Supreme Court dismisses appeal on admissibility and merit grounds regarding property rights and document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by multiple parties against a First Instance Court decision regarding property rights. The appellants argued that the appellate court distorted a prior judgment and misinterpreted witness testimonies concerning land ownership and waste disposal. The court ruled that the appeal was inadmissible due to lack of legal interest and the lower court's decision was based on multiple evidence sources, not just the disputed document.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if no legal interest exists due to lack of prejudice, and a claim of document distortion is unfounded when the court's decision relies on multiple evidence sources rather than the alleged document alone.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 394 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 394/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. συζ. Σ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 2. Β. χας Ε. Κ., το γένος Χ., 3. Κ. Κ. του Ε., 4. Γ. Κ. του Ε., και 5. Μ. , Ι. Χ., το γένος Ε. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Δόξα.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1979 αγωγή των Α. Κ. και Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/1980 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου λόγω αρμοδιότητας, 251/1980 μη οριστική, 132/1995 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και 55/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 182/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 148/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 16-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. - Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ` ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και του Ε.
Κ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του (στις 9-3-2001) οι λοιποί αναιρεσείοντες, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του περιγραφομένου ακινήτου, εμβαδού 490,44 τ.μ, το οποίο (δικαίωμα) απέκτησαν με παράγωγο (δωρεά αιτία θανάτου) και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, που κατά το 1977 το κατέλαβε και έκτοτε το κατέχει, να τους το αποδώσει.
Ειδικότερα, η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα, διότι έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η ένσταση κτήσης ιδίας κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, που πρότεινε παραδεκτά ο εναγόμενος, αφού αποδείχθηκε ότι τόσο αυτός, όσο και ο δικαιοπάροχος-πατέρας του Ν. Κ. ασκούσαν επί του επιδίκου τις αναφερόμενες (στην προσβαλλόμενη απόφαση), υλικές διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το 1938 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1979), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστη αίτηση και συγκεκριμένα, ενώ απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την δεύτερη (επικουρική) βάση της αγωγής, αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των αρχικών εναγόντων στο επίδικο ακίνητο δεν απεφάνθη για τη βασιμότητα ή μη της πρώτης βάσης της αγωγής, που αφορούσε τον παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των ιδίων (δωρεά αιτία θανάτου δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 3544/1942 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ν.
Επιδαύρου Ιωάννη Παυλόπουλου). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, αβάσιμος, ως αλυσιτελής, αφού, ενόψει της παραδοχής του πιο πάνω ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος (ισχυρισμός) συνιστά ένσταση κατά του παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας των αντιδίκων του στο εν λόγω ακίνητο, η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία ως προς τη σχετική αιτιολογία της (με την οποία έγινε δεκτή η πιο πάνω ένσταση κυριότητας) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης.
2.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Εξάλλου, η μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 1 του ν.δ. 105/69 ή 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο. Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.
Η ως άνω ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 8/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 18-11-2009 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο τελευταίος επικαλέστηκε ως μέσο απόδειξης της ένστασης ιδίας κυριότητας που πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, "τρεις δηλώσεις κατοίκων Επιδαύρου" και συγκεκριμένα την από 12-2-1978 υπεύθυνη δήλωση, σε έντυπο του άρθρου 1 του ν.δ. 105/69, του Σ.
Π., την από 12-2-1978 έγγραφη δήλωση του Γ. Ο. και την χωρίς ημερομηνία έγγραφη δήλωση του Ι. Β.. Τις εν λόγω δηλώσεις-μαρτυρίες το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις συνεκτίμησε με τις άλλες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματός του.
Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη τις πιο πάνω τρεις δηλώσεις, οι οποίες αποτελούν αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) από τους αναιρεσείοντες και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Πέραν τούτου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ως άνω δηλώσεις δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη. Επομένως, οι δηλώσεις αυτές, ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες), όχι δε και ανυπόστατα, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 στοιχ. β' και δ', 346, 453 παρ. 1 και 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του, αναφέρεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 11περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του, για τη συναγωγή του προεκτεθέντος αποδεικτικού πορίσματός του, αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ρ., την οποία όμως δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε και οι ίδιοι. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα λήφθηκε υπόψη από τον πραγματογνώμονα πολιτικό μηχανικό Π. Μ., που διορίστηκε με την 458/1987 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου) και διαλαμβάνεται στην από 14-2-1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού και, συνεπώς, δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκληση της κατάθεσης αυτής εκ μέρους των διαδίκων για να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο.
4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της βάσης της ένδικης αγωγής περί κτήσης της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά τους Κ.
Κ., που περιέχεται στα υπ' αριθ. 178/28-4-1987 και 326/30-16-1987 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα υπ' αριθ. 178, 326, 343/1987, 38, 178, 301/1988, 450, 631/1987, 422 και 444/1988 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, αναφορικά με το γεγονός της νομής του επιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματός του, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν στη νομή του αναιρεσιβλήτου και του ανωτέρω άμεσου δικαιοπαρόχου του επί τον απαιτούμενο χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία).
5.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος τους, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 343/28-7-1987, 38/22-1-1988, 178/18-3-1988 και 301/13-5-1988 αντίστοιχα, πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και ειδικότερα τις περιεχόμενες σ' αυτά καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Κ. και Μ. Ε.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος.
6.- Επειδή, ο ως άνω, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι "ακόμη με την 241/1978 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κρίθηκε σε προγενέστερη δίκη νομής μεταξύ των διαδίκων ότι η τότε αιτούσα Α.
Κ. Κ. δεν νεμόταν το επίδικο το οποίο χρησιμοποιούνταν για ρήψη μπαζών, που έριχναν γείτονες κατ' εντολή του εναγομένου", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης (241/1978) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) στην οποία αναφέρεται " ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι (η τότε αιτούσα Α.
Κ. Κ.) ενέμετο το επίδικο ακίνητο" και "ουδείς λόγος γίνεται για ρίψη μπαζών (αναφέρεται μόνο η ρίψη απορριμμάτων και των άχρηστων υλικών) και κυρίως ουδείς λόγος γίνεται ότι η ρίψη των απορριμμάτων και των άχρηστων υλικών γινόταν κατ' εντολή του εναγομένου". Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση, ότι το επίδικο ακίνητο δεν το νεμόταν η ανωτέρω Α.
Κ. Κ. (πρώτη αναιρεσείουσα) στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, την από 14-2-1990 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Π. Μ., που ορίστηκε με την 458/1987 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα απόφαση, χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του στην πιο πάνω απόφαση.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-9-2010 αίτηση των Α. συζύγου Σ. Κ. κλπ για αναίρεση της 148/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ