Legislator Case Law & Legislation
394/2011 AI generated

394/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 394/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 394 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2011

Legislator headnote

AI generated

394/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 394 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 394 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών-καθών η κλήση: 1. Κ. χας Ν. Κ., το γένος Ε. Π. και 2. Ν. Κ. του ..., κατοίκων …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Α. Τ. του Π. και 2. Α. συζ. Α. Τ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφροσύνη Τσαμολιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3449/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1552/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 23-2-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 689/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 19-3-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με αριθμό 6629/16-6-2009 και 6630/16-6-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά, στην οποία είναι προσαρτημένες α) οι από 16-6-2009 αποδείξεις παραλαβής αντιγράφου των εγγράφων που θυροκολλήθηκαν και β) οι από 16-6-2009 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., αντίγραφο της από 19-3-2009 κλήσης των αναιρεσιβλήτων για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νομίμως και εμπροθέσμως, από τους αναιρεσίβλητους, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στις αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985). Η έννοια του απαραδέκτου υπάρχει κυρίως στις διατάξεις εκείνες, στις οποίες καθιερώνεται οριστικός αποκλεισμός ορισμένης διαδικαστικής ενέργειας και στις οποίες επιπλέον η επανόρθωση του ελαττώματος της πράξεως δεν είναι δυνατή. Η δε καθιέρωση του απαραδέκτου γίνεται κατ' αρχήν ρητά όταν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη διαδικαστική ενέργεια με την έκφραση "απαράδεκτος", όπως στο άρθρο 220 ΚΠολΔ, στην πρώτη παράγραφο του οποίου ορίζεται ότι αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες. Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, στις επί ποινή απαραδέκτου εγγραφόμενες στα βιβλία διεκδικήσεων αγωγές, δεν περιλαμβάνεται και η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας συμβολαίου γονικής παροχής και σύστασης επικαρπίας ακινήτου ως εικονικού ή ως προϊόντος απάτης ή λόγω ενεργειών γενομένων κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, διότι έχει ενοχική και όχι εμπράγματη ενέργεια, η οποία επομένως, αγωγή δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων (ΑΠ 211/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίζονται, ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, με το αναφερόμενο πληρεξούσιο πώλησης ακινήτου, χορήγησε στον πρώτο από αυτούς την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει για λογαριασμό της σε οποιοδήποτε τρίτο, ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, το περιγραφόμενο ακίνητο, αυτός δε κατά την ημέρα της υπογραφής του ως άνω πληρεξουσίου κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη το τίμημα της πωλήσεως ποσού 8.250.000 δραχμών σε μετρητά. Ότι ο πρώτος ενάγων, ενεργώντας δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, πώλησε και μεταβίβασε το ακίνητο στον εαυτό του και στην δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του κατά ποσοστά 20% και 80% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, με το .../19-10-2000 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε στις 3-11-2000. Ότι πριν τη μεταγραφή του παραπάνω συμβολαίου, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες προέβησαν στην κατάρτιση του .../23-10-2000 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Λουποσπυριδάκου - Πανολαρίδου, το οποίο μετέγραψαν στις 25-10-2000, και με το οποίο η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου στη δεύτερη με παρακράτηση της επικαρπίας, στη συνέχεια δε η πρώτη εναγομένη με εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 27-12-2000, ανακάλεσε την ως άνω πληρεξουσιότητα και ότι οι συμβάσεις γονικής παροχής και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του ακινήτου έγιναν μόνο κατά το φαινόμενο και με σκοπό τη ματαίωση της κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου από τους ενάγοντες. Ζητούσαν δε κυρίως να αναγνωριστεί, ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις γονικής παροχής και σύστασης επικαρπίας, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες σε σχέση με το αναφερόμενο ακίνητο είναι άκυρες κυρίως ως εικονικές, επικουρικώς δε ως προϊόν της απάτης και επικουρικότερα εξαιτίας ενεργειών των εναγομένων γενομένων κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη και τη καλή πίστη και μετά ταύτα να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, άλλως για την περίπτωση που οι συμβάσεις αυτές θεωρηθούν ισχυρές, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να τους καταβάλουν εις ολόκληρον εξ αιτίας του αδικήματος της απάτης το ποσό των 11.000.000 δραχμών ως θετική και αποθετική ζημία τους. Από το εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής είναι σαφές ότι με αυτή εισάγεται και αίτημα περί ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων ως εικονικών ή ως προϊόν απάτης ή συνεπεία ενεργειών γενομένων κατά τρόπον αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της αγωγής αυτής ως προς τα ανωτέρω αιτήματα να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, μολονότι απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το σωρευόμενο αίτημά της περί αναγνωρίσεως των εναγόντων ως συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, λόγω μη εγγραφής της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, ακολούθως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της μη ως άνω εγγραφής της και ως προς το κύριο αίτημά της της περί αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβάσεων, που ενεργεί ενοχικώς, πρέπει, σύμφωνα με όσα ήδη ειπώθηκαν, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Αποδεικτική δύναμη των διάφορων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της πεποίθησης του δικαστή και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος. Έτσι, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει, ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει, όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμησή του, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "αγνόησε τη μη δυνατότητα απόδειξης της επίδικης σύμβασης αγοραπωλησίας με αντικείμενο αυτής ... δρχ. (8.250.000) κατ' άρθρο 393 § 1 του ΚΠολΔ με μάρτυρες", δηλαδή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και, ειδικότερα, καταθέσεις μαρτύρων για απόδειξη σύμβασης αξίας πάνω από το όριο του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα είναι και οι καταθέσεις μαρτύρων για απόδειξη συμβάσεως αξίας πάνω από το όριο του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ ή όταν ο ισχυρισμός έπρεπε να αποδειχθεί μόνο εγγράφως. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Πότε υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και απόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε: "Ο πρώτος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) περί τα μέσα Μαρτίου 2000 συμφώνησε με την πρώτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών) να αγοράσει από αυτή ένα ακίνητο, αντί ποσού 8.250.000 δρχ., ήτοι ειδικότερα το με στοιχεία Ι1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα με μικτή επιφάνεια 42 τ.μ. Στην, πιο πάνω πώληση, η πρώτη εναγομένη προέβη από ανάγκη ευρέσεως χρημάτων, καθόσον, εν τω μεταξύ, είχε έλθει σε συμφωνία με τον Γ. Σ., προκειμένου αυτός να κατασκευάσει εξοχική οικία, για λογαριασμό της στα .... Κατ' αυτό τον τρόπο, στις 22-3-2000, η ανωτέρω προέβη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Στεφανάκη, συγχρόνως στη σύναψη δύο συμβάσεων, δηλαδή: 1) Στην πώληση του επιδίκου προς τους ενάγοντες και 2) Στη κατάρτιση με τον ανωτέρω Γ. Σ., εγγράφου εργολαβικής συμβάσεως, για ανέγερση της ανωτέρω, στα ... ευρισκόμενης εξοχικής κατοικίας. Προς το σκοπό αυτό, συνετάγησαν, αφ' ενός, το .../22-3-2000 ανέκκλητο πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Στεφανάκη, με το οποίο εδίδετο η ανέκκλητος εντολή και πληρεξουσιότητα στον πρώτο ενάγοντα να μεταβιβάσει στον εαυτό του, ή σε τρίτους το ανωτέρω διαμέρισμα, αφ' ετέρου δε συνετάγη το, πιο πάνω εργολαβικό, με τον, προαναφερθέντα Γ. Σ.. Οι δύο, πιο πάνω, συμβάσεις, καταρτίστηκαν ταυτοχρόνως, από τους ανωτέρω συμβαλλομένους, μάλιστα δε η πρώτη εναγομένη, λαβούσα το ανωτέρω ποσό των 8.250.000 δρχ., ως τίμημα, κατέβαλε στον Γ. Σ., μάρτυρα των εναγόντων, ποσό 6.750.000 δρχ., έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος της ανωτέρω εργολαβίας. Με το ανωτέρω πληρεξούσιο, ο πρώτος των εναγόντων, ενεργώντας και ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, με το .../19-10-2000 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονοπούλου, πώλησε και μεταβίβασε το παραπάνω ακίνητο, κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου, στον εαυτό του και κατά 80% εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη ενάγουσα σύζυγό του. Το συμβόλαιο αυτό μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στις 3-11-2000. Πριν από τη μεταγραφή του, παραπάνω, συμβολαίου, η πρώτη εναγομένη, με το .../2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Λουποσπυριδάκου-Πανολαρίδου, το οποίο μεταγράφηκε, στις 25-10-2000, (δύο ημέρες μετά την κατάρτισή του), μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα της, με γονική παροχή, την ψιλή κυριότητα του ήδη πωληθέντος ακινήτου της, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία και με την .../29-11-2000 δήλωσή της, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Σαρρή, ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα, που είχε χορηγήσει στον πρώτο των εναγόντων, γνωστοποιώντας την ανάκληση στις 27-12-2000, με δήλωση εξώδικη, ενώ με άλλη εξώδικη δήλωση των εναγομένων, που επιδόθηκε στους ενάγοντες, στις 24-01-2001, οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν, ότι η ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου, είχε μεταβιβασθεί με γονική παροχή, από την πρώτη στη δεύτερη των εναγομένων. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται, ότι οι άνω συμβάσεις γονικής παροχής και μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του ακινήτου, που καταρτίσθηκαν με το, προαναφερόμενο συμβόλαιο, σε χρόνο μεταγενέστερο του ανωτέρω .../2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, είναι άκυρες, όχι ως εικονικές, αλλά ως προϊόντα παρανόμων πράξεων των εναγομένων-αναιρεσειουσών, γενομένων εναντίον των πρώτων και, ειδικότερα, εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, καθόσον, ειδικότερα, σκοπός της ανωτέρω ενεργείας της πρώτης των εναγομένων κυρίως, με τη, μεταγενέστερη της ανωτέρω αγοραπωλησίας, σύνταξη του ανωτέρω .../23-10-2000 συμβολαίου γονικής παροχής και επικαρπίας, το οποίο μετέγραψε μετ' ολίγες ημέρες (3-11-2000), ήταν να καταστεί αυτή επικαρπώτρια, η δε θυγατέρα της ψιλή κυρία του επίδικου ακινήτου αξίας 8.250.000 δραχμών, με αντίστοιχη βλάβη των συμφερόντων και της εν γένει περιουσίας των εναγόντων, τους οποίους, με τον ανωτέρω τρόπο, προσπάθησε να παρεμποδίσει από του να καταστούν συγκύριοι του άνω ακινήτου, του οποίου, σημειωτέον, είχε εισπράξει ολοσχερώς το τίμημα των ανωτέρω, 8.250.000 δρχ., γεγονός που γνώριζε η δεύτερη των εναγομένων, ως εκ της συγγενείας της και συγκατοικήσεώς της με την πρώτη (μητέρα της). Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη εξοφλήσεως του τιμήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον προκύπτει ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των εναγόντων και δη του πρώτου εξ αυτών. Τούτο προκύπτει, από τα αμέσως παρακάτω αποδεικτικά στοιχεία: α) Από τη σαφή και μετά λόγου γνώσης κατάθεση του μάρτυρος Γ. Σ., ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παρίστατο κατά τη σύνταξη του ανωτέρω πληρεξουσίου και ο οποίος με αντικειμενικότητα καταθέτει, ότι οι εναγόμενες (και δη η πρώτη), έλαβαν το ανωτέρω ποσό των δρχ. 8.250.000 και μάλιστα την ίδια στιγμή του κατέβαλε αυτή, έναντι του εργολαβικού, ποσό δρχ. 6.750.000. β) Από το συνολικό περιεχόμενο της νομίμως προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από τους ενάγοντες .../11-11-2000 ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Καλλιθέας-Αττικής Φωτεινής Ρήγα-Βολίκα, που εμπεριέχει κατάθεση της συμβολαιογράφου Αναστασίας Στεφανάκη, η οποία συνέταξε το επίδικο .../2000 ανέκκλητο πληρεξούσιο, και η οποία, μεταξύ άλλων καταθέτει ότι κατά τη σύνταξη του ανωτέρω πληρεξουσίου είδε τον Α. Τ., (πρώτο ενάγοντα) να βγάζει από μία νάϋλον σακκούλα τα χρήματα, που αφορούσαν την επίδικη αγοραπωλησία, παρουσία μάλιστα και του προρρηθέντος μάρτυρος Γ. Σ.. γ) Από το γεγονός, ότι η πρώτη εναγομένη δέχθηκε να δώσει ανέκκλητη εντολή πωλήσεως του ακινήτου της σε τρίτο άτομο, (πρώτο ενάγοντα), το οποίο δεν είχε σχέση με την εργολαβία του Σ., καθώς και από το παρόμοιο, ότι η πρώτη εναγομένη ανακάλεσε το πληρεξούσιο μετά την γενομένη πώληση προς τους ενάγοντες του επίδικου ακινήτου. δ) Από το γεγονός, ότι, κατά τη στιγμή της παραδόσεως του άνω χρηματικού ποσού των δρχ. 6.750.000 προς τον Γ. Σ., αυτή, (πρώτη εναγομένη), παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα, το μισθωτήριο συμβόλαιο του επίδικου ακινήτου, εκμισθωμένου στον Ι. Κ., και έτσι ο πρώτος ενάγων εισέπραξε, ενεργώντας ως αδιαφιλονίκητος κύριος και νομέας του επιδίκου τα μισθώματα των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2000 από το μισθωτή Ι. Κ., χωρίς καμιά διαμαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων". Έτσι, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, συνεκτίμησε δε για την απόδειξη της καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος των 8.250.000 δραχμών τις αμέσως παραπάνω κατάθεση και ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, μαζί με τα αναφερόμενα έγγραφα που έχουν αποδεικτική δύναμη και από τα οποία πηγάζει αρχή έγγραφης απόδειξης, ενώ δέχθηκε και λεπτομερώς εξέθεσε τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η πώληση του διαμερίσματος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, κατ' ορθή εκτίμηση, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό το πρόσχημα της λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση ιδρύει το λόγο αυτόν αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που μεταβάλλουν απαραδέκτως τη βάση της αγωγής (άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ). Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η τελευταία αυτή διάταξη που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων συμπορεύεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, γιατί αποτελούν μεταβολή της βάσεως της αγωγής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 528 και 535 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως από τον εναγόμενο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και ότι στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει πρωτοδίκως. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως. Σε περίπτωση δε που το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης, απορρίπτει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να τις εξετάσει, λόγω της επικουρικής, δηλαδή υπό την αίρεση της απόρριψης της πρώτης κυρίας βάσεως, σώρευσης αυτών, αφού δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (ΑΠ 1433/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα και δη την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, που είχαν δικαστεί στο πρωτόδικο δικαστήριο σαν να ήταν παρούσες, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την έρευνα και εκτίμηση της αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχθηκε, ότι στην ένδικη αυτή αγωγή εμπεριέχεται και επικουρικό αίτημα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων προς ακύρωση των επίμαχων συμβάσεων και συνεπεία των αναφερόμενων στην αγωγή ενεργειών των εναγομένων, γενομένων κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, δηλαδή την στις συναλλαγές απαιτούμενη χρηστή συμπεριφορά και εντιμότητα, την οποία παραβίασαν οι εναγόμενες-αναιρεσείουσες. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής που είχε δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο, δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμο το ως άνω επικουρικό αίτημα, το οποίο δεν είχε ερευνήσει το πρωτόδικο δικαστήριο. Εν όψει των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ α') με το να μη κηρύξει απαράδεκτο για την κατά τις αναιρεσείουσες μεταβολή στην κατ' έφεση δίκη της νομικής βάσης της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής από τις διατάξεις περί εικονικότητας των συμβάσεων, στις διαφορετικές διατάξεις περί αντίθεσης στα χρηστά ήθη και καλή πίστη και β') με το να λάβει παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2006 αίτηση των 1) Κ. χήρας Ν. Κ. και 2) Ν. Κ. για αναίρεση της 1552/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ