394/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated394/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ως προς την αξία αυτού (πράγματος). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι η παραγραφή των αξιώσεων από αδικοπραξία είναι πενταετής και αρχίζει αφότου ο δικαιούχος έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η παραγραφή είναι εικοσαετής και αρχίζει από την τέλεση της πράξης που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει και αν δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 394 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 394/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Παλαιού Φαλήρου", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Φ. - Ο. (P. W.) Π. (P.) του Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην … και 2)Γ. (G.) Π. (P.) του Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στην .., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2679/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2956/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 14/10/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 6/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 14/10/2011 αίτησης του δήμου Παλαιού Φαλήρου Αττικής για αναίρεση της υπ'αρ. 2956/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1097, 1098 και 1099 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται ασκώντας σχετική αγωγή να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο τούτου την αναγνώριση της κυριότητος αυτού και την απόδοση του πράγματος, και μόνο αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση
ως προς την αξία αυτού (πράγματος). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι η παραγραφή των αξιώσεων από αδικοπραξία είναι πενταετής και αρχίζει αφότου ο δικαιούχος έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε όμως περίπτωση η παραγραφή είναι εικοσαετής και αρχίζει από την τέλεση της πράξης που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει και αν δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση.
Τέλος, κατά το άρθρο 91 του ν.δ.321 της 17/18-10-1969 "Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968, εφαρμόζεται αναλόγως και για τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφ'όσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος.
Αν όμως από την τέλεση της πράξης έχει παρέλθει εικοσαετία, η κατά τα άνω αξίωση για αποζημίωση έχει παραγραφεί. Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ προκύπτει ότι διακοπή της παραγραφής επάγεται και η αναγνώριση της αξίωσης με οποιοδήποτε τρόπο. Η όχληση του δανειστή προς τον οφειλέτη δεν συνιστά αναγνώριση του χρέους του τελευταίου προς τον πρώτον, αφού η τοιαύτη ενέργεια (όχληση) δεν προέρχεται από τον οφειλέτη με την οποία πρέπει να μαρτυρεί ότι γνωρίζοντας την αξίωση του τελευταίου την θεωρεί υφισταμένη, αλλά επιφέρει μόνο την υπερημερία του οφειλέτη.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 269 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, εκτός των άλλων, η υποβολή της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση σε διοικητική αρχή διακόπτει την παραγραφή, εφόσον η διοικητική αρχή είναι αρμόδια για την επίλυσή της. Αυτό συμβαίνει όταν η διοικητική αρχή είναι αρμόδια προς επίλυση ζητήματος αποτελούντος τη βάση ή την προϋπόθεση της διαφοράς ή είναι αρμοδία προς επίλυση ζητήματος για την έρευνα του οποίου είναι αναγκαίο να επιλυθεί παρεμπιπτόντως η διαφορά (ΟΛ ΑΠ 677/1977).
Εξ ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αποδειχθέντα, από το σύνολο των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του αριθμ. .../1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Σγουρού, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο … και με αύξ.
Αριθμό …, περιήλθε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του Φ. Π. ένας αγρός εκτάσεως 1.812,30 τ.μ., κείμενος στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας του Δήμου Παλαιού Φαλήρου τέως Δήμου Αθηναίων, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, ο οποίος εμφανίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 23.1.1957 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η.
Β., το οποίο προσαρτάται στο συμβόλαιο αυτό. Σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο και το εν λόγω σχεδιάγραμμα το ακίνητο αυτό συνορεύει Ανατολικά επί πλευράς Α-Β 53,60 μ. με ιδιοκτησία Τ., Δυτικά επί πλευράς Γ-Δ 38 μ. με ιδιοκτησία Ρ. Μ. και Ε-Ζ 22,20 μ., με ιδιοκτησίες Σ. Φ. και Χ. Π., Βόρεια επί πλευράς Α-Ζ 34,40 μ. με αγρό ιδιοκτησίας αγνώστου και Νότια επί πλευράς Β-Γ 31,90 μ.
και Δ-Ε 9.00 μ. με ιδιοκτησίες Ν. και Ρ. Μ., αντίστοιχα. Με το από 18.2.1969 Διάταγμα ο ως άνω αγρός υπήχθη στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, εντός του … Οικοδομικού Τετραγώνου (Ο.Τ.), ενώ με την αριθμ. …/4.7.1970 πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως, αναλογισμού αποζημιώσεως και ρυμοτομίας του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, η οποία κυρώθηκε με την αριθμ.
Πρωτ. Π.27045/15.2.1975 απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος …Αυξ.Αρ…) , ο Δήμος Παλαιού Φαλήρου υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τον ανωτέρω Φ. Π. για τμήμα της πιο πάνω ιδιοκτησίας του, που ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου και συγκεκριμένα για το εμφανιζόμενο περιμετρικά με τα στοιχεία 34-35-36-37-38-39-40-14-33-34 στο από 4.7.1970 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ε.
Θ., που συνοδεύει την ανωτέρω πράξη, τμήμα εμβαδού 612 τμ. Ακολούθως με το από 19.5.1976 πρακτικό εκτιμήσεως της Εφορίας Παλαιού Φαλήρου προσδιορίσθηκε η αξία του πιο πάνω ρυμοτομούμενου οικοπεδικού τμήματος στο ποσό των 2.500 δρχ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ κατόπιν αιτήσεως του ιδιοκτήτη του Φ. Π. εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, η υπ' αριθμ. 1087/1977 απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 25.11.1977 και καθόρισε προσωρινά την τιμή μονάδας αποζημιώσεως της άνω απαλλοτριωθείσας εκτάσεως στο ποσό των 2.800 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο.
Την καθορισθείσα ως άνω αποζημίωση ο εναγόμενος Δήμος δεν παρακατέθεσε υπέρ του δικαιούχου της και καθ' ου η απαλλοτρίωση Φ. Π. εντός της προθεσμίας των 18 μηνών από τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασης (25-11-1977) αλλά ούτε και μέχρι σήμερα έχει παρακαταθέσει ή καταβάλλει αυτήν, αφού δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, με συνέπεια την αυτοδίκαιη άρση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, της επιβληθείσας στο ως άνω ακίνητο του Φ.
Π. απαλλοτρίωσης, ζήτημα το οποίο παρεπιμπτόντως ερευνάται από το παρόν πολιτικό Δικαστήριο. Εν τούτοις το έτος 1978 τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, που ενεργούσαν στα πλαίσια της εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, προκειμένου να διανοίξουν τη Λεωφόρο Ελευθερίου Βενιζέλου παράνομα και αυθαίρετα κατέλαβαν το ανωτέρω ρυμοτομούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του Φ.
Π. και το μετέτρεψαν σε τμήμα της παραπάνω λεωφόρου, την οποία εντός του ίδιου έτους έθεσαν σε κυκλοφορία. Με τον τρόπο αυτό απέβαλαν τον ιδιοκτήτη του Φ. Π. από το ακίνητο του, αν και γνώριζαν ότι κατά το χρόνο της κατάληψης δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση αυτού με την καταβολή ή παρακατάθεση της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης.
Ο ανωτέρω Φ. Π. απεβίωσε στο Μαρούσι Αττικής στις 20.1.1991, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη νόμιμη σύζυγο του Ε. Π. και τα έξι τέκνα του ήτοι το Δ., Ε., Φ., Α., Α. και Α. Π. Εξ αυτών η Ε. χήρα Φ. Π. και ο Δ. Π. αποποιήθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Φ.
Π. με τις αριθμ. 666/3.5.1991 και 667/3.5.1991 σχετικές δηλώσεις τους, αντίστοιχα, ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι, στο κληρονομικό μερίδιο του τελευταίου υπεισήλθαν τα τέκνα του Φ., Ε. και Ν. Π. Εξάλλου στις 26.5.2006 απεβίωσε στο Λος Άντζελες ΗΠΑ, όπου είχε την τελευταία του κατοικία όσο ζούσε ο Α.
Π. του Φ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του, ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους Φ. -Ο. Π. και Γ. Π., καθόσον η μητέρα τους και σύζυγος του αποβιώσαντος Τ. Ά. είχε προαποβιώσει. Με τις πιο πάνω κληρονομικές διαδοχές περιήλθε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 3/36 εξ αδιαιρέτου σε καθένα η κληρονομιαία περιουσία του παππού τους Φ.
Π., στην οποία διαλαμβάνεται και το πιο πάνω καταληφθέν από τον εναγόμενο ήδη εκκαλούντα Δήμο Παλαιού Φαλήρου ακίνητο των 612 τμ, που είναι το επίδικο. Ακολούθως, οι ενάγοντες με την αριθμ. …/8.4.2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Χρόνη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου (τόμος … αυξ.
αρ …) αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του πατέρα τους και για λογαριασμό του τελευταίου την επαχθείσα σε εκείνον από τον πατέρα του παππού τους Φ. Π. κληρονομιά του προαναφερόμενου επίδικου ακινήτου κατά το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας του έκαστος (3/36 εξ αδιαιρέτου).
Συνεπώς οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας έκαστος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, που ανάγεται στο χρόνο θανάτου του πατέρα τους 26.5.2006, καθόσον ο απώτερος δικαιοπάροχος και παππούς τους Φ. Π. ουδέποτε εκδήλωσε τη βούληση του ρητά ή σιωπηρά να θέσει το ακίνητο του σε κοινή χρήση χωρίς να εισπράξει αντίστοιχη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας και ουδέποτε ανέχθηκε τη μερική στέρηση της ιδιοκτησίας του, υπό την έννοια ότι δεν επιθυμούσε να αποζημιωθεί για την κατάληψη αυτής.
Άλλωστε και η κατάληψη του επιδίκου εκ μέρους του Δήμου δεν έγινε με την πρόθεση να αποφύγει την υποχρέωση του αυτή, όπως προκύπτει από τις έγγραφες απαντήσεις του επί σχετικών αιτήσεων του Φ. Π. για την καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου η χρήση του επιδίκου που αποτελεί τμήμα της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου από τους δημότες του εναγόμενου Δήμου αλλά και κατοίκους άλλων περιοχών δεν συνιστά πράξη νομής υπέρ αυτού, καθόσον οι ανωτέρω δεν ασκούν τη νομή αυτή για λογαριασμό του.
Ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται ότι κατέστη κύριος του επιδίκου δι' εκτάκτου χρησικτησίας ως νεμόμενος τούτο συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών από το έτος 1969, οπότε εγκρίθηκε το σχέδιο πόλεως και σε κάθε περίπτωση από το έτος 1978 που υλοποιήθηκε με τη διάνοιξη της Λεωφόρου Ελ.
Βενιζέλου. Ο ισχυρισμός αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν επικαλείται συγκεκριμένες, πέραν της καταλήψεως, διακατοχικές πράξεις νομής επί του επιδίκου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ενόψει ότι τα περιστατικά που τον στηρίζουν είναι προγενέστερα εκείνων της αγωγής, συνιστά άρνηση στη σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αναγνωριστική της κυριότητας του επιδίκου αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας κτηθείσας με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) όπως αυτός υπολαμβάνει...
Περαιτέρω, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι αφότου ο εναγόμενος Δήμος κατέλαβε το επίδικο ακίνητο (1978) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που έγινε στις 14.4.2009, με την επίδοση του δικογράφου αυτής στον τελευταίο, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20 ετίας, του χρόνου δηλαδή της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.
Η παραγραφή, ωστόσο, αυτή διακόπηκε με την υποβολή από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ. Π. της από 6-12-1988 αιτήσεως προς τον εναγόμενο Δήμο Παλαιού Φαλήρου, στην οποία ο ανωτέρω Φ. Π. εξέθετε ότι με την 271/1970 πράξη του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών ρυμοτομήθηκε τμήμα 612 τμ από την ιδιοκτησία του, που κείται στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου επί της Λεωφόρου Ελ.
Βενιζέλου και ότι με την 1087/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του στο ποσό των 2.800 δρχ. ανά τετρ. Μέτρο. Επίσης ισχυρίστηκε ότι αν και η αποζημίωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ρυμοτομουμένου ακινήτου του, που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, ζήτησε από τον εναγόμενο Δήμο προς αποφυγή περαιτέρω δικαστικών αγωγών και διενέξεων να του καταβάλει την καθορισθείσα ως άνω αποζημίωση αποδεχόμενος συμβιβαστικά αυτήν.
Επί της αιτήσεως αυτής ο εναγόμενος Δήμος στη σχετική απάντηση του ανέφερε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού θα αποφασίσει για τον προτεινόμενο από τον ανωτέρω αιτούντα συμβιβασμό, εφόσον ο τελευταίος προσκομίσει απόφαση που θα τον αναγνωρίζει ως δικαιούχο. Με την υποβολή της αιτήσεως αυτής διακόπηκε η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, η οποία είχε αρχίσει από την κατάληψη του επιδίκου (1978), η δε αρξαμένη από τη διακοπή αυτή νέα 20 ετής κατά τον ΑΚ (άρθρο 270 παρ. 1) παραγραφή διακόπηκε και πάλι δια της υποβολής του ίδιου ως άνω Φ.
Π. προς την ίδια διοικητική Αρχή (Δήμο Παλαιού Φαλήρου) όμοιου περιεχομένου αιτήσεως, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6922/2-5-1989, επί της οποίας ο προς ον η αίτηση Δήμος κοινοποίησε στον αιτούντα την από 1.8.1989 όμοιου περιεχομένου απάντηση του. Έκτοτε μέχρι την έγερση, κατά τα προαναφερόμενα, της υπό κρίση αγωγής (14.4.2009) δεν συμπληρώθηκε η ως άνω 20 ετής παραγραφή.
Ενόψει των ανωτέρω η περί διακοπής της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής αντένσταση που πρότειναν οι ενάγοντες, η οποία είναι νόμιμη (άρθρο 269 παρ 1 και 270 παρ 1 ΑΚ,), αποδεικνύεται βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και συνεπώς η περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής ένσταση του εναγομένου και συνακόλουθα η ένσταση του περί απορρίψεως ως απαράδεκτης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της σωρευόμενης στο αγωγικό δικόγραφο αναγνωριστικής της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγής, λόγω της παραγραφής της αντίστοιχης διεκδικητικής αγωγής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε, ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί τα ίδια ως προς την ένσταση της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων και την αντένσταση διακοπής της εν λόγω παραγραφής λόγω της υποβολής της διαφοράς στην αρμόδια διοικητική αρχή πριν τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, στην απόρριψη κατ'ουσίαν της από 607-2010 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος δήμου κατά της υπ' αριθμ. 2676/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έσφαλε ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 269 παρ.1 του ΑΚ (διακοπή της παραγραφής λόγω της υποβολής της διαφοράς εκ μέρους των εναγόντων προς τον αντίδικό τους ως αρμόδια διοικητική αρχή για τη επίλυσή της).
Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπαγάγοντας στην έννοια της υποβολής της διαφοράς στην αρμόδια διοικητική αρχή και εντεύθεν της διακοπής παραγραφής τόσο της αξίωσης των εναγόντων να αναγνωριστούν συγκύριοι του αναφερομένου και περιγραφομένου στην από 10.4.2009 ένδικης αγωγής ακινήτου όσο και της αξίωσης των εναγόντων να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου δήμου να καταβάλει σ'αυτούς την αναφερομένη αποζημίωση λόγω αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ακινήτου τους (μετατροπής του ήδη σε τμήμα δημοτικής οδού) δεχόμενο ότι επήλθε διακοπή της προγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων με τις δύο από 6-12-1988 και 21-4-1989 αιτήσεις του απώτερου δικαιοπαρόχου-παππού των εναγόντων Φ.
Δ.Π. προς τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα δήμο. Με αυτές, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους, ο πρώτος όχλησε το δεύτερο (δήμο Π.Φαλήρου Αττικής) για την καταβολή της νόμιμα ορισθείσας αποζημίωσης. Οι εν λόγω όμως αιτήσεις- οχλήσεις δεν συνιστούν λόγο διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, καθόσον τα σ'αυτές διαλαμβανόμενα περιστατικά δεν εμπίπτουν στην έννοια "της υποβολής της διαφοράς στην αρμόδια διοικητική αρχή" κατ'άρθρο 269 αρ.1 ΑΚ, όπως προεκτέθηκε.
Περαιτέρω ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι η από 1-8-1989 απάντηση του δήμου Παλαιού Φαλήρου Αττικής στη δεύτερη των προαναφερομένων αιτήσεων του Φ. Π. επέφερε διακοπή της παραγραφής είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εγγράφου τούτου, ο εναγόμενος δήμος απαντώντας στην ως άνω αίτηση του Ι.Π., όχι μόνο δεν αναγνώρισε τις επίδικες αξιώσεις του τότε αιτούντος, αλλά του καθιστούσε σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιεραρχήσει τη σειρά καταβολής της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι η προσκόμιση δικαστικής απόφασης των δικαιούχων της αποζημίωσης, την οποία ουδέποτε οι ανωτέρω ή οι ενάγοντες ζήτησαν την έκδοση της, αλλά και ποτέ δεν επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τέτοια απόφαση οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστήρια της ουσίας.
Περαιτέρω το Εφετείο με βάση την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 269 παρ.1 ΑΚ κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, απορρίπτοντας ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση παραγραφής αμφοτέρων των ενδίκων αξιώσεων (αναγνώρισης της συγκυριότητας και αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης από τον εναγόμενο δήμο στους ενάγοντες, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί ως βάσιμη και να απορρίψει την υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή ως προς αμφότερα τα αιτήματά της, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης αμέσου εννόμου συμφέροντος (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο εναγόμενος δήμος κατέλαβε το επίδικο ακίνητο το έτος 1978 και μόνον την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, που έγινε στις 14.4.2009, με την επίδοση του δικογράφου αυτής στον τελευταίο (εναγόμενο δήμο) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και οι σχετικές αξιώσεις από οποιαδήποτε αιτία (κυριότητα, αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό) έχουν υποπέσει σε παραγραφή.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμ.1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης της αίτησης αυτής.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012, προκύπτει ότι αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αναγνωριστική αγωγή: α) της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου (κατ'επιτρεπτή μεταβολή του αρχικού αιτήματός της) και β) της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης από τον εναγόμενο δήμο στους ενάγοντες λόγω της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου ακινήτου, κρίθηκε ως απορριπτέα λόγω παραδοχής της ένστασης παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων-ήδη αναιρεσιβλήτων, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Επομένως δεν χρειάζεται η παραπομπή της στο Εφετείο για περαιτέρω έρευνα και πρέπει να προχωρήσει το δικαστήριο αυτό ('Αρειος Πάγος) γι'αυτό στην παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος δήμου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του Πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν ως προς αμφότερα τα αιτήματά της και την απόρριψή της στο σύνολό της από το δικαστήριο αυτό ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος δήμου, [(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων)], όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2956/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 2679/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την 10-4-2009 και με αριθμ. κατάθεσης 4119/2009 ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος δήμου όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ