Legislator Case Law & Legislation
394/2016 AI generated

394/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 394/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 394 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

394/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 394 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 394 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 394/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Α. του Γ., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Σταματίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1870/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 6156/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. Α.Π.25/2003) Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π.2/1989, Α.Π. 1828/2013). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. Α.Π.16/2006, Α.Π. 1629/2013). Η επίκληση περιστατικών που συνιστούν άρνηση της αγωγής δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ., δεδομένου ότι η ένσταση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος (η άσκηση του οποίου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του) και όχι την ανυπαρξία του. Τέλος το κατά το άρθρο 656 Α.Κ. δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε (Α.Π. 363/2015). 2. Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 15-10-2012 έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι καταχρηστική, για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού του αυτού εξέθεσε κατά λέξη τα εξής: "Επειδή οι ένδικες αξιώσεις, για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, για μισθούς υπερημερίας και για αποδοχή των υπηρεσιών της αντίδικης ασκούνται τελείως καταχρηστικά [α] διότι η ίδια η αντίδικη ζήτησε και συμφώνησε, να λυθεί η εργασιακή της σχέση εικονικά για να λάβει την αποζημίωση από τον ΟΑΕΔ [β] διότι το γραφείο στην Αθήνα είχε ανάγκη των υπηρεσιών κάποιου υπαλλήλου και δεν είχε κανένα λόγο να απολύσει την αντίδικη και μάλιστα χωρίς αποζημίωση, πράγμα που θα είχε ολέθριες συνέπειες γι’ αυτό, όπως όλοι γνωρίζουμε [γ] διότι αμέσως μετά την αποχώρηση της αντίδικης προσλήφθηκε στο γραφείο άλλος υπάλληλος στην θέση της [δ] διότι η αντίδικη παραπλάνησε την αδελφή μου, να την απολύσει εικονικά, για να απασχοληθεί σε δική της δουλειά και να λάβει το επίδομα ανεργίας, ενώ η πραγματική της πρόθεση ήταν η χρηματοδότησή της με το επίδομα ανεργίας, τους μισθούς υπερημερίας και τη νόμιμη αποζημίωσή της [ε] διότι ενώ στην αρχή η αντίδικη διαβεβαίωνε την αδελφή μου, ότι θα ανοίξει επιχείρηση με τον σύζυγό της και γι’ αυτό αποχωρεί, τώρα προσποιείται το θύμα "εργοδοτικής αναλγησίας", παρόλο που πολύ καλά γνωρίζει, ότι "το θύμα είναι η αδελφή μου" [στ] διότι η αντίδικη εκμεταλλευθείσα την ευπιστία και καλοσύνη της αδελφής μου, η οποία δεν έλαβε κανένα μέτρο "προστασίας των συμφερόντων του γραφείου" λ.χ. απόδειξη είσπραξης της αποζημίωσης, της παρέστησε ψευδώς, ότι θέλει να παραιτηθεί-αποχωρήσει από την εργασία της κατά τα προλεχθέντα, με εικονική καταγγελία της σύμβασής της, ενώ μοναδικός δόλιος σκοπός της, ήταν να λάβει παράνομα, κακόπιστα και ανήθικα χρηματικά ποσά τα οποία δεν δικαιούνταν, αφού δεν επρόκειτο να απολυθεί πραγματικά [ζ] διότι η αντίδικη στηρίζει τις ένδικες αξιώσεις της σε προγενέστερη παράνομη δική της συμπεριφορά-εξαπάτηση της αδελφής μου να προβεί σε εικονική καταγγελία της σύμβασής της-πράγμα που καθιστά την ένδικη αγωγή της, όχι μόνον καταχρηστική, αλλά και νόμω και ουσία αβάσιμη, αφού η παρανομία κάποιας ενέργειας δεν στηρίζει νόμιμα κανένα δικαίωμα αποζημίωσης και [η] διότι η αντίδικη όλο αυτό το διάστημα, απασχολείται "χωρίς να φαίνεται" επωφελούμενη από τα επιδόματα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ και προσδοκώντας να λάβει και τους υπό κρίση μισθούς υπερημερίας και την αποζημίωση απόλυσης, καθόν χρόνο ο τουριστικός κλάδος, όπως είναι κοινώς γνωστό, είναι ο μόνος που παρά την κρίση παρουσιάζει σταθερότητα στην απασχόληση εργαζομένων. Επειδή ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί, ότι αντίδικη και ο σύζυγός της μέχρι τώρα δεν άνοιξαν επιχείρηση και πάλι πρέπει να κριθεί ότι η αντίδικη, η οποία, όπως προέκυψε από την κατάθεση της μάρτυρός μου στο ακροατήριο, είναι ηλικίας 30 ετών, πτυχιούχος του ΤΕΙ Τουριστικών Επιχειρήσεων με γνώσεις Αγγλικής Γλώσσας, απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα ή/και από οκνηρία να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας, όμοιας ή ανάλογης μ’ αυτήν που προσέφερε στο γραφείο και ανάλογης με τα προσόντα, τις γνώσεις, την ειδικότητα και την πείρα της, την οποία [εργασία] ασφαλώς και με ευχέρεια θα είχε βρει, αν ήθελε, στο διάστημα από τις 16.2.2010 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της και μέχρι σήμερα [15.10.2012, ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση αγωγής της, για να λάβει, χωρίς να εργάζεται, τους υπό κρίση μισθούς υπερημερίας και την αποζημίωση, με πρόθεση δηλαδή και έτσι στερείται τις αποδοχές που θα λάμβανε. Κατά συνέπεια οι ένδικες αξιώσεις της αντίδικης για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας την οποία αυτή προκάλεσε, για καταβολή των μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 16/2/2010 έως 16/12/2012 και για αποδοχή της εργασίας της υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστικές και συνακόλουθα είναι απορριπτέα η υπό κρίση αγωγή της". Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο ο αναιρεσείων επανέφερε ενώπιον του εφετείου με τις από 7-1-2014 έγγραφες προτάσεις του, ήταν απορριπτέος στο σύνολό του και ειδικότερα κατά μεν το πρώτο σκέλος του (με το οποίο ο αναιρεσείων αμφισβήτησε την καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, επικαλούμενος οικειοθελή αποχώρηση της αναιρεσίβλητης) ως μη νόμιμος διότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκε αυτός για τη θεμελίωσή του συνιστούσαν άρνηση της αγωγής, κατά δε το δεύτερο σκέλος του (με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη από κακοβουλία απέφυγε την εξεύρεση άλλης εργασίας) ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε και δεν προσδιόρισε: α) τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης από την οποία προκύπτει η οκνηρία και η κακοβουλία της, β) τη συγκεκριμένη εργασία την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει η αναιρεσίβλητη και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε, δηλαδή τις συγκεκριμένες αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε από την εργασία της αυτή.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό κατά το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμο, παραλείποντας να απαντήσει στο (αόριστο κατά τα προαναφερθέντα και συνακόλουθα χωρίς ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης) δεύτερο σκέλος του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν ούτε σ’ αυτήν της μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. Γι’ αυτό οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β και αριθ.1 εδ.α’ Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2015 αίτηση για αναίρεση της 6156/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ