394/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3816/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 23-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated394/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτή.
Full text
Απόφαση 394 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 394/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΙΛΚΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μωυσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Κουφογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3816/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-1-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 23-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Ως νόμιμη επαναφορά νοείται η σαφής και ορισμένη αναφορά με τις προτάσεις του εφετείου σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή σε συγκεκριμένα μέρη των (επαναφερομένων) προτάσεων του πρωτοδικείου, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα και το περιεχόμενο των επαναφερομένων ισχυρισμών, και όχι η απλή και γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις και η αυτούσια ενσωμάτων αυτών στις προτάσεις του Εφετείου.
Ενώ, τέλος, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος από την πιο πάνω διάταξη, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ ολομ. 12/91, ΑΠ 460/13, ΑΠ 374/12). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (κατ'ορθή εκτίμηση του λόγου), δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης (ως αντικειμένη στη διάταξη του άρθρου 5 § 1 του ΠΔ 229/1994) την οποία είχε προτείνει στην πρωτόδικη δίκη και επανέφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτή.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσεως εργασίας από άκυρη σύμβαση ο εργοδότης όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να καταβάλει την αποζημίωση που προβλέπει για την καταγγελία ο ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης εργασίας.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει - ως ενιαίο όλο - ,ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Συγκεκριμένα, καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου).
Αυτά ισχύουν, και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Επομένως, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη, πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.
Δεδικασμένο δε, παράγουν και οι εσφαλμένες τελεσίδικες αποφάσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ενστάσεις οι οποίες καλύπτονται και αν δεν προτάθηκαν είναι οι χαρακτηριζόμενες ως καταχρηστικές, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται σε γεγονότα τα οποία σύμφωνα με το νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο να δύναται να αποτελέσει τη βάση αγωγής, αλλά απλώς δικωλύουν τη γέννεση του δικαιώματος που ασκήθηκε στη δίκη, ή το καταργούν και επομένως χρησιμεύουν μόνο σε απόκρουση του, κστ% αντίθεση προς τις χαρακτηριζόμενες ως γνήσιες ενστάσεις, οι οποίες έχουν δική τους ύπαρξη, διότι στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο δύναται να ασκηθεί αυτοτελώς και ανεξαρτήτως της αχθείσης στη δίκη δικαιολογικής σχέσεως.
Η πρόταση δε των γεγονότων που απαρτίζουν τις καταχρηστικές ενστάσεις σε μεταγενέστερη δίκη, δεν είναι δυνατή, διότι η παραδοχή τους άγει σε αναίρεση των κριθέντων με την τελεσίδικη απόφαση, κατ' ανατροπή του δεδικασμένου που απορρέει από αυτήν. Μεταξύ δε των καταχρηστικών ενστάσεων συμπεριλαμβάνεται και η ένσταση περί αυτοδίκαιης ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, ως αντικειμένης σε απαγορευτική διάταξη νόμου (ΑΠ 331/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την έφεση, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, η εκτίμηση των οποίων ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 2), η αναιρεσίβλητη, με την από 30-10-2003 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών είχε ζητήσει την καταβολή διαφορών αποδοχών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που την συνέδεε με την αναιρεσείουσα (ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε.) και ότι η αγωγή αυτή έγινε μερικά δεκτή, χωρίς η αναιρεσείουσα - εναγόμενη να προτείνει την ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως, κατ'άρθρα 5 § 1 ΠΔ 229/1994 (δηλαδή, ότι η πρόσληψή της έπρεπε να γινόταν με τις διατυπώσεις διαγωνισμού κλπ), τόσο, στη δίκη που έγινε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την οριστική απόφαση 74/204, όσο και στην κατ'έφεση δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την τελεσίδικη απόφαση 998/2009.
Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση (998/2009) κρίθηκε ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 30-11-200 ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενώ, για το διάστημα από 1-12-200 έως 16-12-2002 ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερόμενα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η συνδέουσα την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα με την αναιρεσείουσα - εναγόμενη σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα στη νέα προκείμενη δίκη, η οποία έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, να γεννάται ως προδικαστικό ζήτημα η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, περί του οποίου όμως υφίσταται το πιο πάνω δεδικασμένο.
Με τις σκέψεις αυτές ορθά το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε ταυτότητα διαφοράς και άρα δεδικασμένο και δέχτηκε, μετά από μερική εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-11-2002 έως 16-9-2003.
Και τούτο γιατί η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ένσταση ακυρότητας της σύμβασης θεωρείται, κατά τα προαναφερόμενα ότι καλύφθηκε από το δεδικασμένο που δημιουργεί η πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 (κατ'ορθή εκτίμηση του λόγου). Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης (αριθ. κατ. 62/2014) κατά της απόφασης 3816/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ