Legislator Case Law & Legislation
393/2026 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision on construction contract payment terms and remands case.

Case Number 393/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court violated specific provisions of the 1985 Public Works Decree and failed to address their evidence on payment terms. The Court found the lower court had erred by ignoring the appellant's submissions and misapplying the relevant statutes, thus overturning the previous judgment and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 38, 52, 53, 54 of Decree 609/1985; Articles 73(4) and 75(3) of Law 3669/2008; Articles 7 and 11 of Law 1418/1984: An appellate court must address all substantive arguments and evidence presented by the parties; failure to do so constitutes a violation of procedural law requiring the annulment of the decision and remand for retrial.

Keywords

AI generated
construction contract payment public works decree appellate procedure error remand for retrial legal costs allocation evidence submission statutory violation

Cited Legislation

AI generated
Article 38 of Decree 609/1985
Article 52 of Decree 609/1985
Article 53 of Decree 609/1985
Article 54 of Decree 609/1985
Article 73(4) of Law 3669/2008
Article 75(3) of Law 3669/2008
Article 7 of Law 1418/1984
Article 11 of Law 1418/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 393 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 2/10/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." (πρώην "ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε."), που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε." (πρώην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3692/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως, εκδόθηκε η 6254/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6226/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2021 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. .../2025 Πράξη της Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 18/2025, ΑΠ 44/2025, ΑΠ 56/2025). Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 44/2025, ΑΠ 179/2025, ΑΠ 674/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό .../2025 πράξη της Προέδρου του παρόντος Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 28-12-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6226/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 2-10-2023.

Η αναιρεσείουσα κατά τη δικάσιμο αυτή είχε εκπροσωπηθεί νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ιωάννη Καραγκούνη (ΑΜ 21444), ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 του ΚΠολΔ) και είχε καταθέσει προτάσεις στις 5-10-2023. Η τρίτη αναιρεσίβλητη, κατά τη δικάσιμο εκείνη, είχε, επίσης, εκπροσωπηθεί νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Νικολάου Μπούζα (ΑΜ 24716) ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 του ΚΠολΔ) και είχε καταθέσει προτάσεις στις 5-10-2023, ενώ η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν είχαν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από την συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 2-10-2023, η έκδοση απόφασης δεν κατέστη δυνατή εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Βρυσηίδας Θωμάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου στη σημερινή δικάσιμο (6-10-2025), κατά την οποία η αναιρεσείουσα παρέστη νόμιμα με δήλωση του άρθρου 242 § 2 του ΚΠολΔ, την οποία κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ενώ από τους αναιρεσίβλητους εκπροσωπήθηκε νόμιμα μόνον η τρίτη αναιρεσίβλητη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ενώ οι λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρείες (πρώτη και δεύτερη) δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο.

Οι ίδιοι ως άνω διάδικοι περαιτέρω δεν κατέθεσαν δήλωση - σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ - ότι δεν θα παραστούν στην εκφώνηση της υπόθεσης. Όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τα από 23-5-2025 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας του Αρείου Πάγου, Π. Φ. , που υπάρχουν στη δικογραφία, οι απολειπόμενες πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν είχαν παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης στις 2-10-2023, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο.

Επομένως, αυτές θα θεωρηθούν παρούσες και το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των δύο (2) αναιρεσιβλήτων που προαναφέρθηκαν (άρθρα 568 § 4 και 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6226/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων (πρώτης και δεύτερης των εναγουσών - εφεσίβλητων), στη συνέχεια δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 7-3-2019 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και νυν αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 411/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 12-11-2017 αγωγή της τρίτης ενάγουσας και νυν τρίτης αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε α) ότι η υπ' αριθ. ...2007 πράξη της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που με αυτή περιεκόπη από το εργολαβικό αντάλλαγμα της τρίτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 460.578,41 ευρώ ήταν μη νόμιμη και β) την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 460.578,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/2003, ΑΠ 1168/2025, ΑΠ 1658/2024, ΑΠ 638/2024).

Περαιτέρω, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η δεχόμενη την αναρμοδιότητα αυτού και παραπέμπουσα την αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 § 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ), ενώ κατ' άρθρον 46 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, η απόφαση του παραπέμποντος δικαστηρίου, όταν καταστεί τελεσίδικη, είναι υποχρεωτική τόσο ως προς την αναρμοδιότητα του παραπέμψαντος, όσο και ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσκοπεί προεχόντως στην αποφυγή αρνητικής σύγκρουσης της αρμοδιότητας και έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι εάν η υπόθεση εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής, πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του παραπέμψαντος, δεν υφίσταται δέσμευση του δικαστηρίου προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, το οποίο μπορεί όχι μόνο να δικάσει την υπόθεση, αλλά και να την παραπέμψει στο δικαστήριο που του την παρέπεμψε, καθώς και να την παραπέμψει περαιτέρω σε τρίτο δικαστήριο, εάν όμως εισαχθεί μετά την τελεσιδικία της απόφασης, τότε το δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται δεσμεύεται ως προς την αρμοδιότητά του.

Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή επιληφθεί της εκδίκασης της υπόθεσης πριν καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του παραπέμψαντος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τότε μόνον, αυτεπαγγέλτως ερευνά την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και εάν κρίνει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του παραπέμψαντος δικαστηρίου (του οποίου η απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη) εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση κατ' άρθρον 535 § 2 του ΚΠολΔ, στο αρμόδιο Δικαστήριο, άλλως δεσμεύεται από την τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου που απεφάνθη για την αρμοδιότητα του δικάσαντος Δικαστηρίου και δεν ερευνά την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου (ΑΠ 1010/2024).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13 § 2 του Ν. 1418/1984, 1 του Ν. 2819/2000, των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 1 § 12 του Ν. 2819/2000 και 5 § 8 του Ν. 2229/1994 και του άρθρου 4 § 1 της υπ' αριθ. 192081/14-11-2000 (ΦΕΚΒ' 1409/2000) ΚΥΑ των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Πολιτισμού, εσφαλμένα δέχθηκε ότι α) το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την ένδικη αγωγή σε πρώτο βαθμό και β) το Εφετείο, υπό τριμελή σύνθεση, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει σε δεύτερο βαθμό, ενώ καθ' ύλην αρμόδιο για την υπόθεση ήταν το Εφετείο Αθηνών υπό πενταμελή σύνθεση, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης αρμοδίως. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Οι αναιρεσίβλητες (κοινοπραξία και κοινοπρακτούντα μέλη) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-11-2007 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι με την από 28-5-2001 εργολαβική σύμβαση, που υπογράφηκε μεταξύ της Κοινοπραξίας τους και της εναγομένης, μετά την απόφαση της τελευταίας, με την οποία εγκρίθηκε το αποτέλεσμα της από 9-4-2001 σχετικής δημοπρασίας, ανελήφθη από τους αναδόχους του έργου, η εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Ολυμπιακού Χωριού και μεταολυμπιακή προσαρμογή του" (τμήμα Β' της σύμβασης), ήτοι η κατασκευή 600 κατοικιών και έργων υποδομής.

Ότι το έργο κατασκευής του Ολυμπιακού Χωριού είχε χωριστεί σε τέσσερις εργολαβίες, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, η ενάγουσα Κοινοπραξία και τα μέλη της, ανέλαβαν την Εργολαβία Β', τμήμα β' του Ολυμπιακού Χωριού, που περιλάμβανε την πλήρη αποπεράτωση όλων των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών των κτιρίων, καθώς και των έργων υποδομής, σύμφωνα με τη μελέτη δημοπράτησης, καθώς επίσης και την μεταολυμπιακή προσαρμογή του, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, ώστε να παραδοθούν οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν, έτοιμες για χρήση, στους δικαιούχους του ΟΕΚ.

Ότι περιλαμβανόταν στη σύμβαση και η συμπλήρωση από τον ανάδοχο, των μελετών που υπήρχαν, μέχρι και της μελέτης εφαρμογής. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 5-9-2003 μέχρι 14-4-2006, οι ενάγουσες υπέβαλαν στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, 35 συνολικά επιμετρήσεις, που αφορούσαν πρόσθετες εργασίες, που περιλαμβάνονται σε πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ), κατόπιν εντολών, προφορικών και έγγραφων, της εναγομένης, τις οποίες (επιμετρήσεις) η υπηρεσία δεν έλεγξε, ούτε αποφάνθηκε περί της εγκρίσεώς τους ή όχι, εντός του νομίμου τριμήνου, από την υποβολή τους, με αποτέλεσμα αυτές να θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες, χωρίς να μπορεί, πλέον, η υπηρεσία, να προχωρήσει σε μονομερή μεταβολή του περιεχομένου τους, ενώ, εξάλλου, γι' αυτές είχαν συνταχθεί οι αναγκαίοι Ανακεφαλαιωτικοί Πίνακες Εργασιών (ΑΠΕ).

Ότι, η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, με το υπ' αριθ. πρωτ. ...2007 έγγραφό της προέβη σε μεταγενέστερη διόρθωση και επιστροφή των ανωτέρω επιμετρήσεων. Ότι η διόρθωση αυτή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, λόγω της παρέλευσης του άνω τριμήνου. Ότι, η υπηρεσία επέφερε διορθώσεις και περικοπές στην 2η Αναλυτική Επιμέτρηση, που συνόδευε το 12° Π.Π.Α.Ε. (Πρωτόκολλο Παραλαβής Αφανών Εργασιών), οι οποίες στερούνται νομιμότητας, καθώς είναι λανθασμένες, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, για κάθε διόρθωση και περικοπή, με αποτέλεσμα το εργολαβικό τους αντάλλαγμα να μειώνεται κατά 428.923,83 ευρώ, αφαιρουμένης εκπτώσεως ποσοστού 9%, πλέον ΓΕ+ΟΕ, ποσοστού 18%.

Με βάση τα ανωτέρω ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι η υπ' αρίθμ. ...2007 πράξη της Διευθύνουσας υπηρεσίας της εναγομένης, στερείτο νομιμότητας, κατά το μέρος που έβλαπτε τις ενάγουσες, να αναγνωριστεί ότι έχουν εγκριθεί αυτοδικαίως οι τμηματικές αναλυτικές επιμετρήσεις του έργου, που οι ίδιες υπέβαλαν στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης και αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να εγκρίνει τις αναλυτικές αυτές επιμετρήσεις, να υποχρεωθεί η εναγομένη να εγκρίνει την 2η Α.Ε. (Αναλυτική Επιμέτρηση), που συνόδευε το 12° Π.Π.Α.Ε. , όπως υποβλήθηκε από την ανάδοχο - κοινοπραξία, χωρίς τις διορθώσεις της υπηρεσίας της εναγομένης, ώστε να περιλαμβάνονται οι αναγραφόμενες στην αγωγή ποσότητες, να αναγνωρισθεί ότι η συνολική αμοιβή που δικαιούνται οι ενάγουσες για την εκτέλεση των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών ανερχόταν σε 428.923,83 ευρώ, αφαιρουμένης της έκπτωσης ποσοστού 9%, πλέον ΓΕ+ΟΕ, ποσοστού 18%, ήτοι συνολικά 460.578,41 ευρώ, πλέον νόμιμης αναθεώρησης, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει το παραπάνω ποσόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επ' αυτής της αγωγής εκδόθηκε η 4276/2011 οριστική απόφαση, με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως, οι αναιρεσίβλητες άσκησαν την από 27-3-2012 έφεσή τους και επ' αυτής εκδόθηκε η 6254/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή, εξαφανίσθηκε η 4276/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητες επανέφεραν προς συζήτηση την ως άνω αγωγή, η οποία εκδικάσθηκε στις 22-3-2018 και επ' αυτής εκδόθηκε η 411/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε ότι η υπ' αριθ. ...2007 πράξη της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που με αυτή περιεκόπη από το εργολαβικό αντάλλαγμα της τρίτης αναιρεσίβλητης το ποσό των 460.578,41 ευρώ ήταν μη νόμιμη και η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην τρίτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 460.578,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 7-3-2019 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (6226/2020), η οποία, κατά το ενδιαφέρον ζήτημα που τίθεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...με την υπό κρίση έφεση η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, υπ' αριθμ. 411/2019 του ΠΠΑ...

για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εξειδικεύεται στους εξής λόγους: Ότι, παρά το νόμω και εσφαλμένα κρίθηκε ότι ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, για την εκδίκαση της αγωγής, ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώ, αν ορθά είχε ερμηνευθεί και εφαρμοστεί ο νόμος, κατ' άρθ. 13 του Ν. 1418/1984, θα έπρεπε η υπόθεση να παραπεμφθεί προς εκδίκαση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών...όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης...επί της κρινόμενης από 12-11-2017 (αρ.

εκθ. καταθ. ...2017) αγωγής κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας εταιρίας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρχικώς εξεδόθη η υπ' αριθ. 4276/2011 οριστική απόφαση του ΠΠΑ, με την οποία το τελευταίο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 27-3-2012 (αρ. εκθ. καταθ. .../2012) έφεση από τις ενάγουσες - ήδη εφεσίβλητες, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6254/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία είναι ήδη αμετάκλητη, κατ' άρθ. 564 παρ. 3 ΚΠοΔ, ενώ, εξάλλου δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι εκκρεμεί αναίρεση κατ' αυτής, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η τότε εκκαλουμένη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, ενώπιον του αρμοδίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατόπιν, ενώπιον του ΠΠΑ προσδιορίστηκε εκ νέου, η συζήτηση της αγωγής, δυνάμει της από 18-3-2015, με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 κλήσης και συζητήσεως γενομένης, εξεδόθη επί της αγωγής, η υπ' αριθμ. 411/2019 εκκαλουμένη απόφαση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με την υπ' αριθ. 6254/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε τελεσιδίκως, με δύναμη δεδικασμένου, κατ' άρθ. 321, 322 ΚΠολΔ, το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας επί της κρινόμενης αγωγής, σε πρώτο βαθμό, το οποίο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης καθίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 6354/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσης περί αναρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, δεχόμενο ότι η απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (411/2019), δίκασε την υπόθεση μετά την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης (ΕφΑθ 6254/2014), και ως εκ τούτου αυτή ήταν υποχρεωτική, κατ' άρθρο 46 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο έγινε η παραπομπή και εκδικάσθηκε η υπόθεση (ΑΠ 1010/2024).

Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ουδόλως ερεύνησε ούτε όφειλε να ερευνήσει την αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 6254/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα η αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και συνακόλουθα υποχρεωτική η εκδίκαση της απόφασης από το ανωτέρω Δικαστήριο, κατ' άρθρο 46 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, και κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον η πιο πάνω τελεσίδικη παραπεμπτική απόφαση (ΕφΑθ 6254/2014), ήταν υποχρεωτική, ως προς το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 411/2019 απόφασή του, και συνακόλουθα ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, κατ' άρθρο 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 437/2000).

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, δεν δέχθηκε εσφαλμένα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ.Α. Με το άρθρο 1 του Ν. 2819/2000 συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακό Χωριό 2004 Α.Ε." (παρ. 1). Η εταιρεία αυτή δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου και συμπληρωματικά από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών (παρ. 2).

Σκοπός της εταιρίας ήταν η κατασκευή, η επίβλεψη, η οργάνωση, ο συντονισμός, η συντήρηση και η εν γένει αξιοποίηση του Ολυμπιακού Χωριού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2730/1999 (ΦΕΚΑ' 130), καθώς και τους όρους της σύμβασης, που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 2741/1999 (ΦΕΚΑ' 199) μεταξύ της "Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α.Ε." και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (παρ. 4)...Για την εκπόνηση των μελετών της Εταιρίας, την εκτέλεση των έργων και τις συναφείς προμήθειες και εργασίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, εφαρμόζεται η παράγραφος 8 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 (ΦΕΚ138Α').

Τους κανονισμούς που προβλέπονται από την παράγραφο 8 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 (ΦΕΚΑ' 138) εγκρίνουν οι Υπουργοί Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων (παρ. 12). Επίσης, η διάταξη του άρθρου 5 § 8 του Ν. 2229/1994, όπως αυτή εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνους σύναψης της επίδικης σύμβασης, πριν την κατάργησή της με το άρθρο 377 § 1 περ. 54 του Ν. 4412/2016, όριζε ότι: "Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιριών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών.

Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών".

Τέτοιος Κανονισμός, όσον αφορά στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΧΩΡΙΟ 2004 Α.Ε.", εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 19208/14.11.2000 απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολιτισμού (ΦΕΚΒ' 1409), και στο άρθρο 4.1. του Κανονισμού αυτού ορίζεται ότι "Τα έργα της εταιρείας ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται στις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκάστοτε ισχύουν (93/37/ΕΟΚ, 97/52/Ε.Ε.), όπως προσαρμόσθηκαν με το ΠΔ 23/93 και εκάστοτε ισχύουν και με τα προβλεπόμενα στον παρόντα Κανονισμό.

Συμπληρωματικά και εφόσον δεν εφαρμόζεται διαφορετικά στον παρόντα Κανονισμό, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1418/1984, του ΠΔ 609/1985, όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και ισχύουν όλες οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, όπως οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως...".

Β. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 38 (επιμετρήσεις) του ΠΔ 609/1985 της 24/31-12-1985 (ΦΕΚ Α' 223) και στη συνέχεια την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 52 του προϊσχύσαντος του Ν. 4412/2016, Ν. 3669/2008 (ΦΕΚΑ' 116/18-6-2008), όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 186 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚΑ' 82/10-4-2012), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 53 (προσωρινή παραλαβή του έργου) του ΠΔ 609/1985 και στη συνέχεια την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 73 του Ν. 3669/208, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 136 του Ν. 4070/2012, συνάγεται ότι, υπό το ως άνω νομικό καθεστώς, η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται, μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων του έργου, να τις τροποποιεί ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της (ΟλΑΠ 8/2014).

Εξάλλου με τις διατάξεις του άρθρου 73 του Ν. 3669/2008, υπό τον τίτλο "Προσωρινή παραλαβή του έργου", όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση των παραγράφων 2 και 4 αυτού με το άρθρο 136 του Ν. 4072/2012, ορίζονταν τα εξής: "1. Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά. Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά.

Οι εργασίες συμπληρωματικών συμβάσεων παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης 2. Η προσωρινή παραλαβή διενεργείται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο (2) μήνες από την πιο πάνω περάτωση.

Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης. Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο, η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε από την υπηρεσία.

Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα (30) ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της... 4. Η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατόν την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για τις εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεστεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων.

Η επιτροπή επίσης ελέγχει κατά το δυνατόν την ποιότητα των εργασιών και αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της, ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές, που πρέπει να αποκατασταθούν, ή παραδεκτές μεν αλλά με μείωση τις τιμής τους". Επίσης, κατά το άρθρο 75 του Ν. 3669/2008 και υπό τον τίτλο "Οριστική παραλαβή", όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση των παραγράφων 2 και 6 αυτού με τα άρθρα 136 και 137 του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση, λόγω του χρόνου σύνταξης του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής αυτού (11-5-2009), ορίζονταν τα εξής: "1.

Στην Οριστική παραλαβή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προσωρινή παραλαβή των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 73 του παρόντος...2. Αν η προσωρινή παραλαβή δεν έχει διενεργηθεί μέχρι την οριστική παραλαβή, διενεργείται ταυτόχρονα προσωρινή και οριστική παραλαβή. 3. Κατά την οριστική παραλαβή ελέγχεται και πάλι η καλή κατάσταση των εργασιών...7.

Αν η παραλαβή συντελεσθεί αυτοδίκαια και διαπιστωθούν εκ των υστέρων διαφορές στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέσθηκαν ο ανάδοχος έχει υποχρέωση να επιστρέψει το εργολαβικό αντάλλαγμα που τυχόν έχει καταβληθεί για τις εργασίες αυτές...". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το έργο που κατασκευάσθηκε παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά, η παραλαβή δε και στις δύο περιπτώσεις συντελείται με την έγκριση του σχετικού πρωτοκόλλου.

Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες που εκτελέσθηκαν ποσοτικά και ποιοτικά, ενώ και με την οριστική παραλαβή ελέγχεται και πάλι η καλή κατάσταση των ως άνω εργασιών (ΑΠ 488/2015). Επιπλέον, υπό το καθεστώς του ΠΔ 609/1985 και του Ν. 3669/2008, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4070/2012, ναι μεν η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων του έργου να τις τροποποιεί ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της, όμως το δικαίωμα αυτό σαφώς ανήκει στην επιτροπή που παραλαμβάνει προσωρινά ή οριστικά το έργο, αφού ως νόμιμο καθήκον των επιτροπών αυτών ορίζεται ο ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος του παραλαμβανόμενου έργου χωρίς κανέναν περιορισμό.

Στο πλαίσιο αυτό οι εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου, έστω και αν τυπικά δεν ακυρώνονται, ανατρέπονται πάντως κατ' αποτέλεσμα, αν διαπιστωθούν κατά την παραλαβή του έργου διαφορές στην ποιότητα ή στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν και μάλιστα ο φορέας του έργου δικαιούται, κατά τα άρθρα 7 §§ 3-6 και 11 § 3 του Ν. 1418/1984, να μην καταβάλει τα ποσά που οφείλονται στον ανάδοχο για εργασίες ελαττωματικές ή σε ποσότητες μικρότερες των όσων αναγράφονται στις επιμετρήσεις ή να τα αναζητήσει από τον ανάδοχο εάν τυχόν έχουν καταβληθεί.

Με διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν εξαιρεθούν από τον έλεγχο της επιτροπής παραλαβής του έργου οι εργασίες, που τμηματικά ή τελικά επιμετρήθηκαν, καθίσταται χωρίς ουσιαστική σημασία η διαδικασία της προσωρινής και βέβαια της οριστικής παραλαβής του έργου. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ήδη ρητά με το άρθρο 52 § 2 (επιμετρήσεις) του Ν. 3669/2008, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, ορίζεται ότι οι επιμετρήσεις του έργου, ναι μεν εάν δεν επιστραφούν στον ανάδοχο εγκεκριμένες ή διορθωμένες ή για συμπλήρωση μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία ή εάν μετά την επανυποβολή τους από τον ανάδοχο δεν ελεγχθούν, διορθωθούν, εγκριθούν και κοινοποιηθούν σ' αυτόν μέσα στην προβλεπόμενη μηνιαία προθεσμία θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες, μόνον όμως υπό την έννοια ότι επιτρέπεται αυτές να συμπεριληφθούν από τον ανάδοχο σε επόμενο λογαριασμό, γι' αυτό και υπόκεινται στον έλεγχο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας σε επόμενο λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια οι επιμετρήσεις, είτε ρητά εγκεκριμένες από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία είτε αυτοδικαίως (σιωπηρά, πλασματικά) εγκεκριμένες, μπορούν να ελεγχθούν εκ νέου από την επιτροπή προσωρινής ή οριστικής παραλαβής του έργου, οπότε, αν διαπιστωθεί ότι οι ποσότητες των εργασιών ήταν ελαττωματικές ή λιγότερες από τις αναφερόμενες έχει το δικαίωμα να περικόψει το εργολαβικό αντάλλαγμα ή στην περίπτωση ύπαρξης αχρεωστήτως καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, αυτό είναι επιστρεπτέο ύστερα από σύνταξη αρνητικού λογαριασμού.

Μάλιστα, ήδη στο άρθρο 73 § 4 (προσωρινή παραλαβή του έργου) του Ν. 3669/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 136 του Ν. 4070/2012, εμφαντικά τονίζεται ότι η επιτροπή παραλαβής καταγράφει στο πρωτόκολλο παραλαβής "τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, χωρίς να δεσμεύεται από το περιεχόμενο του τελικού επιμετρητικού πίνακα, στον οποίο μπορεί να επέμβει διορθωτικά" (ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 1791/2013).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4070/2012 στην οποία για το άρθρο 136 § 3 αναφέρεται ότι "με την παρ. 3 καθορίζεται κατά τρόπο ρητό το αυτονόητο δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής Παραλαβής του έργου να παραλαμβάνει τις ποσότητες των πράγματι εκτελεσμένων κατά την άποψή της εργασιών, ανεξάρτητα από τις σχετικές εγγραφές και καταχωρήσεις των επιμέρους επιμετρήσεων ή της τελικής επιμέτρησης του έργου και από το αν οι επιμετρήσεις αυτές εγκρίθηκαν πραγματικά ή πλασματικά".

Επομένως, με βάση τις ως άνω διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει και του σκοπού των θεσπιζόμενων με αυτές ρυθμίσεων, δεν καθιερώνεται για πρώτη φορά το προαναφερθέν δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής ή Οριστικής Παραλαβής του έργου, αλλά με βάση τα μέχρι τότε νομολογιακά δεδομένα διατυπώνεται και καθορίζεται κατά ρητό τρόπο η ήδη και υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς συναγομένη από το συνδυασμό των σχετικών διατάξεων δυνατότητα της Επιτροπής Προσωρινής ή Οριστικής Παραλαβής του έργου να τροποποιεί με μεταγενέστερες πράξεις της χωρίς κανένα περιορισμό τις ήδη εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου.

Το ως άνω δικαίωμα της Επιτροπής Προσωρινής ή Οριστικής Παραλαβής του έργου, εφόσον ουδεμία διάκριση γίνεται στο νόμο, ισχύει για τις πάσης φύσεως εργασίες αυτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αφανείς εργασίες, δηλαδή οι εργασίες των οποίων δεν είναι δυνατή η ποσοτική επαλήθευση στην τελική μορφή του έργου (όπως είναι και οι εργασίες που επικαλύπτονται από άλλες και δεν είναι τελικά εμφανείς).

Ως προς τις εν λόγω εργασίες, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 38 του ΠΔ 609/1985 και ακολούθως των παρ. 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 52 του Ν. 3669/2008 περί επιμετρήσεων και ειδικότερα, περί σύνταξης πρωτοκόλλων παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ) συνάγεται ότι δεν καθιερώνεται εξαίρεση και ιδιαίτερη ρύθμιση από το ως άνω προβλεπόμενο και καθιερούμενο δικαίωμα της προσωρινής ή οριστικής παραλαβής του έργου για τροποποίηση των εγκεκριμένων επιμετρήσεων (ΑΠ 227/2023, ΑΠ 1050/2020, ΑΠ 929/2019, ΑΠ 488/2015).

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 600/2018).

Επίσης, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 3/2025, ΑΠ 8/2025, ΑΠ 21/2025, ΑΠ 23/2025).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 21/2025.ΑΠ 23/2025, ΑΠ 694/2020).

Επίσης, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν έχει εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 21/2025, ΑΠ 38/2020).

Γ. Στην κρινομένη υπόθεση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα, επί λέξει, και τα εξής :

"...Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με την από 13.02.2001 διακήρυξη της εναγόμενης - εκκαλούσας, προκηρύχθηκε διεθνής μειοδοτικός διαγωνισμός, για την κατασκευή του ολυμπιακού χωριού, το οποίο είχε χωρισθεί σε τέσσερις εργολαβίες. Η δεύτερη εκ των ως άνω εργολαβιών περιελάμβανε τμήμα του ολυμπιακού χωριού, το οποίο θα εκτείνετο σε έντεκα οικοδομικά τετράγωνα, όπου θα ανεγείρονταν εξακόσιες (600) κατοικίες και θα κατασκευάζονταν ορισμένα έργα υποδομής.

Ο προϋπολογισμός του έργου είχε προσδιορισθεί στο ποσό των 19.714.808.300 δραχμών, στο οποίο προστέθηκε υπολογισθέν ποσοστό 18%, ήτοι το ποσό 3.548.665.494 δραχμών, για γενικά έξοδα και έξοδα εργολάβου, καθώς και το ποσό των 2.086.526.206 δραχμών, για απρόβλεπτα έξοδα, συνολικά, δηλαδή, ο προϋπολογισμός του έργου είχε προσδιορισθεί στο ποσό των 25.300.000.000 δραχμών.

Κατά τη διενεργηθείσα, στις 09.04.2001, δημοπρασία, προσωρινή ανάδοχος ανεδείχθη η "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε. - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ Α.Ε.", η δε εισήγηση της σχετικής επιτροπής ενεκρίθη κατά την από 2-5-2001 συνεδρίαση, υπ' αριθμ. ...2001 , του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης - εκκαλούσας, η οποία ανακήρυξε οριστική ανάδοχο την ανωτέρω κοινοπραξία, με γενικό ποσοστό μέσης έκπτωσης 9%.

Τελικώς, την 28.05.2001, μεταξύ των εκπροσώπων της ως άνω κοινοπραξίας, αφενός, και της εναγόμενης - εκκαλούσας, αφετέρου, υπεγράφη η σχετική σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανελάμβανε τη συμβατική υποχρέωση της πλήρους αποπεράτωσης των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών (υδραυλικών, ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, συστήματος θέρμανσης κλπ) των κτιρίων και των έργων υποδομής (οδοποιίας, πεζοδρόμων, έργων ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροφωτισμού και περιβάλλοντος χώρου), καθώς και της μεταολυμπιακής προσαρμογής του έργου.

Η ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε ότι διέπετο από τον Κανονισμό, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 192081/14.11.2000 απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολιτισμού, καθώς και από τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ 609/1985, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Η παραπάνω εργολαβία αποτελείτο από τέσσερις φάσεις. Η πρώτη φάση περιελάμβανε την κατασκευή του τμήματος του οικιστικού μέρους του ολυμπιακού χωριού, από την κοινοπραξία και ως προθεσμία ολοκλήρωσης αυτού ορίσθηκε η 30η.11.2003, οπότε και η εναγομένη - εκκαλούσα θα παραλάμβανε το έργο διοικητικά, η δεύτερη φάση περιελάμβανε όλη τη διάρκεια, κατά την οποία η εναγομένη - εκκαλούσα θα χρησιμοποιούσε το έργο, για ολυμπιακή και παραολυμπιακή χρήση και η κοινοπραξία θα είχε την υποχρέωση συντήρησης αυτού, η τρίτη φάση, αρχόμενη μετά το πέρας των ολυμπιακών και παραολυμπιακών αγώνων, περιελάμβανε την επαναπαράδοση του έργου στην κοινοπραξία, οπότε αυτή όφειλε να προβεί στην αποκατάσταση των ζημιών ή βλαβών, από την προηγηθείσα χρήση καθώς και στην μετασκευή του έργου για μεταολυμπιακή χρήση, με προθεσμία ολοκλήρωσης των εργασιών την 30η.09.2005 και τέλος, η τέταρτη φάση που περιελάμβανε την υποχρέωση της κοινοπραξίας, για συντήρηση του έργου, από το χρόνο υπογραφής του πρακτικού αποπεράτωσης της τρίτης φάσης και για διάστημα έξι (6) μηνών...Κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2002, κατά την εκτέλεση της πρώτης φάσης του έργου, προέκυψε ανάγκη εκτέλεσης εργασιών, οι οποίες κρίθηκαν αναγκαίες, κατά την έννοια της διάταξης άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1418/84 και ειδικότερα προέκυψε ανάγκη τροποποιήσεων σε λουτρά των άνω οικιών, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν από άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ)...Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του ΠΔ 609/1985, που ορίζει ότι η, αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή, "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν οι εργασίες που περιλήφθηκαν σε τμηματικές επιμετρήσεις, οι οποίες, είτε εγκρίθηκαν ρητώς, είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες, λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου, από την υποβολή τους προς έγκριση, στην Διευθύνουσα Υπηρεσία...

Μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση της επιμέτρησης, η Διευθύνουσα Υπηρεσία (της εκκαλούσας - εναγομένης), όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, είναι κατά χρόνο αναρμόδια να τη διορθώσει, επειδή μετέβαλε άποψη, ως προς τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν, αφού στην περίπτωση αυτή, λόγω της πιο πάνω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, η οποία δεν προβλέπει δυνατότητα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να επανέλθει και διορθώσει την επιμέτρηση, ανακαλώντας, με τον τρόπο αυτό, την προηγούμενη, ρητή ή σιωπηρή, έγκριση της, δεν έχουν εφαρμογή, ούτε οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, για την ανάκληση, από τη διοίκηση, πράξεών της, για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητά τους, οι οποίες, άλλωστε, προϋποθέτουν σχέση διοίκησης και διοικουμένου, η οποία δεν υφίσταται επί συμβάσεως εκτελέσεως έργου και πολύ περισσότερο επί συμβάσεως έργου στην οποία και οι δύο συμβαλλόμενοι, όπως εν προκειμένω, κατά τα άνω, είναι ν.π.ι.δ. , ούτε, επίσης, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την ακύρωση δήλωσης, λόγω ουσιώδους πλάνης, του Αστικού Κώδικα.

Υπό την αντίθετη εκδοχή η Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγομένης - εκκαλούσας θα μπορούσε και μετά το πέρας του κατασκευαστικού σταδίου, κατά το οποίο και μόνο, εκτείνεται η αρμοδιότητά της, να επανέρχεται οποτεδήποτε και με μεταγενέστερο έλεγχο, να ανακαλεί, κάθε φορά, την προηγούμενη αυτοδίκαιη έγκριση των επιμετρήσεων, πράγμα που δεν θέλησε ο νομοθέτης και δεν συμβάλλει στον επιδιωκόμενο, με την παραπάνω διάταξη, σκοπό.

Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 53 του ΠΔ 609/1985, σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή Προσωρινής Παραλαβής του έργου ελέγχει, κατά το δυνατό, την επιμέτρηση με καταμετρήσεις και καταγράφει στο πρωτόκολλο παραλαβής τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, διότι, πρωτίστως, η εν λόγω διάταξη προσδιορίζει τις αρμοδιότητες της επιτροπής προσωρινής παραλαβής του έργου, κατά το μεταγενέστερο, της υποβολής της επιμέτρησης, αυτοτελές και διακριτό στάδιο της παραλαβής του έργου και δεν παρέχει καμία αρμοδιότητα κατά το στάδιο αυτό, στη Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγόμενης - εκκαλούσας, να μεταβάλει στοιχεία της επιμέτρησης, που είχε εγκριθεί αυτοδικαίως.

Αντίθετα, η εν λόγω ερμηνεία ενισχύεται από το γεγονός ότι ήδη ο νομοθέτης, με το Ν. 4070/2012, αφού υιοθέτησε την πάγια νομολογία, ότι η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας προς έλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων και των λογαριασμών, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκρισή τους, θέλοντας να περιορίσει τις συνέπειες της αυτοδίκαιης έγκρισης, παρέσχε ρητά στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του εργοδότη, σε περιπτώσεις δημοσίων έργων, τη δυνατότητα να επανέλθει εντός ευλόγου χρόνου και επί μεν, των επιμετρήσεων, να ελέγξει αυτές σε επόμενο λογαριασμό, τους δε λογαριασμούς, εντός τριών μηνών από την υποβολή ή επανυποβολή τους (άρθρα 186 παρ. 3 και 134 παρ. 3 του Ν. 4070/2012).

Τέτοια, όμως, δυνατότητα δεν παρέχεται υπό το νομικό καθεστώς του ΠΔ 609/1985, το οποίο διέπει την ένδικη σύμβαση (βλ. ΟλΑΠ 8/2014), καθόσον ο Ν. 4070/2012 δεν εφαρμόζεται αναδρομικά σε συμβάσεις, τα έργα των οποίων έχουν ήδη παραληφθεί, κατά το χρόνο εισαγωγής του, ο δε χρόνος συζήτησης της αγωγής (στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την 22-3-2018), κατά τον οποίο είχε τεθεί σε εφαρμογή ο Ν. 4070/2012, δεν ασκεί επιρροή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όταν τον Ιούνιο του έτους 2002, κατά τα άνω, κατά την πρώτη φάση εκτέλεσης του έργου προέκυψε ανάγκη εκτέλεσης εργασιών στα λουτρά και στις οικίες του Ολυμπιακού Χωριού, ώστε αυτά να χρησιμοποιηθούν από άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ), αυτές οι εργασίες ήταν νέες, έκτακτες, μη προβλεφθείσες στην αρχικώς καταρτισθείσα σύμβαση, αναγκαίες και επείγουσες.

Η εναγόμενη - εκκαλούσα, έδωσε για την εκτέλεσή τους, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, έγγραφη εντολή (εκτέλεσής τους), με την με αρ. πρωτ. ...2002 επιστολή της, η οποία παρελήφθη από την ενάγουσα - εφεσίβλητη την 28-6-2002...Κατόπιν της ως άνω έγγραφης ανάθεσης εντολής εκτέλεσης των νέων, έκτακτων, μη προβλεφθεισών στην αρχικώς καταρτισθείσα σύμβαση, αναγκαίων και επειγουσών εργασιών, η ενάγουσα - εφεσίβλητη, ως ανάδοχος του έργου είχε την υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 7 παρ. 1 του Ν. 1418/1984, να εκτελέσει και εκτέλεσε τις εργασίες αυτές, απέστειλε δε στην εναγομένη - εκκαλούσα, το από 20.10.2004 και αρ.

πρωτ. ... έγγραφό της, υποβάλλοντας τη 2η Αναλυτική Επιμέτρηση (ΑΕ), που συνόδευε το 12ο Πρωτόκολλο Παραλαβής Αφανών Εργασιών (ΠΠΑΕ), η οποία περιείχε τις εξής εργασίες: ΑμεΑ: 1) καθαίρεση κάσας για τη δημιουργία μεγαλύτερου ανοίγματος, μετατροπή και επανατοποθέτηση οιασδήποτε κάσας σε οιαδήποτε τοιχοποιία τεμάχια 291, β) αναστροφή ανοίγματος θύρας (από έξω προς τα μέσα σε μέσα προς τα έξω) τεμάχια 291, γ) μετατροπή θύρας από ανοιγόμενη σε εξωτερικώς συρόμενη τεμάχια 174, δ) εργασίες μόρφωσης λαμπάδων για συρόμενη θύρα τεμάχια 174, ε) εξαρτήματα στηριγμάτων ΑΜΕΑ μετά των αναγκαίων υποδομών (πλήρες σύνολο) 291 τεμάχια και στ) διαμόρφωση νέου χωρίσματος πλαϊνού ντουλάπας και λοιπών αναγκαίων διαμορφώσεων 172 τεμάχια.

Η παραπάνω αναλυτική επιμέτρηση παρελήφθη από την εναγομένη - εκκαλούσα την 20.10.2004, με αρ. πρωτ. 15433. Από την υποβολή και την παραλαβή της παραπάνω 2ης ΑΕ, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών, δίχως η εναγομένη - εκκαλούσα, να την εγκρίνει ή ν' αρνηθεί την έγκρισή της ή προβεί σε διόρθωση αυτής και επομένως αυτή, ανεξαρτήτως των όποιων πλημμελειών της, θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη και δεν τυγχάνει εφαρμογής, εν προκειμένω, ο Ν. 4070/2012, ο οποίος ετέθη σε ισχύ κατόπιν της παραλαβής του έργου, επομένως, εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθ. 38 του ΠΔ 609/1985, συνεπώς, ο σχετικός (3ος) λόγος έφεσης, απορριπτέος τυγχάνει, ως αβάσιμος.

Σημειώνεται ότι, ανεξαρτήτως του αν οι επιμετρήσεις του έργου υποβλήθηκαν εντός μηνός ή μη, από την εκτέλεση των εργασιών και αν κλήθηκε ο επιβλέπων μηχανικός της εκκαλούσας - εναγόμενης, να υπογράψει τα ΠΠΑΕ, η τελευταία είχε την υποχρέωση να ελέγξει και να επιστρέψει διορθωμένες τις επιμετρήσεις, εντός τριών (3) μηνών, από την υποβολή τους, επομένως, η πάροδος άπρακτης, της άνω τρίμηνης προθεσμίας κατέστησε αυτές εγκεκριμένες, ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, επομένως ο σχετικός (6ος) λόγος έφεσης, απορριπτέος τυγχάνει, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Σημειώνεται ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη, μέχρι την 31-10-2005 είχε υποβάλει στην Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγομένης - εκκαλούσας, όλες τις επιμετρήσεις, για όλες τις ποσότητες εργασιών της σύμβασης, καθώς και για τις ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, που είχαν περιληφθεί στον 1° Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ).

Στη συνέχεια η ενάγουσα - εφεσίβλητη, δια του ειδικού πληρεξουσίου, Γ. Δ. , προέβη την 24.01.2006, στην υπογραφή του 2ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ), ο οποίος εγκρίθηκε δια της υπ' αριθμ. ...2006 απόφασης του ΔΣ της Ο.Χ.Α.Ε. και υπεγράφη αυτός ο 2ος ΑΠΕ, από τον Ν. Κ. , Πολιτικό Μηχανικό, Πρόεδρο της Ο.Χ.Α.Ε. και τον Σ.

Κ. , Μηχανολόγο - Μηχανικό, Επιβλέποντα το έργο, καθώς, διαπιστώθηκε εκ νέου, η ανάγκη μεταβολής των ποσοτήτων αυτού. Η έκδοση του 2ου ΑΠΕ, μεταξύ άλλων, αποδεικνύει και επιβεβαιώνει, την ύπαρξη του αναγκαίου συμβατικού πλαισίου, για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, την ανάθεση εντολής εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών και την εκτέλεσή τους, στον οποίο (ΑΠΕ) περιελήφθησαν οι ως άνω εργασίες, όπως αναφέρονται στην 2η Αναλυτική Επιμέτρηση (ΑΕ), ακολούθως δε, επειδή οι πρόσθετες εργασίες δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό συμβατικό αντικείμενο, αλλά κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου, λόγω απροβλέπτων περιστάσεων, και επομένως δεν υπήρχε, ως προς αυτές, καθορισμός τιμής μονάδος, συντάχθηκε το 4° Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (εφεξής ΠΚΤΜΝΕ), που συνόδευε τον 2° ΑΠΕ και καθορίσθηκε το κόστος των πρόσθετων εργασιών.

Η σύνταξη δε και η έγκριση, τόσο των Ανακεφαλαιωτικών Πινάκων Εργασιών (ΑΠΕ), όσο και του Πρωτοκόλλου Καθορισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ) αποδεικνύουν ότι η κρινόμενη αγωγή εκτός του ότι είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθ. 5 παρ. 8, 40 παρ. 7 και 43 του ΠΔ 609/1985, είναι και ουσιαστικά βάσιμη.

Μ' αυτά τα δεδομένα απορριπτέος τυγχάνει ο 7ος λόγος έφεσης, ότι επειδή το εργολαβικό αντάλλαγμα εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή, οι πρόσθετες εργασίες δεν συμπεριλήφθηκαν στις ποσότητες που παραλήφθηκαν προσωρινά ή οριστικά, από την εναγόμενη - εκκαλούσα. Στη συνέχεια, την 14.04.2006 η ενάγουσα - εφεσίβλητη υπέβαλε την τελική επιμέτρηση του έργου.

Την 27.09.2007 η εναγομένη - εκκαλούσα κοινοποίησε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη την με αρ. πρωτ. ...2007 πράξη της, με την οποία εγκρίθηκε ο 3ος Ειδικός Απολογισμός Εργασιών, που είχε υποβάλει η ενάγουσα - εφεσίβλητη, για την αποδέσμευση των κατατεθειμένων, από την ενάγουσα, εγγυητικών επιστολών. Η κοινοποίηση της εν λόγω πράξης προς την τελευταία, έλαβε χώρα την 02.10.2007, με συνημμένη σε αυτή, μεταξύ άλλων, και την 2η ΑΕ των προσθέτων εργασιών, που συνόδευε το 12° ΠΠΠΑΕ, την οποία είχε διορθώσει.

Ειδικότερα, η εναγομένη - εκκαλούσα επέστρεψε διορθωμένη την 2η ΑΕ, έχοντας περικόψει από τη συνολική δαπάνη, το ποσό των 428.923,83 ευρώ, θεωρώντας ότι οι ποσότητες εργασιών ήταν λιγότερες από τις αναφερόμενες σ' αυτήν και ενέκρινε τις εξής ποσότητες εκτέλεσης εργασιών: 1) καθαίρεση κάσας για τη δημιουργία μεγαλύτερου ανοίγματος, μετατροπή και επανατοποθέτηση οιασδήποτε κάσας σε οιαδήποτε τοιχοποιία τεμάχια 128, β) αναστροφή ανοίγματος θύρας (από έξω προς τα μέσα σε μέσα προς τα έξω) τεμάχια 60, γ) μετατροπή θύρας από ανοιγόμενη σε εξωτερικώς συρόμενη τεμάχια 90, δ) εργασίες μόρφωσης λαμπάδων για συρόμενη θύρα τεμάχια 8, ε) εξαρτήματα στηριγμάτων ΑΜΕΑ μετά των αναγκαίων υποδομών (πλήρες σύνολο) 291 τεμάχια, και στ) διαμόρφωση νέου χωρίσματος πλαϊνού ντουλάπας και λοιπών αναγκαίων διαμορφώσεων 8 τεμάχια.

Στη συνέχεια, την 28.09.2007 η εναγομένη - εκκαλούσα βεβαίωσε την περαίωση του έργου, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. ...2007 έγγραφο της ιδίας, στο οποίο αναφέρεται ότι το έργο στο σύνολό του ολοκληρώθηκε, με χρόνο περαίωσης αυτού την 31.10.2005 (βλ. και το με αρ. πρωτ. ...2009 Πρωτόκολλο Οριστικής Παραλαβής του έργου).

Κατόπιν, η ενάγουσα - εφεσίβλητη άσκησε την από 08.10.2007 και με αρ. πρωτ. ...2007 ένσταση κατά της και με αρ. πρωτ. ...2007 πράξης της εναγομένης - εκκαλούσας, κατά το μέρος που με αυτήν περιεκόπη το ποσό των 428.923,83 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι, μετά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης εκ μέρους της, αυτή (η εναγομένη - εκκαλούσα) δεν θεώρησε και δεν κοινοποίησε στην ίδια κάποια επιμέτρηση, ως όφειλε κατά το άρθ. 38 ΠΔ 609/1985, και ως εκ τούτου, όλες οι τμηματικές αναλυτικές επιμετρήσεις ήταν αυτοδικαίως εγκεκριμένες.

Η εναγομένη - εκκαλούσα, δεν απάντησε στην υποβληθείσα ως άνω ένσταση, εντός (15) δεκαπέντε ημερών και, επομένως, αυτή θεωρείται ότι απορρίφθηκε, μετά δε ταύτα η ενάγουσα - εφεσίβλητη άσκησε, εντός μηνός, την υπό κρίση αγωγή, κατ' άρθ. 7 παρ. 3, 4 και 5 του Κανονισμού...Επίσης, σημειώνεται ότι αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, μεταξύ της έκδοσης του 2ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών, (την 26-1-2006) της έκδοσης του 4ου Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (εφεξής ΠΚΤΜΝΕ) και της υπ' αριθ.

πρωτ. ...2007 Πράξης της Ο.Χ.Α.Ε. , με την οποία η τελευταία προέβη στις επίδικες διορθώσεις και περικοπές των ποσοτήτων εργασιών που συνόδευαν το 12ο Π.Π.Α.Ε. , θεωρείται εγκεκριμένος και μη δυνάμενος να προσβληθεί, ο 2ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών και το 4ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδος Νέων Εργασιών (εφεξής ΠΚΤΜΝΕ), ήδη από την 27-4-2006...Η αξία εκτέλεσης των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών, οι οποίες μη περιεκόπησαν ανέρχονται στο ποσό των 428.923,83 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσοστό μέσης έκπτωσης 9%, ήτοι ανέρχεται στο ποσό των 390.320,69 ευρώ και ακολούθως να προστεθεί στο τελευταίο ποσό, αυτό των 70.257,72 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 18% για γενικά έξοδα και όφελος εργολάβου (άρθρο 5 παρ. 4 ΠΔ 609/1985), ώστε, τελικώς η αξία εκτέλεσης των ανωτέρω ποσοτήτων πρόσθετων εργασιών, οι οποίες παρανόμως περιεκόπησαν, από την εναγομένη - εκκαλούσα, ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 390.320,69 + 70.252,72 € = 460.578,41 ευρώ...".

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον 5° αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθέντα με τον έβδομο λόγο έφεσής της αυτοτελή ισχυρισμό της που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω και περαιτέρω παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 11 του Ν. 1418/1984 και 45, 46, 52, 53 και 54 του ΠΔ 609/1985 και 73 § 4 του Ν. 3669/2008.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 23-2-2018 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-3-2019 έφεσή της και τις από 2-9-2020 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε παραδεκτά, με τον έβδομο λόγο της έφεσής της, τον ισχυρισμό ότι επειδή έχει μεσολαβήσει η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου και κατά την παραλαβή καμία από τις επίδικες περικοπείσες ποσότητες της τελικής επιμέτρησης δεν αναγνωρίσθηκαν, όπως αυτό αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. 30150/31-5-2012 απόφαση της εναγομένης και το εγκριθέν υπ' αυτής πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα η αυτοδίκαιη έγκριση της τελικής επιμέτρησης ή των αναλυτικών επιμετρήσεων.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και εφόσον κριθεί βάσιμος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 38, 52, 53 και 54 του ΠΔ 609/1985, 73 § 4 και 75 § 3 του Ν. 3669/2008 και 7 και 11 του Ν. 1418/1984, προκύπτει ότι, ναι μεν η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων του έργου να τις τροποποιεί ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της, όμως το δικαίωμα αυτό σαφώς ανήκει στην επιτροπή που παραλαμβάνει προσωρινά ή οριστικά το έργο, αφού ως νόμιμο καθήκον των επιτροπών αυτών ορίζεται ο ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος του παραλαμβανόμενου έργου χωρίς κανέναν περιορισμό.

Έτσι, στο πλαίσιο αυτό οι εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου, έστω και αν τυπικά δεν ακυρώνονται, ανατρέπονται πάντως κατ' αποτέλεσμα, αν διαπιστωθούν κατά την παραλαβή του έργου διαφορές στην ποιότητα ή στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν και μάλιστα ο φορέας του έργου δικαιούται, κατά τα άρθρα 7 §§ 3-6 και 11 § 3 του Ν. 1418/1984, να μην καταβάλει τα ποσά που οφείλονται στον ανάδοχο για εργασίες ελαττωματικές ή σε ποσότητες μικρότερες των όσων αναγράφονται στις επιμετρήσεις ή και να τα αναζητήσει από τον ανάδοχο εάν τυχόν έχουν καταβληθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 53 § 2 του ΠΔ 609/1985, επειδή με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι εργασίες που περιλήφθηκαν σε τμηματικές επιμετρήσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν ρητά ή θεωρούνται ως σιωπηρά εγκριθείσες λόγω παρόδου άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας, στη συνέχεια, αναφορικά με τον έβδομο λόγο της έφεσης διέλαβε επί λέξει ότι "...Η σύνταξη δε και η έγκριση, τόσο των Ανακεφαλαιωτικών Πινάκων Εργασιών (ΑΠΕ), όσο και του Πρωτοκόλλου Καθορισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ) αποδεικνύουν ότι η κρινόμενη αγωγή εκτός του ότι είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθ. 5 παρ. 8, 40 παρ. 7 και 43 του ΠΔ 609/1985, είναι και ουσιαστικά βάσιμη.

Μ' αυτά τα δεδομένα απορριπτέος τυγχάνει ο 7ος λόγος έφεσης, ότι επειδή το εργολαβικό αντάλλαγμα εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή, οι πρόσθετες εργασίες δεν συμπεριλήφθηκαν στις ποσότητες που παραλήφθηκαν προσωρινά ή οριστικά, από την εναγόμενη - εκκαλούσα". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 38, 52, 53 και 54 του ΠΔ 609/1985, 73 § 4 και 75 § 3 του Ν. 3669/2008 και 7 και 11 του Ν. 1418/1984 και επιπρόσθετα ουδόλως απάντησε, όπως όφειλε, στον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο αυτή είχε επαναφέρει παραδεκτά με τον έβδομο λόγο της έφεσής της, ούτε μνημόνευσε το επικαλούμενο από αυτήν έγγραφό της (την υπ' αριθ. 30150/31-5-2012 απόφαση της εναγομένης με την οποία εγκρίθηκε το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής), το οποίο αυτή είχε επικαλεστεί παραδεκτά με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου (βλ.

σχετικό 60 αλλά και σχετικό 61, τα οποία αναφέρονται στις προτάσεις). Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 1 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες και ο συναφής πέμπτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, είναι βάσιμος.

IV. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ενόψει δε τούτου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 6226/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ