Legislator Case Law & Legislation
394/2020 AI generated

394/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 394/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η από 14-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 21910/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 2008/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους έφεσης και της εκ μέρους του 1ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αντέφεσης κατά της 86/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 19-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 129/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Legislator headnote

AI generated

394/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

Keywords

AI generated
incapacity for work temporary loss of work job security hazardous work abandonment of employment suspension of unemployment benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 394 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 394/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Ανδρίτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)A. Z. του R., χήρας A. V., κατοίκου ..., 2) A. E. του V., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Αμανατίδου-Μωυσίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 3) A. E. του V., κατοίκου .... Ο πρώτος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Κουφού, σύμφωνα με την 310/2-11-2018 πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 και άρθρου 9, παρ. 1 του ν.3226/2004, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: C. J. του D., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 86/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2008/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η παραστάσα πληρεξούσια του δεύτερου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 14-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 21910/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 2008/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους έφεσης και της εκ μέρους του 1ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αντέφεσης κατά της 86/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 19-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 129/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι ο V. A., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δύο τελευταίων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, από αυτούς, εργαζόταν από τις 2-11-2012 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στον δεύτερο εναγόμενο με την ειδικότητα του ελαιοχρωματιστή, στην οικοδομή ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου, μη διάδικου στην παρούσα δίκη, όπου ο δεύτερος εναγόμενος είχε αναλάβει υπεργολαβικά τις εργασίες ελαιοχρωματισμού.

Ότι στις 3-11-2012 και ενώ ο παραπάνω συγγενής τους εργαζόταν στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής, ανεβασμένος σε σκάλα άνω του ύψους του 1 μ., απώλεσε την ισορροπία του και, καθώς δεν υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα, έπεσε στο έδαφος, που έφερε επίστρωση τσιμέντου, με συνέπεια να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του στις 30-1-2008.

Ότι για το παραπάνω εργατικό ατύχημα ευθύνονται οι εναγόμενοι, που ενώ είχαν σχετική νομική υποχρέωση, δεν έλαβαν και δεν τήρησαν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας στο πιο πάνω οικοδομικό έργο και ειδικότερα ότι ο πρώτος εναγόμενος ως ιδιοκτήτης της οικοδομής, στην οποία εκτελούντο οι προαναφερθείσες οικοδομικές εργασίες, κύριος του έργου, αλλά και εργολάβος, που ανέλαβε την ανέγερση της οικοδομής και ο δεύτερος ως υπεργολάβος ελαιοχρωματισμού, και ως εκ τούτου υπεύθυνοι για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στην οικοδομή, δεν επέβλεπαν την ορθή εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, ούτε έδωσαν στον θανόντα εργαζόμενο τις κατάλληλες οδηγίες, για την αποφυγή κινδύνων από πτώση, όπως ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο και, πιο συγκεκριμένα, δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση κατάλληλων κιγκλιδωμάτων στον εξώστη, όπου εργαζόταν ο θανών, για την προσήκουσα κατασκευή των ικριωμάτων, που χρησιμοποιούνταν για τις εν λόγω εργασίες, για τη χρήση κατάλληλων δαπέδων εργασίας στα ικριώματα, για τη διατήρηση των οδών κυκλοφορίας ελεύθερων, ενώ δεν διέθεσαν ούτε δίχτυ προστασίας, και δεν του παρείχαν εξοπλισμό για εργασίες σε ύψος, δεν του επέστησαν την προσοχή ότι δεν έπρεπε να εργαστεί σε μπαλκόνι που δεν είχε κιγκλιδώματα, αν δεν τοποθετούντο προηγουμένως αυτά ή αν δεν λαμβάνονταν άλλα ισοδύναμα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή του κινδύνου από πτώση και δεν τον καθοδήγησαν για τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, όπως ήταν υποχρεωμένοι, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος από πτώση, όπως επίσης ήταν υποχρεωμένοι και, τελικώς, δεν επέβλεψαν και δεν επιμελήθηκαν της τήρησης των προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας.

Περαιτέρω, ότι συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του οικείου τους υπέστησαν ψυχική οδύνη, για τη χρηματική της ικανοποίηση της οποίας ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγομένοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 50.000 Ευρώ και σε καθέναν από τους δεύτερο και τρίτο το ποσό των 40.000 Ευρώ, από το οποίο έκαστος αφαίρεσε το ποσό των 44 Ευρώ, για το οποίο παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, καθώς και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους σε βάρος των εναγομένων ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη με αριθμό 86/2015 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 15-6-2015 έφεσή τους και ο 1ος εναγόμενος με τις προτάσεις του την από 19-5-2017 αντέφεσή του. Το εκδόσαν την προσβαλλόμενη με αριθμό 2008/2017 απόφαση Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, απέρριφε την αντέφεσή ως απαράδεκτη και κατά τα λοιπά δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή.

Συγκεκριμένα υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν εις ολόκληρον: α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 12.956 ευρώ και β) στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο το ποσό των 9.956 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής. Σημειώνεται ότι ο αρχικός β'εναγόμενος C. J., απλός ομόδικος της κοινής εναγωγής από αδικοπραξία δεν συμμετέχει στην παρούσα αναιρετική δίκη, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μόνο από τον πρώτο εναγόμενο-πρώτο εφεσίβλητο Κ.

Τ..

3. H νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το 1ο σκέλος του αιτιάται την προσβαλλόμενη για την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 14 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για το ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη , γιατί ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής και ειδικότερα δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί η ευθύνη του για το ένδικο ατύχημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι οι ενάγοντες αναφέρουν με πληρότητα τα εξής: 1) Ότι ο πρώτος των εναγομένων Κ. Τ., ήδη αναιρεσείων, είναι ιδιοκτήτης διώροφης οικοδομής με υπόγειο και πυλωτή, ο οποίος είχε στην ιδιοκτησία του το οικόπεδο, στο οποίο έλαβε χώρα η ανέγερση της οικοδομής, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, το οποίο κείται επί της Σ. 24 στο ...

και κατά το έτος 2007 που έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα, ήταν ανεγειρόμενη. 2) Ότι δυνάμει του από 29.9.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του πολιτικού μηχανικού Ονουφρίου Τσαβδαρίδη, ο ανωτέρω ανέλαβε την έκδοση της οικοδομικής άδειας της οικοδομής, την επίβλεψη των εργασιών ανεγέρσεώς της και τον έλεγχο της τήρησης όλων των μέτρων ασφαλείας που απαιτούνταν και λαμβάνονταν με υπόδειξη του ιδίου καθ' όλη τη διάρκεια της ανεγέρσεώς Επιπροσθέτως, ο κύριος του έργου και πρώτος εναγόμενος είχε καταστεί, αφενός και συντονιστής σε θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, την οποία ανέθεσε στον πολιτικό μηχ/ Ο.

Τ. να διενεργήσει και αφετέρου συντονιστής σε θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, του οποίου είχε αναλάβει και τη διεύθυνση, όπως υποδεικνύεται από τον από 18-1-2011 φάκελο ασφάλειας και υγείας, τον οποίο συνέταξε ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός. 3) Ότι ο ελαιοχρωματισμός της ως άνω οικοδομής ανατέθηκε στον δεύτερο εναγόμενο υπεργολαβικά με την ιδιότητα του ως επαγγελματία ελαιοχρωματιστή, δυνάμει του από 24.8.2007 γραπτού ιδιωτικού συμφωνητικού που κατήρτισαν μεταξύ τους οι δύο εναγόμενοι.

Κατά συνέπεια, του ανατέθηκε από τον εργοδότη του πρώτο εναγόμενο η εκτέλεση ενός τμήματος του έργου. Ακολούθως, έπειτα από την ανάληψη της προαναφερθείσας υπεργολαβίας από τον δεύτερο εναγόμενο, αυτός προέβη σε πρόσληψη προσωπικού 3 ατόμων για την τέλεση των εργασιών ελαιοχρωματισμού, μέλος του οποίου κατέστη και ο θανών, ο οποίος προσελήφθη με σύμβαση εργασίας, την οποία κατήρτισε με τον δεύτερο εναγόμενο στις 2/11/12, προκειμένου να εργαστεί ως ελαιοχρωματιστής στην ανωτέρω οικοδομή υπό τις οδηγίες του υπεργολάβου, δευτέρου εναγομένου .4) Ότι ο μεν α' εναγόμενος ευθύνεται αφ ενός ως ιδιόκτητης - κύριος του έργου για τη λήψη των αναγκαίων εκ του νόμου μέτρων ασφαλείας και αφετέρου ως επιστάτης της τήρησης των μέτρων ασφαλείας των εργαζόμενων εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως που είχε καταρτίσει με τον πολιτικό μηχανικό στις 29.09.2005 και ο δε β' εναγόμενος ευθύνεται ως υπεργολάβος και εργοδότης εκ του νόμου, να λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να είναι παρών σε κάθε εκτέλεση εργασίας που γίνεται από τους εργαζομένους του.

Ακολούθως στο αγωγικό δικόγραφο περιγράφονται οι συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και η μη τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων . Επομένως η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το αρθ 216 ΚΠολΔ στοιχεία, ήτοι α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τους ενάγοντες κατά των εναγομένων, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

4. O αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το 2ο σκέλος του αιτιάται την προσβαλλόμενη για την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 14 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για το ότι εσφαλμένα απορρίφτηκε από το Εφετείο η από 19-5-2017 αντέφεσή του που ασκήθηκε με τις προτάσεις του. Σχετικά με τον λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: <<Η αντέφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και πιο συγκεκριμένα επειδή ο αντεκκαλών, ως ολοσχερώς νικήσας διάδικος, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την αντέφεση, αφού δεν βλάπτεται ούτε από το διατακτικό της εκκαλουμένης, που απέρριψε την αγωγή, αλλά ούτε και από τις αιτιολογίες της, δεδομένου ότι τους ισχυρισμούς και τις ενστάσεις, με τις οποίες ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και για άλλους λόγους, μπορεί κατ' άρθρο 527 του ΚΠολΔ να τις επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εφεσίβλητος (άρθρα 516 και 532 του ΚΠολΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενα ). Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

5. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, πρόστηση είναι η ανάθεση από κάποιον (προστήσαντα) σε τρίτο πρόσωπο (προστηθέντα) ορισμένης υπηρεσίας που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων (επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων), του προστήσαντος, ενώ προϋπόθεση αυτής είναι να υπάρχει ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα σχέση εξάρτησης, έστω και χαλαρή, ώστε να μπορεί ο πρώτος να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή να επιβλέπει ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας.

6. Περαιτέρω, για την ύπαρξη σχέσης προστήσεως είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα, μπορεί δε αυτή να στηρίζεται σε σχέση καθαρώς πραγματική, καθώς και η δυνατότητα διαρκούς επίβλεψης του πρώτου επί του τελευταίου, στην έννοια δε της ''υπηρεσίας'' περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας (ΑΠ 899/2014, 1351/2012, 687/2011, 1134/2007). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή όχι ευθύνης του προστήσαντος σύμφωνα με όσα πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγιναν δεκτά, ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 ΑΚ, προκύπτει ότι γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και παράνομες πράξεις του εργολάβου ή των υπ' αυτού προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου. Στην περίπτωση, όμως, που ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς (ΑΠ 623/2016, 910/2015, 181/2015, 876/2014).

7. Συνεπώς, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα των ενεχομένων στο εργατικό ατύχημα ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 ( ΑΠ 517/2017,133/2016, 910/2015, 876/2014, 19/2014, 81/2013).

8. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου ειδικότερα για εργασίες σε βιομηχανικές, εμπορικές κλπ επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 7/1996 Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α' 11).

Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες του άρθρου 7 του ως άνω π.δ., το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων (παρ. 1), ότι στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων (παρ. 5), ότι ο εργοδότης υποχρεούται:

α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β)...γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας , δ) να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους....(παρ. 6) και, τέλος, ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης:

α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και παραγωγής..., δ) αντικατάσταση του επικίνδυνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο..., θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στου εργαζόμενους (παρ. 7).

Επίσης, του π.δ. 305/1996 ' ' ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α' 212), στο Παράρτημα

ΙV, Μέρος Β' ,Τμήμα

ΙΙ, 5 παρ. 2, στο οποίο ορίζεται ότι ...' ' οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίκτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφαλείας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας...' ' .

9. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος ενός οικοπέδου που βρίσκεται στο ..., επί της Σ. 24. Στο οικόπεδο αυτό είχε αποφασίσει από το έτος 2005 να αναγείρει, και πράγματι ανήγειρε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, διώροφη οικοδομή με υπόγειο και πυλωτή, ως εργολάβος, με αυτεπιστασία.

Γι' αυτό άλλωστε και αναφέρεται ως ο κύριος και ανάδοχος του έργου, που έχει τη διεύθυνση αυτού, καθώς και ως ο συντονιστής σε θέματα ασφάλειας και υγείας στο Φάκελο Ασφάλειας και Υγείας του παραπάνω έργου. Την επίβλεψη του όλου έργου της οικοδομής ο πρώτος εναγόμενος την είχε αναθέσει στον πολιτικό μηχανι Ο.

Τ., με την από 29-9-2005 σύμβαση, με την οποία ο ίδιος (ο πρώτος εναγόμενος), είχε οριστεί και επιστάτης για τα μέτρα ασφαλείας εργαζομένων και περαστικών, όπως ακριβώς αναπτύχθηκαν αυτά στον ίδιο από τον παραπάνω μηχανικό. Εξάλλου, με το από 24-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόμενων, ο δεύτερος εναγόμενος είχε αναλάβει ως υπεργολάβος τον ελαιοχρωματισμό της παραπάνω οικοδομής, που θα τον πραγματοποιούσε με δικό του συνεργείο.

Η επιλογή του δεύτερου εναγόμενου από τον πρώτο έγινε επειδή αυτός διέθετε δική του σκαλωσιά. Κατά την εκτέλεση των εργασιών που είχε αναλάβει με την παραπάνω μεταξύ των εναγόμενων σύμβαση, ο δεύτερος εναγόμενος προσέλαβε στις 2-11-20007, ημέρα Παρασκευή, ως μέλος του συνεργείου του, τον οικείο των εναγόντων V.

A., προκειμένου να εργαστεί στο έργο ως εργάτης -ελαιοχρωματιστής. Την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκαν εργασίες σπατουλαρίσματος της οικοδομής στο εσωτερικό του πρώτου και δεύτερου ορόφου της οικοδομής, στις οποίες μετείχε και ο V. A., όμως οι άσχημες καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν (βροχόπτωση) δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωσή τους, και γι' αυτό ο δεύτερος εναγόμενος έδωσε εντολή στον V.

A. να προσέλθει στην οικοδομή την επόμενη, ημέρα Σάββατο 3-11-2007 και να εργαστεί, όπως και έγινε. Την ημέρα αυτή (Σάββατο) και περί ώρα 11.30, ο V. A., ενώ εργαζόταν πάνω σε διπλή ανοιγόμενη ξύλινη σκάλα σε μπαλκόνι, πλάτους ενός μέτρου, του δεύτερου ορόφου, στην πίσω πλευρά της πιο πάνω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από τον δεύτερο όροφο στο τσιμεντένιο δάπεδο του ακάλυπτου χώρου, με συνέπεια να τραυματιστεί, υποστάς βαρειές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, απεβίωσε στις 30-1-2008.

Όσον αφορά τις συνθήκες της πτώσης του οικείου των εναγόντων, πρέπει να λεχθούν τα εξής ; Η αναγγελία του ένδικου ατυχήματος ( της 3-11-2007) στην Επιθεώρηση Εργασίας έγινε δύο ημέρες μετά από αυτό, έγινε δηλαδή στις 5-11-2007, και η έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος έγινε δύο ημέρες μετά την αναγγελία του, στις 7-11- 2007, δηλαδή 4 ημέρες μετά το ατύχημα.

Ενόψει δε και του ότι ναι μεν η αναγγελία του ατυχήματος στις αστυνομικές αρχές έγινε την ίδια ημέρα (3-11-2007), πλην όμως δεν υπάρχει κατάθεση αστυνομικού που να μετέβη στον τόπο του ατυχήματος και να τον είδε, όταν έγινε τελικά η αυτοψία (στις 7-11-2007) δεν βρέθηκαν στοιχεία με βάση τα οποία οι διενεργήσαντες αυτήν Τεχνικοί Επιθεωρητές του ΚΕ- ,Π.Ε.Κ Μακεδονίας Θράκης Α.

Γ. και Π. Π. να μπορούν να προσδιορίσουν τη θέση, στην οποία βρέθηκε ο θανών μετά την πτώση του και μάλιστα και το συγκεκριμένο σημείο και μπαλκόνι, από το οποίο έπεσε, διότι τότε πλέον όλα είχαν τακτοποιηθεί και καθαριστεί, ενώ δεν μπόρεσαν ποτέ να πάρουν και κατάθεση από τον θανόντα, λόγω του βαρύτατου τραυματισμού του.

Για τους λόγους αυτούς, οι παραπάνω Τεχνικοί Επιθεωρητές προσδιόριζαν στην παραπάνω έκθεση αυτοψίας τη θέση, στην οποία βρέθηκε μετά την πτώση του ο θανών, με βάση την κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα D. G., τεχνίτη μαρμαρά, για τον οποίο θα γίνει αναλυτικά λόγος στη συνέχεια. Ο ακριβής προσδιορισμός της παραπάνω θέσης είναι σημαντικός, διότι η οικοδομή στην πίσω πλευρά της είχε δύο μπαλκόνια σε κάθε όροφο, όπως θα αναφερθεί αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση αυτοψίας οι παραπάνω Τεχνικοί Επιθεωρητές αναφέρουν ότι "κατά την αυτοψία το εν λόγω μπαλκόνι διέθετε προστατευτική διάταξη έναντι πτώσης μέχρι το ύψος του ενός μέτρου, η οποία αποτελούνταν από σανίδια τοποθετημένα ως χειρολισθήρες και το διάστημα μεταξύ χειρολισθήρα και δαπέδου ήταν καλυμμένο με ξύλινες παλέτες και μεταλλικό οικοδομικό πλέγμα.

Επίσης η σκαλωσιά διέθετε δάπεδο αποτελούμενο από τρία μαδέρια, συνολικού πλάτους άνω των 60 εκατοστών, την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή για το συγκεκριμένο τύπο σκαλωσιάς προστατευτική διάταξη έναντι πτώσης κατά μήκος του δαπέδου και πλευρικά στις άκρες τις σκαλωσιάς δεξιά και αριστερά". Κατέληξαν δε, μετά από όλες τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις, στο συμπέρασμα ότι "Δεδομένου ότι κατά την αυτοψία υπήρχαν οι προστατευτικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, πιθανόν ο θανών να χρησιμοποίησε σκάλα για να εργαστεί στο μπαλκόνι, οπότε ανέβηκε σε ύψος που δεν προστατευόταν από τις προστατευτικές διατάξεις του μπαλκονιού, ούτε από την υπάρχουσα σκαλωσιά (λόγω των κενών μεταξύ αυτής και της οικοδομής).

Δεδομένου όμως ότι απουσιάζει η μαρτυρία του θανόντος και επειδή δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες, δεν είναι δυνατόν να αποσαφηνισθούν οι ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος και επομένως να προσδιορισθούν τα αναγκαία για την περίσταση μέτρα ασφαλείας που θα απέτρεπαν την πτώση". Περαιτέρω, ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του εργαζόταν μόνος του και στην οικοδομή βρισκόταν μόνο ο D.

G.., τεχνίτης μαρμαράς. Αυτός κατέθεσε στους τεχνικούς επιθεωρητές που διενήργησαν την αυτοψία, αλλά και κατά την ποινική σε βάρος των ήδη εναγόμενων διαδικασία, και συγκεκριμένα κατά την προανάκριση και ενώπιον του Τριμελούς Πλη/κείου ... (δεν κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου ..., διότι είχε αναχωρήσει στην Αλβανία, και αναγνώσθηκε εκεί η πρωτόδικη κατάθεσή του, ενώ δεν εξετάσθηκε καθόλου ως μάρτυρας ή ενόρκως βεβαιών στο πλαίσιο της προκειμένης πολιτικής διαδικασίας), ότι βρισκόταν στο εσωτερικό της οικοδομής και έπαιρνε μέτρα για μάρμαρα, ότι είδε τον παθόντα περί ώρα 11.30 να περνά με τη διπλή φορητή ξύλινη σκάλα και με όλα τα σύνεργα που φέρουν οι ελαιοχρωματιστές (κουβά και 2 σπάτουλες), ενώ λίγα λεπτά αργότερα άκουσε το γδούπο από την πτώση, βγήκε στο μπαλκόνι και είδε τον παθόντα πεσμένο κάτω και γύρω του σκορπισμένες τις σπάτουλες, ότι ο κουβάς ήταν στο μπαλκόνι και η σκάλα στην άκρη, κατά μήκος του μπαλκονιού, στη γωνία αυτού, ανοιγμένη στο μέσον περίπου του πλάτους του.

Προσδιόρισε δε το μπαλκόνι, από το οποίο έπεσε, δηλαδή εκείνο που φαίνεται στη φωτογραφία με αριθμό 3 της έκθεσης αυτοψίας, για το οποίο κατέθεσε ότι είχε τρία μαδέρια, πλέγματα δεμένα με σύρμα και παλέτες. Για το άλλο μπαλκόνι του ιδίου ορόφου, στο οποίο κατά την κατάθεσή του δεν εργαζόταν ο παθών, εξέφρασε την άποψη, με βάση και φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν στο Τριμελές Πλημ/κείο, ότι εάν ο παθών δούλευε στη γωνία αυτού θα μπορούσε να πέσει, διότι δεν υπήρχαν μέτρα για να τον αποτρέψουν, καθώς υπήρχε μια παλέτα που δεν ήταν σταθερή και έπεφτε αν την ακουμπούσε κανείς.

Όμως το ότι ο θανών εργαζόταν στο μπαλκόνι που η σκαλωσιά έφερε κάποια προστατευτικά στοιχεία και όχι στο άλλο, που δεν έφερε ανάλογα στοιχεία, το κατέθεσε στους τεχνικούς επιθεωρητές και κατά την ποινική διαδικασία, μόνο ο μάρτυρας αυτός, χωρίς η κατάθεσή του να επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και συνεκτιμώμενη με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν κρίνεται πειστική.

Θα πρέπει, να επισημανθεί και ότι οι προσκομιζόμενες από τους εναγομένους φωτογραφίες δεν φέρουν ημερομηνία λήψεως, ώστε να αποτελούν ασφαλές αποδεικτικό μέσο, ενόψει και του ότι κατατέθηκαν στους προανακριτικούς υπαλλήλους στις 10-1-2008. Αντίθετα, στις καταθέσεις τους, που δόθηκαν κατά την ποινική διαδικασία, οι ήδη ενάγοντες, σύζυγος και τέκνα του θανόντος, αλλά και οι οικογενειακοί τους φίλοι και ήδη ενόρκως βεβαιούντες στην παρούσα πολιτική δίκη L.

A. και R. A., κατέθεσαν με τρόπο απόλυτα σαφή και πειστικό, ότι επισκέφθηκαν την οικοδομή, τόσο την ημέρα του ατυχήματος όσο και την επομένη, και διαπίστωσαν ότι εκτός από τα μεταλλικά στοιχεία του σκελετού της σκαλωσιάς και τα δάπεδα αυτής από μαδέρια, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι οι οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή είχαν σταματήσει το προηγούμενο καλοκαίρι λόγω ελλείψεως χρημάτων, και ξανάρχισαν, χωρίς να ειδοποιηθεί ο επιβλέπων μηχανικός (που αθωώθηκε από το πρωτοβάθμιο ποινικό Δικαστήριο).

Οι εναγόμενοι βέβαια, όπως και οι μάρτυρες τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου πολιτικού Δικαστηρίου, αλλά και κατά την ποινική διαδικασία, Σεχάτ Τζεμάλ, μέλος του συνεργείου του δεύτερου εναγόμενου και Πίρο Coci, αδελφός του δεύτερου εναγόμενου, όπως άλλωστε και οι ενόρκως βεβαιούντες Φιλίτσα Ταλαμπίρη και Ευκλείδης Ναθαναηλίδης, θυγατέρα και γαμπρός του πρώτου εναγόμενου, από τους οποίους η πρώτη εξετάσθηκε και κατά την ποινική διαδικασία, υποστήριξαν ότι την Παρασκευή 2-11-2007 ο δεύτερος εναγόμενος πλήρωσε τους εργαζομένους και λόγω του ότι η πρόγνωση του καιρού για την επόμενη ημέρα Σάββατο (που έγινε το ατύχημα) προέβλεπε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (πρόγνωση που τελικά επαληθεύθηκε), τους είπε να προσέλθουν ξανά για εργασία τη Δευτέρα και ότι ο παθών προσήλθε να εργαστεί οικειοθελώς, χωρίς να του το έχει ζητήσει κανείς και χωρίς να επρόκειτο να πληρωθεί, καθώς και ότι ενήργησε έτσι πιθανόν γιατί ήταν μεθυσμένος.

Η εκδοχή όμως αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που στηρίζεται στη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, αφού δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένας εργάτης προσήλθε να εργαστεί ημέρα Σάββατο, ώρα 11.30 το πρωί και υπό συνθήκες ψύχους, οικειοθελώς, χωρίς καν το δέλεαρ της αμοιβής, και ενώ βρισκόταν προηγουμένως κάπου αλλού και έπινε, δηλαδή ότι, αντί να παραμείνει εκεί που έπινε ή να προτιμήσει να επιστρέψει στην οικία του, αυτός επέλεξε να πάει να εργαστεί υπό τις παραπάνω συνθήκες.

Αντίθετα, όπως προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση των αποδείξεων και συνάδει και στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ο θανών προσήλθε στην εργασία του, έστω και μεθυσμένος, επειδή είχε εντολή από τον δεύτερο εναγόμενο - εργοδότη του να μεταβεί εκεί και να εργασθεί. Αποδεικνύεται, βέβαια, ότι προσήλθε να εργαστεί, ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα του 2,30 τοις χιλίοις, πλην όμως, εάν, όταν πήγε να ανεβεί, ή και είχε ήδη ανεβεί στη σκάλα, και (προδήλως) ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε, βρισκόταν εκεί και άλλο άτομο, αυτό το άτομο, ακόμη και αν δεν είχε απαγορεύσει στον οικείο των εναγόντων να εργαστεί, ειδοποιώντας προς τούτο και τους εναγομένους, θα τον είχε τουλάχιστον συγκρατήσει και έτσι δεν θα είχε επέλθει η πτώση και ο θάνατός του, που βέβαια θα είχαν αποτραπεί και αν η σκαλωσιά ήταν ασφαλής, οπότε θα τον συγκρατούσε.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που στηρίζεται στα προαναφερθέντα και στη συνεκτίμηση όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων, πλήρως αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, έχοντας τις προαναφερθείσες ιδιότητες, και συγκεκριμένα ο πρώτος την ιδιότητα του κυρίου του έργου, που όμως είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψή του, καθώς και την ιδιότητα του εργολάβου του όλου έργου και του μέρους του που αφορούσε τους ελαιοχρωματισμούς της εξωτερικής όψης της διώροφης οικοδομής και των δύο μπαλκονιών του δευτέρου ορόφου, και του υπεύθυνου της κατασκευής του, έχοντας προστήσει στην υπηρεσία του τον δεύτερο εναγόμενο - υπεργολάβο του παραπάνω μέρους του έργου, και ο δεύτερος την ιδιότητα του άμεσου εργοδότη του θανόντος, από αμέλειά τους, και συγκεκριμένα επειδή δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και μολονότι είχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, σύμφωνα με τα άρθρα 12 παράρτημα IV μέρος Β Η 5.12 ΠΔ 305/1996, 34 ΠΑΡ. 1α, 38 παρ. 1, 40 ΠΔ 1073/1981, 13 παρ. 1, 6, 17 ΠΔ 778/1980, δεν έλαβαν κανένα από τα προβλεπόμενα στις διατάξεις αυτές απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, δηλαδή δίχτυ προστασίας, θωράκια, χειρολισθήρες, στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που να διαθέτουν χειρολισθήρα και οριζόντιο στοιχείο, για να προλαμβάνονται οι πτώσεις από ύψος, ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη προστασία σε κάθε εργαζόμενο που εκτελεί σε μεγάλο ύψος εργασίες ελαιοχρωματισμού, ενώ η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται επιπλέον και στο ότι αυτός δεν είχε ειδοποιήσει και τον επιβλέποντα μηχανικό να ελέγξει την σκαλωσιά.

Ακόμη, ενώ οι εργασίες ελαιοχρωματισμού, όταν γίνονταν σε ύψος πάνω στη σκάλα, εκτελούνταν πάντοτε από δύο πρόσωπα, το ένα από τα οποία κρατούσε τη σκάλα και βοηθούσε το άλλο δίδοντάς του και υλικά, ο 2ος εναγόμενος ανέθεσε στον θανόντα την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας, χωρίς την παρουσία και δεύτερου εργάτη.

Αποδεικνύεται, επομένως, η υπαιτιότητα των εναγομένων και τα λοιπά απαιτούμενα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, στοιχεία για τη θεμελίωση της ευθύνης τους από αδικοπραξία, και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι με τις παραπάνω ιδιότητές τους και τις παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις τους που προαναφέρθηκαν, επέφεραν το θάνατο του οικείου των εναγόντων V.

A., που ασφαλώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, ώστε να ευθύνονται για τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης που δοκίμασαν οι οικείοι του. Θα πρέπει να σημειωθεί, έστω και εκ περισσού, ότι και στην υποθετική περίπτωση, που μόνο στο ένα μπαλκόνι υπήρχαν κάποια μέτρα ασφαλείας και στο άλλο (για το οποίο η έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρει τίποτα) όχι, ο μοναδικός λόγος γι' αυτό θα ήταν ότι όλα τα προστατευτικά μέτρα, όσα στην έκθεση αυτοψίας αναφέρονται και κατέθεσε ο παραπάνω, τοποθετήθηκαν εκ των υστέρων, στις 4 ημέρες που μεσολάβησαν από το ατύχημα μέχρι την αυτοψία.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε κανένα από τα μέτρα αυτά. Τα όσα, δε, ισχυρίσθηκε και με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο πρώτος εναγόμενος, περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του και ανυπαρξίας σχέσης πρόστησης με το δεύτερο εναγόμενο, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και ειδικότερα του νόμιμου λόγου της ευθύνης του, δεν ανατρέπουν τις παραπάνω παραδοχές (για το λόγο ευθύνης του), αφού, αντίθετα προς όσα αυτός διατείνεται και με μη πειστικό τρόπο επαναλαμβάνουν οι προαναφεθρέντες ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρές του, οι δύο εναγόμενοι δεν είχαν ποτέ συμφωνήσει μεταξύ τους να είναι ο δεύτερος από αυτούς ο μόνος υπεύθυνος για την τήρηση όλων των μέτρων ασφάλειας, που απαιτούνταν για την ασφαλή εργασία του προσωπικού για την αποφυγή κάθε ατυχήματος, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος, αν και κύριος του έργου, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψή του και πράγματι ήταν αυτός που είχε τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και ο συντονιστής σε θέματα ασφάλειας και υγείας, και επομένως ήταν συνυπεύθυνος, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή αυτής της αποφάσεως, με το δεύτερο εναγόμενο υπεργολάβο για τη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων ασφάλειας.

Άλλωστε, η επικαλούμενη από τον εναγόμενο συμφωνία δεν περιλαμβάνεται στο μεταξύ τους από 24-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε και αποδεικνύεται ότι υπήρξε έστω και προφορικά. Στην επέλευση ωστόσο του ένδικου ατυχήματος και στο θάνατό του συνετέλεσε, σε ποσοστό 75%, από αμέλειά του, και ο ίδιος ο θανών, διότι προσήλθε να εργασθεί μεθυσμένος και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό, καθώς το ποσοστό οινοπνεύματος που βρέθηκε στο αίμα του ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε, σε 2,3 τοις χιλίοις, κάτι που συνετέλεσε σημαντικά στην πτώση και το θάνατό του του.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή εν μέρει σαν και ουσιαστικά βάσιμη η σχετική νόμιμη (από το άρθρο 300 του ΑΚ) ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (συνυπαιτιότητας) που οι εναγόμενοι επαναφέρουν με τις προτάσεις τους και ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, μετά από ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των ήδη εναγόμενων για ανθρωποκτονία από αμέλεια με παράλειψη (αναφορικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας και ατομικής προστασίας των εργαζομένων), η υπόθεση εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό και εκδόθηκε η με αριθμό 306,341/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία επιβλήθηκε στους εναγόμενους, που κρίθηκαν ένοχοι, ποινή φυλάκισης 7 μηνών (ο συγκατηγορούμενός Ο.

Τ. αθωώθηκε), και μετά από έφεσή τους εκδόθηκε η με αριθμό 1198/2014 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στους εναγόμενους, που κρίθηκαν και πάλι ένοχοι με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ, ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η δε ασκηθείσα από τον ήδη πρώτο εφεσίβλητο από 17-12- 2014 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας αυτής αποφάσεως, απορρίφθηκε με την προσκομιζόμενη 704/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Οι ποινικές αυτές αποφάσεις λαμβάνονται υπόψη από το παρόν πολιτικό Δικαστήριο, χωρίς να το δεσμεύουν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δύο τελευταίων από τους ενάγοντες, ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ηλικίας 52 ετών, υγιής και αρτιμελής. Ήταν συνδεδεμένος με δεσμούς αγάπης και αφοσίωσης με τους ενάγοντες οικείους του, με την πρώτη από τους οποίους συνοικούσε, και εργαζόταν ως εργάτης - ελαιοχρωματιστής για τη συντήρηση του εαυτού του και της συζύγου του, που δεν εργαζόταν, ενώ βοηθούσε οικονομικά και τα τέκνα του, που δεν είχαν σταθερή εργασία, ο δε αιφνίδιος θάνατός του προξένησε σε όλους τους ενάγοντες ισχυρό ψυχικό πόνο.

Δικαιούνται επομένως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και μάλιστα τις παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό και το είδος της υπαιτιότητας των εναγόμενων, αλλά και την (ιδιαίτερα μεγάλη) συνυπαιτιότητα του θανόντος, την ηλικία του θανόντος (52 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του) και των εναγόντων οικείων του (49, 30 και 25 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του θανάτου του), το βαθμό συγγένειας καθενός από αυτούς, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική και οικονομική θέση των διαδίκων, κρίνει ότι η επιδικαστέα σε καθέναν από τους ενάγοντες εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που υπέστη από το θάνατο του ως άνω συγγενή του ανέρχεται για την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του, στο ποσό των 13.000 Ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα, γιο του, στο ποσό των 10.000 Ευρώ και για τον τρίτο ενάγοντα, γιο του, στο ποσό των 10.000 Ευρώ, ποσά από τα οποία πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 44 Ευρώ που ο κάθε ενάγων ζήτησε από κάθε εναγόμενο και επιδικάσθηκε από το ποινικό Δικαστήριο.

Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση , δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα προαναφερθέντα για τον καθέναν τους ποσά, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη ημέρα από την επίδοση της αγωγής.

10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 12/2016, 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( 1262/2017).

11. Με τις παραπάνω παραδοχές και συγκεκριμένα α) ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε κανένα από τα υποχρεωτικά από τον νόμο μέτρα ασφαλείας ,β) ότι οι δύο εναγόμενοι δεν είχαν ποτέ συμφωνήσει μεταξύ τους να είναι ο δεύτερος από αυτούς ο μόνος υπεύθυνος για την τήρηση όλων των μέτρων ασφάλειας, που απαιτούνταν για την ασφαλή εργασία του προσωπικού για την αποφυγή κάθε ατυχήματος, αλλά αντίθετα ο πρώτος εναγόμενος, αν και κύριος του έργου, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του και πράγματι είχε τη διεύθυνση και επίβλεψή του του έργου και ήταν ο συντονιστής σε θέματα ασφάλειας και υγείας, και επομένως συνυπεύθυνος, με το δεύτερο εναγόμενο υπεργολάβο για τη μη λήψη των προαναφερθέντων μέτρων ασφάλειας, το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και συνεπώς ο 4ος λόγος αναίρεσης από το αρθ 559 αριθ 19 είναι αβάσιμος. 12.

Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από τον συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών (ΑΠ 435/2016, 883/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, κατ` επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 12 και 13 ΚΠολΔ, αληθώς όμως μόνο από τον αριθ 12 μέμφεται το Εφετείο, ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας την από 19.2.2008 έκθεση αυτοψίας των Τεχνικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας του ΚΕ.ΠΕ.Κ Μακεδονίας Θράκης Α.

Γ. και Π. Π., οι οποίοι επισκέφτηκαν την οικοδομή την 7.11.2007,δηλ 4 ημέρες μετά το ατύχημα. Ότι χωρίς να έχει προσβληθεί κατά το περιεχόμενό το ως άνω δημόσιο έγγραφο ως πλαστό, το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο αποδυνάμωσε την αποδεικτική του ισχύ ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό διαβεβαίωση ότι δηλαδή είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα ασφαλείας πριν το χρόνο του ατυχήματος και κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα.

Από την επισκόπηση της ως άνω τεχνικής έκθεσης προκύπτει ότι σ'αυτή περιγράφονται γεγονότα , ήτοι οι συνθήκες του ατυχήματος, που δεν έγιναν ενώπιον των συντακτών του εγγράφου και ως εκ τούτου το έγγραφο αυτό δεν έχει δεσμευτική δύναμη. Επομένως ορθώς συναξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να κριθεί ότι έχει δεσμευτική δύναμη.

Ως εκ τούτου ο 2ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

13. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστή. Εάν η προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία περιέχεται σε προτάσεις του διαδίκου τις οποίες αυτός είχε υποβάλλει ενώπιον άλλου δικαστηρίου, πρέπει οι προτάσεις αυτές να προσκομίζονται στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου προβάλλεται η ομολογία αυτή και συγχρόνως να γίνεται επίκληση των προτάσεων αυτών. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδείξεων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι ιδρύεται και όταν επί επικλήσεως εξώδικης ομολογίας, που περιέχεται σε έγγραφο, το δικαστήριο της ουσίας δεν λαμβάνει υπόψη το έγγραφο αυτό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν ο εργολάβος κατά την ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής αλλά μόνο ο κύριος της οικοδομής .

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ο συνεναγόμενός του, αλλοδαπός εργολάβος J.A.N.I. C.O.C.I., στη σελίδα 2 των κατατεθεισών πρωτοδίκως από 25.2.2015 εγγράφων προτάσεών του, στην εξιστόρηση των γεγονότων της ένδικης υπόθεσης επί λέξει αναφέρει "δυνάμει του από 24.8.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπεγράφη μεταξύ εμού ως εργολάβου και του Κ.

Τ.η ως ιδιοκτήτη της ανεγερθείσας διώροφης οικοδομής", γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ουδεμία ευθύνη τον βαρύνει, επειδή είχε μόνο την ιδιότητα του κυρίου του έργου, ενώ τους ίδιους ακριβώς χαρακτηρισμούς, επαναλαμβάνει πλείστες φορές σε όλο το κείμενο των εγγράφων προτάσεών του" και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του την ομολογία του συνεναγομένου του, γεγονός, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε μόνο την ιδιότητα του κυρίου του έργου και όχι του εργολάβου.

Ωστόσο, στις ενώπιον του Εφετείου από 19-05-2017 έγγραφες προτάσεις- αντέφεση του αναιρεσείοντος (βλ. σελ. 38-39 των έγγραφων προτάσεων) δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε αντίγραφο των προτάσεων του συνεναγομένου.

Συνεπώς ο λόγος αυτός, με τα παραπάνω δεδομένα και πέραν της αοριστίας του, αφού στην αίτηση δεν αναφέρονται τα σημεία των προτάσεων του συνεναγομένου του, στα οποία υπάρχει ομολογία αυτού, είναι απαράδεκτος. 14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση.

15. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν. 3226/2004 "Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 24) προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι σε εκείνους που το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετησίων ατομικών εισοδημάτων που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κλπ, συνίσταται στην απαλλαγή αυτών από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις.

Η ανωτέρω απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ, εκτός εάν η απόφαση με αίτηση του δικαιούχου την επεκτείνει ή την περιορίζει. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 - 3 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (13.12.2016), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ. 8 α` του Ν. 4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 β` του Ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το Ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

α` του αυτού νόμου 3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.

Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. πρωτοκ. 98535/18.12.2014 (ΦΕΚ Β 3578/31.12. 2014) Κοινή Απόφαση των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το άρθρο μόνο περ. Α της οποίας η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως η υπό κρίση υπόθεση, ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ ( ΑΠ 334/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 2236/2013).

Συνεπώς θα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του 1ου και 3ου από τους αναιρεσίβλητους, τα οποία θα οριστούν στο ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (646,78), που θα επιδικαστούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολούθως πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε αυτοτελώς και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 2008/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του 1ου και 3ου από τους αναιρεσίβλητους, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (646,78), που επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ