Supreme Court allows second appeal on same judgment regarding nullity, dismissing other grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to appeal the second instance judgment on grounds other than nullity, ruling them inadmissible. While the court rejected arguments regarding the free evaluation of evidence and the rejection of ownership defenses, it permitted a second appeal specifically concerning the nullity of the first instance decision. The decision rests on the interpretation that the prohibition against double appeals does not bar a new request for nullity filed after the initial appeal was deemed void.
Legislator headnote
AI generatedArt. 555 of the Code of Civil Procedure; Art. 552 of the Code of Civil Procedure; Art. 387 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure. The prohibition against a second appeal by the same party against the same judgment does not apply when the appellant repeats a request for nullity after believing the first appeal was void, whereas other grounds remain inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 394 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 394/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοντογεώργη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5 και 6. Ψ6, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Θάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του αρχικού διαδίκου ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 163ΤΠ/1996 μη οριστική, 19/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2004 μη οριστική, 148/2006 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της 148/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου και της 19/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 12-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Η απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αναίρεσης του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο, που θεσπίζεται από το άρθρο 555 του Κ.Πολ.Δ., δεν περιλαμβάνει και την περίπτωση εκείνη κατά την οποία ο αναιρεσείων, πριν από την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως νομίζοντας ότι αυτή έγινε ακύρως την επαναλαμβάνει. Κατά συνέπεια η υπό κρίση και από 11.9.2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 148/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, αποτελούσα επανάληψη της από 4.7.2006 αιτήσεως του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης προς αποτροπή ακυροτήτων, η οποία και μόνο προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν θεωρείται δεύτερη και ως εκ τούτου ασκήθηκε παραδεκτώς. Αντιθέτως η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, λόγω της κατ' ουσίας απορρίψεως της εφέσεως και επικυρώσεως της εκκαλουμένης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 552 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π 40/1996 - Ολ -).
II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, και σε κάθε περίπτωση παρέβλεψε, εντελώς το περιεχόμενο τόσο της αρχικής, όσο και της μεταγενέστερης (συμπληρωματικής) εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού ..., με εντελώς επιπόλαια και αόριστη αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν καθιερώνεται από το ως άνω άρθρο 387 του ΚΠολΔ δεσμευτική αποδεικτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, υπό την επίκληση δε της φερομένης ως υπαγομένης, στους αριθ. 11, και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ` εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
III). Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά (Α.Π. 90/2005).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, υποβαθμίζοντας τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, από τις οποίες είχε αποδειχθεί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η επί του επιδίκου ακινήτου διενέργεια πράξεων νομής και συνακόλουθα η κτήση της κυριότητας του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
IV). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αιτίαση για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο προφανώς, κατά τα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναφερόμενα, την σχετική ένσταση κυριότητας των αντιδίκων, η οποία, αν και δεν συνάγεται ρητώς από τις παραδοχές της αποφάσεως περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους με παράγωγο τρόπο, αφού "διέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές και ασαφείς και πάντα ανεπαρκείς για την απόδειξη του ισχυρισμούς της κυριότητας".
Όμως, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε, επικυρώνοντας την 19/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως απορριπτέα την αγωγή του αναιρεσείοντος, γιατί δεν αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαίωμα της κυριότητάς του στο επίδικο, και όχι κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων, με την οποία αυτό ουδόλως ασχολήθηκε, αφού κατά την προαναφερομένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κρίθηκε ότι παρέλκει η έρευνα της ενστάσεως αυτής μετά την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της αποδοχής εκ μέρους του Εφετείου της ενστάσεως της ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.9.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 148/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ