) εργάστηκαν κατά μέσο όρο είκοσι (20) ημέρες και οι λοιποί (εφεδρικοί οδηγοί) κατά μέσο όρο δέκα έξι (16) ημέρες το μήνα.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 06-11-2019 και αριθ. κατάθεσης 290/6.11.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 447/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ