Legislator Case Law & Legislation
394/2007 AI generated

394/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 394/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3483/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3993/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

394/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
insufficiently substantiated grievance objection to debt enforcement landlord's rent increase institution called upon to act tenant eviction protection extortion of excessive official fees
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 394 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 394/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2. Χ2 συζ. Χ1 και 3.Χ3, κατοίκων όλων .... Αττικής. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΟΤΖΙΚ ΝΤΑΤΑ ΙΝΦΟΡΜΕΪΣΟΝ ΣΥΣΤΕΜΣ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ" ΑΕ και τον διακριτικό τίτλο "LOGICDIS S.A.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ζ1, ο οποίοι δεν παραστάθηκεν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3483/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3993/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 4 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 2148Β και 2149Β/15.2.2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμη και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Αυτοί όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντίφαση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολογία απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Εξάλλου, το χρηματικό ποσό που δίνεται από το μισθωτή στον εκμισθωτή κατά την έναρξη της μίσθωσης και αποκαλείται στις συναλλαγές "εγγύηση" διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 361 ΑΚ), είναι δε δυνατό να δοθεί για εξασφάλιση του μισθώματος ή ως αρραβώνας (επιβεβαιωτικός ή για κάλυψη ζημίας από μη εκπλήρωση της σύμβασης κ.λ.π.), είτε ως ποινική ρήτρα, είτε ως συμβατική εγγυοδοσία.

Συνήθως δίνεται ως εγγυοδοσία και αποτελεί ειδικότερα προκαταβολή (άρθρο 416 ΑΚ) του ίδιου του (ενδεχόμενου) οφειλέτη μισθωτή έναντι μελλοντικού χρέους του που θα παραμείνει τυχόν ανεξόφλητο, οπότε και θα καταλογιστεί σ΄ αυτό το ποσό της εγγυοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : "Με ταυτόχρονες συμβάσεις μισθώσεως, για τις οποίες καταρτίσθηκαν τα από 12.2.1998 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) εκμίσθωσαν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "DATA INFORMATlON SYSTEMS D.I.S. ΑΕ", της οποίας νόμιμη διάδοχος, ύστερα από συγχώνευση δι' απορροφήσεως, είναι η πρώτη εναγομένη εταιρία ( αναιρεσίβλητη), αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που καταλαμβάνουν η μεν πρώτη ολόκληρο τον πρώτο όροφο, η δε δεύτερη ολόκληρο το δεύτερο όροφο, της πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται στη ...

Αττικής και επί των οδών...αριθμ. ..., .... και ...κ αρ. ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν αυτές από τη μισθώτρια εταιρία, όπως και ο τρίτος όροφος της ίδιας οικοδομής, που οι ενάγοντες είχαν επίσης εκμισθώσει σε αυτή, για την εγκατάσταση και λειτουργία των γραφείων της επιχειρήσεώς της και των θυγατρικών εταιριών της.

Η διάρκεια των μισθώσεων συμφωνήθηκε για εννέα (9) έτη, ήτοι από 1.4.1998 έως 31.3.2007, ισχύουν όμως για δώδεκα (12) έτη, καταληφθείσες από τις διατάξεις του ν. 2741/1999, και το αρχικό μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε σε 1.147.300 δραχμές για την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου και σε 1.268.913 δραχμές για την οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου, πλέον ολοκλήρου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου από 3,6%.

Κατά την κατάρτιση των παραπάνω μισθωτικών συμβάσεων συμβλήθηκε και ο δεύτερος εναγόμενoς (αναιρεσίβλητος), ο οποίος εγγυήθηκε εγγράφως ως αυτoφειλέτης την από μέρους της πρώτης εναγομένης μισθώτριας ακριβή εκτέλεση των όρων των συμβάσεων αυτών και την εκπλήρωση όλων γενικά των οικονομικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές.

Με τον (7) όρο των πιο πάνω μισθωτηρίων ορίστηκε ότι : "Απαγορεύεται στη μισθώτρια να ενεργήσει οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση, επισκευή ή μεταρρύθμιση του μισθίου χωρίς την έγγραφη άδεια και συναίνεση των εκμισθωτών....... Στις παραπάνω απαγορεύσεις δεν συμπεριλαμβάνονται τα κινητά και σταθερά χωρίσματα που θα τοποθετήσει η μισθώτρια με δικές της δαπάνες και τα οποία δικαιούται να συναποκομίσει κατά την αποχώρησή της, καθώς επίσης δικαιούται να εγκαταστήσει και να συναποκομίσει ενδεικτικά και τα μηχανήματα ψύξεως και θερμάνσεως και ειδικές εγκαταστάσεις φωτισμού.

Πάντως οι εκμισθωτές δικαιούνται να αξιώσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με δαπάνες της μισθώτριας". Εξάλλου, με το (14) όρο των ως άνω μισθωτηρίων, ορίστηκε ότι: "Κατά τη λήξη της μισθώσεως, η μισθώτρια υποχρεούται χωρίς όχληση να αποδώσει το μίσθιο στους εκμισθωτές, στην αρίστη κατάσταση που το παρέλαβε, ευθυνόμενη αλλιώς σε αποζημίωση των εκμισθωτών συνεπεία της μη εγκαίρου παραδόσεως του μισθίου, ακόμη δε και αθροιστικώς στην καταβολή, λόγω συμπεφωνημένης ρήτρας, του διπλασίου του κατά το χρόνο της λήξεως ισχύοντος μηνιαίου μισθώματος για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου (αναλογικά), εξ οιουδήποτε λόγου και αν προήλθε η καθυστέρηση αυτή, και την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας", ενώ με τον (8) όρο των ιδίων ως άνω μισθωτηρίων, ορίστηκε ότι : "Η μισθώτρια υποχρεούται να κάνει καλή χρήση του μισθίου......

διαφορετικά θα ευθύνεται σε αποκατάσταση κατά τους κανόνες της τέχνης, αλλιώς σε πλήρη αποζημίωση των φθορών και βλαβών που θα προκληθούν στο μίσθιο. Ως βλάβες και φθορές νοούνται ενδεικτικώς η θραύση υαλοπινάκων του μισθίου και των κοινοχρήστων χώρων του κτιρίου, οποιαδήποτε βλάβη θυρών και παραθύρων.....

και λοιπών εγκαταστάσεων του μισθίου και των κοινοχρήστων χώρων των ορόφων, η ασυνήθης ρύπανση των τοίχων....... η θραύση των δαπέδων, κλπ". Η εναγομένη μισθώτρια στις 26.2.2003 κοινοποίησε στους ενάγοντες εκμισθωτές την από ....εξώδικη δήλωση της-καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε τις επίδικες πιο πάνω συμβάσεις μισθώσεως, καθώς και τη σύμβαση μισθώσεως του τρίτου ορόφου, κατ' άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, και κάλεσε τους ενάγοντες να προσέλθουν για να παραλάβουν τα μίσθια ακίνητα την 31.8.2003, που θα επέρχονταν τα αποτελέσματα, κατ' αυτή, της παραπάνω καταγγελίας (οι επίδικες μισθώσεις έληξαν, κατ' άρθρ. 43 πδ 34/1995, στις 27.8.2003, που συμπληρώθηκαν έξι (6) μήνες από την καταγγελία).

Από τις αρχές Αυγούστου 2003, η εναγομένη μισθώτρια εταιρία είχε ήδη εκκενώσει τους χώρους των μισθίων και είχε θέσει αυτούς στη διάθεση των εναγόντων εκμισθωτών. Στις 27.8.2003 ο πρώτος των εναγόντων, ενεργώντας και για λογαριασμό των υπολοίπων (συζύγου και κόρης του), προσήλθε στα μίσθια για να τα παραλάβει, μετά από καθορισμένο ραντεβού, τελικά όμως συμφώνησε να προσέλθει προς παραλαβή τους στις 29.8.2003.

Αλλά, την ημερομηνία αυτή, αντί να προσέλθει αυτός για να παραλάβει τα μίσθια, οι ενάγοντες εκμισθωτές κοινοποίησαν στην πρώτη εναγομένη (μισθώτρια εταιρία) την από 29.8.2003 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία αμφισβητούσαν το κύρος της γενόμενης πιο πάνω καταγγελίας των ένδικων μισθώσεων και δήλωναν ότι θα συμφωνήσουν σε παραλαβή των μισθίων χώρων του πρώτου και δευτέρου ορόφου, καθόσον για τον τρίτο όροφο ισχυρίζονταν ότι η σχετική σύμβαση δεν έχει λυθεί με την ως άνω καταγγελία.

Αμέσως μετά την κοινοποίηση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης των εναγόντων, η πρώτη εναγομένη κοινοποίησε σε αυτούς την με ίδια ημερομηνία (29.8.2003) εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία προσέφερε στους ενάγοντες εκμισθωτές τα κλειδιά των μισθίων, δηλώνοντάς τους συγχρόνως ότι αν αρνηθούν να τα παραλάβουν ή δεν βρεθούν από το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία τους, τα κλειδιά θα βρίσκονται στη διάθεσή τους στα γραφεία αυτής (μισθώτριας).

Οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν βρέθηκαν στην κατοικία τους κατά την κοινοποίηση της παραπάνω εξώδικης πρόσκλησης, δεν προσήλθαν στη συνέχεια στα γραφεία της εναγομένης μισθώτριας εταιρίας για να παραλάβουν τα κλειδιά των μισθίων ακινήτων και τελικά παρέλαβαν τη χρήση αυτών (μισθίων) και τα κλειδιά τους στις 17.9.2003, συνταγέντος και υπογραφέντος προς τούτο του υπό ιδίαν ημερομηνία πρωτοκόλλου παραλαβής των μισθίων χώρων.

Συνεπώς, οι ενάγοντες, με την άρνησή τους να παραλάβουν μετά τη λήξη των επίδικων συμβάσεων μισθώσεως τους αποδιδόμενους σε αυτούς από την εναγομένη μισθώτρια μισθίους χώρους, περιήλθαν σε υπερημερία δανειστών και επομένως δεν δικαιούνται αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 17.9.2003.

Το γεγονός ότι η μισθώτρια εταιρία δεν προσφέρθηκε να αποδώσει τη χρήση των επίδικων μισθίων στην κατάσταση στην οποία τα είχε παραλάβει, δηλαδή χωρίς βλάβες και χωρίς τα διαχωριστικά που αυτή (μισθώτρια) κατασκεύασε από γυψοσανίδες στα μίσθια, δεν αίρει την υπερημερία τους περί την παραλαβή των μισθίων, όπως αυτοί (ενάγοντες) αβασίμως ισχυρίζονται με το δεύτερο σχετικό λόγο της έφεσής τους.

Η εναγομένη μισθώτρια κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, τοποθέτησε, με δικές της δαπάνες, στους μίσθιους χώρους σταθερά χωρίσματα από γυψοσανίδες, επιφανείας 694 τετρ. μέτρων περίπου στον πρώτο όροφο και 726 τετρ. μέτρων περίπου στο δεύτερο όροφο, προκειμένου να διαμορφωθούν οι χώροι αυτοί σε γραφεία, όπως είχε προς τούτo δικαίωμα με βάση τον παραπάνω (7-β) όρο των μισθωτηρίων συμφωνητικών.

Τα χωρίσματα αυτά δεν συναποκόμισε, όπως εδικαιούτο, η εναγομένη μισθώτρια μετά τη λήξη των επίδικων μισθώσεων και την αποχώρησή της από τα μίσθια. Έτσι οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του παρασχεθέντος σε αυτούς με τον παραπάνω συμβατικό όρο δικαιώματος, ζήτησαν από την εναγομένη μισθώτρια εταιρία, με τις από...

και....εξώδικες προσκλήσεις τους που κοινοποίησαν σε αυτή στις 11.9.2003 και 10.10.2003 αντίστοιχα, να απομακρύνει τα παραπάνω χωρίσματα και να επαναφέρει τα μίσθια στην προηγούμενη κατάσταση με δικές της δαπάνες. Όμως, η εναγομένη μισθώτρια, ενώ είχε σχετική υποχρέωση, σύμφωνα με τον παραπάνω όρο, εφόσον της το ζήτησαν οι ενάγοντες, αθέτησε τη συμβατική αυτή υποχρέωσή της και δεν επανέφερε τα μίσθια στην προηγούμενη κατάσταση.

Για την αποξήλωση των χωρισμάτων αυτών, που είναι στηριγμένα στο δάπεδο, στους τοίχους και στις οροφές με σιδηρά ελάσματα, και για την απομάκρυνση των μπάζων, κλπ θα απαιτηθεί δαπάνη 3.200 ευρώ, ενώ επιπλέον θα απαιτηθεί δαπάνη 1.600 ευρώ, προκειμένου να επισκευασθούν τα δάπεδα, οι τοίχοι και οι οροφές με κλείσιμο και στοκάρισμα των οπών που δημιούργησαν τα ελάσματα στήριξης.

Επίσης θα απαιτηθεί δαπάνη 11.000 ευρώ για το σπατουλάρισμα και το βάψιμο των τοίχων και των ταβανιών των μισθίων χώρων, ήτοι συνολικά θα απαιτηθεί δαπάνη 15.800 ευρώ (3.200 + 1.600 + 11.000) για την επαναφορά των μισθίων στην προηγούμενη κατάσταση, στο ποσό δε αυτό συμπεριλαμβάνονται οι ασφαλιστικές εισφορές των εργατών που θα χρησιμοποιηθούν, ο Φ.Π.Α των σχετικών τιμολογίων αγοράς υλικών και παροχής υπηρεσιών που θα εκδοθούν, κλπ.

Η παραπάνω αξίωση των εναγόντων εκμισθωτών απορρέει, όπως προαναφέρθηκε, από την αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της ενάγουσας μισθώτριας να απομακρύνει τα παραπάνω διαχωριστικά χωρίσματα και να επαναφέρει τα μίσθια στην προηγούμενη κατάσταση με δικές της δαπάνες και, συνεπώς, δεν πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στα μίσθια.

Οι εναγόμενοι, χωρίς να αμφισβητούν ειδικά το ύψος της δαπάνης που απαιτείται για την επαναφορά των μισθίων στην προηγούμενη κατάσταση (αποξήλωση χωρισμάτων, κλπ), ισχυρίζονται με το μοναδικό λόγο της έφεσής τους, ότι οι ενάγοντες μέχρι τη λήξη των επίδικων μισθώσεων (31.8.2003) ουδέποτε εξέφρασαν γνώμη ή τους υπέδειξαν να αφαιρέσουν τα σταθερά τοποθετημένα διαχωρίσματα στα μίσθια.

Τέτοια επιθυμία δεν εξέφρασαν ούτε στις 27.8.2003 που προσήλθαν προς παραλαβή των μισθίων και μόνο, όλως αιφνιδίως, στις παραπάνω εξώδικες προσκλήσεις τους (10.9.2003 και 10.10.2003) ζήτησαν την αφαίρεση των διαχωρισμάτων από τα μίσθια, ώστε με τη μακρόχρονη αυτή θέση των εναγόντων καλόπιστα αυτοί (εναγόμενοι) σχηματίσανε τη γνώμη και την πεποίθηση ότι δεν επιθυμούσαν και δεν ήθελαν την αφαίρεση των διαχωρισμάτων.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, με τον οποίο πειρώνται να θεμελιώσουν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως προς το κεφάλαιο τούτο, ανεξαρτήτως του παραδεκτού ή όχι της προβολής του στο στάδιο τούτο της δίκης, απορριπτέος κρίνεται, προεχόντως ως μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα από τους εναγομένους πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, από μόνα τους, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων.

Τέλος, από τη διατύπωση του (14) ως άνω όρου των μισθώσεων, συνάγεται σαφώς, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι η με τον όρο αυτό ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε αποκλειστικά για την περίπτωση της μη έγκαιρης απόδοσης της χρήσης των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των μισθώσεων, η δε φράση "στην αρίστη κατάσταση που το παρέλαβε" υπονοεί την απόδοση των μισθίων ακινήτων από τη μισθώτρια χωρίς βλάβες και φθορές, οι οποίες μάλιστα αναφέρονται, ενδεικτικώς, ποιές είναι στον (8) όρο των μισθωτικών συμβάσεων και τέτοιες οπωσδήποτε δεν είναι οι κατασκευές των διαχωριστικών παραπάνω χωρισμάτων στα μίσθια.

Η συναποκόμιση των χωρισμάτων αυτών, σύμφωνα με το σχετικό παραπάνω όρο των μισθωτηρίων, κατά τη λήξη των μισθώσεων αποτελούσε δικαίωμα της εναγομένης, το οποίο μεταβαλλόταν σε υποχρέωση αυτής μόνο αν την απομάκρυνση των χωρισμάτων ζητούσαν οι ενάγοντες εκμισθωτές. Η εκπλήρωση δε ή όχι της υποχρέωσης αυτής της μισθώτριας εταιρίας δημιουργεί αξίωση των εναγόντων για αποζημίωση, κατά τα παραπάνω, και δεν ασκεί κάποια επιρροή ως προς την προσήκουσα ή όχι απόδοση των μισθίων στους ενάγοντες, κατά τη λήξη των μισθώσεων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται με την έφεσή τους οι τελευταίοι.

Σε κάθε περίπτωση δε οι ενάγοντες, δεν άσκησαν το δικαίωμά τους επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέχρι τη λήξη και κατά τη λήξη των επίδικων μισθώσεων.

Συνεπώς, το αιτούμενο με την αγωγή των εναγόντων κονδύλιο για ποινική ρήτρα, επειδή η εναγομένη μισθώτρια δεν συναπoκόμισε τα τοποθετημένα από αυτή πιο πάνω διαχωριστικά χωρίσματα και δεν επανέφερε τα μίσθια στην προηγούμενη κατάσταση, απορριπτέο ήταν, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εν όψει, όλων αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα αυτής περί επιδικάσεως στους ενάγοντες του ποσού των 121.486 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος, κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως στους ενάγοντες αποζημίωσης για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν έσφαλε και απορριπτέοι κρίνονται οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι και των δύο εφέσεων, ως αβάσιμοι".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά ιδίως με τους συμφωνημένους όρους 7, 8 και 14 των άνω μισθωτικών συμβάσεων, που αφορούν την ποινική ρήτρα και την κατάπτωσή της, τις βλάβες - φθορές των μισθίων και τα κινητά - σταθερά χωρίσματα που τοποθέτησε, όπως είχε δικαίωμα, η μισθώτρια με δικές της δαπάνες στα μίσθια, αλλά κατά την αποχώρησή της απ΄ αυτά δεν απομάκρυνε, αθετώντας συμβατική υποχρέωσή της.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και πρέπει ο πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 14 των δύο από .... συμφωνητικών μισθώσεων, με τον οποίο είχαν συμφωνήσει ότι "η μισθώτρια υποχρεούται, χωρίς όχληση, να αποδώσει τα μίσθια στους εκμισθωτές στην άριστη κατάσταση που τα παρέλαβε, ευθυνόμενη αλλιώς σε αποζημίωση των εκμισθωτών συνεπεία της μη εγκαίρου παραδόσεως του μισθίου, ακόμη δε και αθροιστικώς στην καταβολή, λόγω συμπεφωνημένης ποινικής ρήτρας, του διπλασίου του κατά το χρόνο της λήξεως ισχύοντος μηναίου μισθώματος για κάθε ημέρα καθυστερήσεως παραδόσεως του μισθίου (αναλογικά), εξ οιουδήποτε λόγου και αν προήλθε η καθυστέρηση αυτή, και την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας".

Συγκεκριμένα υποστηρίζουν, ότι το δικαστήριο της ουσίας διάβασε λανθασμένα το περιεχόμενο του όρου αυτού και ενώ δέχτηκε ότι πράγματι τα μίσθια δεν παραδόθηκαν στην κατάσταση που έπρεπε (μάλιστα επιδίκασε ποσό 15.800 ευρώ στους αναιρεσείοντες - εκμισθωτές, για απομάκρυνση μεγάλου αριθμού διαχωριστικών, γυψοσανίδων κ.λ.π.

που παρέμειναν στα μίσθια), εντούτοις απέρριψε το κονδύλι της ποινικής ρήτρας, με το σκεπτικό ότι η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε αποκλειστικά για την περίπτωση της μη έγκαιρης παράδοσης των μισθίων και όχι για την περίπτωση της μη απόδοσης των μισθίων κατά τη λήξη των μισθώσεων "στην άριστη κατάσταση που τα παρέλαβε".

Όμως από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα τον παραπάνω όρο των συμφωνητικών αυτών μισθώσεως, αλλά έχει προβεί στην εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και συνήγαγε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

IV. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ομολογία των αναιρεσιβλήτων στις πρωτόδικες προτάσεις τους, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της σχετικής έφεσής τους, κατά της πρωτόδικης 3483/2004 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι αναιρεσίβλητοι ομολόγησαν ότι "σε περίπτωση μη παράδοσης των μισθίων στην αρίστη κατάσταση που τα είχε παραλάβει η μισθώτρια θα κατέπιπτε η ποινική ρήτρα και τα μίσθια δεν παραδόθηκαν στην κατάσταση αυτή". Όμως από τις προσκομιζόμενες εδώ με επίκληση από 28.5.2004 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών και ιδίως από το περιεχόμενο της επικαλούμενης σελίδας 13 αυτών δεν προκύπτει τέτοια ομολογία.

Αντίθετα, με τις προτάσεις αυτές οι αναιρεσίβλητοι αρνήθηκαν στο σύνολό της την αγωγή και ξεχωριστά κάθε κονδύλι της και ζήτησαν να απορριφθεί ως αόριστη, μη νόμιμη και αβάσιμη. Ειδικά για την ποινική ρήτρα, υποστήριξαν ότι συμφωνήθηκε για μη έγκαιρη απόδοση της χρήσης των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των μισθώσεων.

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίασή του από το εδάφιο 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην παρούσα διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου (άρθρα 648 επ., 650 παρ. 1α και 654 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.12.2005 αίτηση των Χ1 κλπ, για αναίρεση της 3993/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ