Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not rely on unproven facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision in a business sale dispute. The appellant argued the lower court accepted unproven facts regarding the fulfillment of contractual obligations without evidence. The court rejected this claim, finding the lower court's judgment was based on verified witness testimonies and documentary evidence presented at trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 106 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the admission of unproven facts is inadmissible if the appealed judgment clearly demonstrates that the court formed its conviction based on the evidence adduced and examined during the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στον ….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Προβή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…...", που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 757/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6255/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 6255/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 757/ 2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει το ποσό των 297.599,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως οφειλόμενο τίμημα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 479 και 513 του ΑΚ προκύπτει ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχείρησης. Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως ακίνητα, κινητά, πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές κλπ., που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα και εξουσιάζεται από τον επιχειρηματία.
Το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πώλησης που περιλαμβάνει όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ` ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών με την πώληση να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων.
Η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, αφού παρά την εκποίηση διατηρείται συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα".
Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα") την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας.
Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΟλΑΠ 7/2009, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1530/ 2022, ΑΠ 533/2021, ΑΠ 575/2019, ΑΠ 1369/2018).
Εξάλλου, η μεταβίβαση της επιχείρησης είναι άτυπη, μη υποκείμενη σε κάποιο συστατικό ή αποδεικτικό τύπο, γίνεται δε με την παράδοση της επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας στο νέο φορέα, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Αν βεβαίως στην μεταβιβαζόμενη επιχείρηση υπάρχουν ακίνητα πρέπει για την μεταβίβαση τους να τηρηθεί ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να γίνει μεταγραφή, χωρίς όμως η παράλειψη της εν λόγω εκποιητικής δικαιοπραξίας να σημαίνει και την ανυπαρξία της μεταβίβασης της επιχείρησης με όλες τις εξ αυτής (μεταβίβασης) απορρέουσες έννομες συνέπειες, όπως είναι και η ex lege σωρευτική αναδοχή.
Τούτο σημαίνει ότι άλλο πράγμα είναι η μεταβίβαση της επιχείρησης ως οικονομικής μονάδας (τεχνικοοικονομική δομή, πελατεία, φήμη κ.λ.π.) και άλλο εκποίηση - μεταβίβαση των επί μέρους κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον μεταβιβάσαντα επιχειρηματικό φορέα, φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Αν υπάρχει και τέτοια εκποίηση - μεταβίβαση τότε συμπίπτει η μεταβίβαση "συνόλου περιουσίας" και "επιχείρησης". Σε σύμπνοια δε με την αρχή της ειδικότητας που διαπνέει τη μεταβίβαση των στοιχείων της επιχείρησης ή της περιουσίας, η διάταξη δεν απαιτεί όπως η μεταβίβαση λάβει χώρα με μία πράξη.
Συνεπώς η 479 ΑΚ εφαρμόζεται και όταν η μεταβίβαση πραγματωθεί με περισσότερες πράξεις, είτε ταυτόχρονες είτε διαδοχικές, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι οι πράξεις αποτελούν την ίδια ενότητα, δηλαδή βρίσκονται σε στενή οικονομική και χρονική σχέση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).
Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η μεταβίβαση από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προς την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη του συνόλου της επιχείρησης που διατηρούσε αυτή (αναιρεσείουσα) σε κτίριο επί της οδού …..
αρ. … στον ... Αττικής, με αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία χρωμάτων και βαφών, προϊόντων κιγκαλερίας, σιδηρικών και ειδών επιπλοποιϊας, ως οικονομικής ενότητας, στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε η μεταβίβαση τόσο του ανωτέρω ακινήτου κυριότητας του μοναδικού εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της, όσο και των εμπορευμάτων, παγίων και λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης, έναντι συνολικά συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο καταβλήθηκε και ότι δεν καταρτίστηκε νέα συμφωνία με ιδιαίτερο τίμημα για την πώληση των εμπορευμάτων, των παγίων και του λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με επωνυμία "…...", της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ο Δ.
Π. και η οποία συστάθηκε δυνάμει της …/11.04.2008 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Α., είχε ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία χρωμάτων και βαφών, προϊόντων κιγκαλερίας, σιδηρικών και ειδών επιπλοποιίας, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, την αγορά και πώληση αυτών, την αντιπροσώπευση ελληνικών και διεθνών οίκων σχετικών με τέτοια προϊόντα και την άσκηση κάθε συναφούς δραστηριότητας.
Η ενάγουσα εταιρία είχε ως έδρα της ένα ακίνητο επί της οδού ….. …. στον ….., ιδιοκτησίας του νόμιμου εκπροσώπου της, όπου διατηρούσε κατάστημα και αποθήκη. Η ενάγουσα και ο νόμιμος εκπρόσωπός της Δ. Π. είχαν εμπορική συνεργασία με τον Θ. Μ., αλλά και την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "…...". Η τελευταία συστάθηκε δυνάμει του από 19.03.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και είχε ως έδρα ακίνητο επί της οδού ….
…. στην .... Αττικής. Η εμπορική της δραστηριότητα περιλάμβανε αφενός την ανέγερση πολυώροφων οικοδομών επί ιδιόκτητων οικοπέδων ή οικοπέδων τρίτων με το σύστημα της αντιπαροχής και την πώληση αυτών, αφετέρου, μετά την σχετική τροποποίηση που έλαβε χώρα στις 26.07.2012, την εμπορία χρωμάτων και εργαλείων, χονδρικώς και λιανικώς.
Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης εταιρίας ήταν τα τέκνα του Θ. Μ. Δ. και Β.. Από το έτος 2012 ο Θ. Μ. και ο Δ. Π. ήρθαν σε διαπραγματεύσεις για την μεταβίβαση της επιχείρησης της ενάγουσας συνολικά και πιο συγκεκριμένα τόσο του ακινήτου (καταστήματος και αποθήκης) ιδιοκτησίας του δεύτερου, όσο και των εμπορευμάτων, έναντι τιμήματος που θα περιλάμβανε την μεταβίβαση ακινήτων, την καταβολή μετρητών και την ανάληψη υποχρεώσεων της ενάγουσας.
Η διαπραγμάτευση αυτή αποτυπώθηκε αρχικά σε άνευ ημερομηνίας χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο φέρει τις υπογραφές του Θ. Μ. και του Δ. Π., όπου επιγραμματικά αναφέρονται τα όσα ο "Θ. δίνει", ήτοι "διαμέρισμα 60 τ.μ. ισόγ. ...., διαμέρισμα 1ος ..... 47 τ.μ. + αποθήκη + παρκινκ, διαμέρισμα 2ος .... 47 τ.μ. + αποθήκη + παρκινκ, 75 τ.μ. + 16 ημυπ. ..... + αποθήκη + παρκινκ, μετρητά 200.000 ευρώ, υποχρεώσεις 385.000 ευρώ" και τα όσα ο "Δ.
δίνει", ήτοι "οικοδομή ..... ... ..., εμπορεύματα + πάγια, κουζίνες 30.000 ευρώ (από πελάτη Ν. Δ. βάζει στο διαμέρισμα 2ος όροφος στο ...... κουζίνα - ντουλάπες μεσόπορτες θωρακισμένη), αποζημίωση υπαλλήλων όταν και αν τους απολύσει, θα γίνει επιμέτρηση του εμπορεύματος". Την σύνταξη του χειρόγραφου αυτού σημειώματος ακολούθησε η σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού τον Σεπτέμβριο του 2012, που, επίσης, συντάχθηκε μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Δ.
Π. και του Θ. Μ., ο οποίος δηλώνει εκεί ότι ενεργεί για λογαριασμό των τέκνων του Δ. και Β.. Με το συμφωνητικό αυτό ο Δ. Π., ο οποίος αποκαλείται πωλητής συμφώνησε να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή το τριώροφο κτίριο της οδού .... ...., καθώς και την επιχείρηση χρωματοπωλείο είδη κιγκαλερίας, που διαθέτει στο ισόγειο, κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στο Δ.Μ.
και Β. Μ., από κοινού. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού οι αγοραστές, όπως εκπροσωπούνταν, έδωσαν στον πωλητή το ποσό των 17.000 ευρώ ως προκαταβολή με μία επιταγή της Τράπεζας ..... που έφερε τον αριθμό 20160572-4, με ημερομηνία 10.09.2012, πληρωτέα εις διαταγή του Δ.Π., με εκδότη τον Β. Μ.. Όπως συμφωνήθηκε, το υπόλοιπο τίμημα θα καταβαλλόταν στον πωλητή με την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου η καταβαλλόμενη προκαταβολή ή οποιοδήποτε άλλο ποσό καταβαλλόταν στη συνέχεια και μέχρι την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων θα συμψηφίζονταν με το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα της αγοραπωλησίας. Στις 25 Οκτωβρίου του 2012 ακολούθησε η υπογραφή νέου ιδιωτικού συμφωνητικού.
Και σε αυτό συμβαλλόμενοι ήταν αφενός ο Δ. Π. και αφετέρου ο Θ. Μ., ο οποίος ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της συζύγου του Ε., των τέκνων του Δ. και Β., της ομόρρυθμης εταιρίας "......", ήτοι της ήδη εναγόμενης εταιρίας, και της ομόρρυθμης εταιρείας "......". Με το συμφωνητικό αυτό οι συμβαλλόμενοι επιβεβαίωσαν και πάλι την πρόθεσή τους να μεταβιβαστεί στα τέκνα του Θ.
Μ., ήτοι τους Δ. και Β. Μ., το ακίνητο στην .... ... στον ....., καθώς και η επιχείρηση που λειτουργούσε στο ακίνητο (χρωματοπωλείο) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή. Τα μέρη προέβλεψαν τη δυνατότητα του πωλητή (Δ. Π.) είτε "να λύσει την (ήδη ενάγουσα) εταιρία και να μεταβιβάσει ολόκληρη την επιχείρηση στους αγοραστές, ήτοι τον εξοπλισμό και τα πάγια του καταστήματος, το πελατολόγιο και το εμπόρευμα, είτε να μεταβιβάσει όλα τα παραπάνω (εμπορεύματα, πάγια, εξοπλισμό, πελατολόγιο) στους αγοραστές και να μεταφέρει τυπικά την επιχείρηση σε άλλη έδρα".
Οι αγοραστές θα κατέβαλαν το τίμημα με τη μεταβίβαση στο Δ.Π. ακινήτων, την καταβολή μετρητών και την εξόφληση χρεών του πωλητή προς τρίτους. Όσον αφορά τα ακίνητα που θα μεταβιβάζονταν από τους αγοραστές στον Δ. Π., αυτά καθορίζονταν στο τμήμα υπό στοιχείο Α του συμφωνητικού, όπου προβλέφθηκε ότι θα μεταβιβάζονταν:
α) ένα ισόγειο διαμέρισμα 60 τετραγωνικών μέτρων στον ..... Αττικής οδός ..... και ....., ιδιοκτησίας του Θ. Μ. και της συζύγου του Ε. Μ., β) ένα διαμέρισμα 2ου ορόφου σε πολυκατοικία επί της οδού ..... 9 στο ..., 75 τετραγωνικών μέτρων και ημιυπαίθριο χώρο 16 τετραγωνικών μέτρων με πάρκινγκ και αποθήκη, ιδιοκτησίας της εταιρίας "....", γ) δύο διαμερίσματα σε πολυκατοικία στη ...
στη συμβολή των οδών ..... και .... στον πρώτο και στον δεύτερο όροφο 47 τετραγωνικών μέτρων το καθένα με πάρκινγκ και αποθήκη ιδιοκτησίας της εναγόμενης εταιρίας ".......". Στο τμήμα υπό στοιχείο Β του συμφωνητικού ορίστηκε ότι ο πωλητής Δ. Π. θα λάβει 200.000 ευρώ μετρητά, από τα οποία 150.000 ευρώ με την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου επί της .....
και άλλες 50.000 ευρώ σε ένα χρόνο από τη μεταβίβαση. Με το υπό στοιχείο γ τμήμα του ιδίου συμφωνητικού οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι οι αγοραστές θα αναλάβουν υποχρεώσεις της επιχείρησης του πωλητή μέχρι του συνολικού ύψους των 385.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου καθώς και ενός δανείου της τράπεζας ....., για την εξασφάλιση του οποίου είχε εγγραφεί προσημείωση ύψους 240.000 ευρώ επί του ακινήτου της οδού .... .... .
Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τη συμφωνία για την ανάληψη των υποχρεώσεων του πωλητή από τους αγοραστές, στο συγκεκριμένο συμφωνητικό (το από 25.10.2012) συμφωνήθηκαν τα εξής: "1) πρώτα θα προηγηθεί υπολογισμός της αξίας των μεταβιβαζόμενων εμπορευμάτων και παγίων της επιχείρησης. Το σύνολο της αξίας των εμπορευμάτων και παγίων πρέπει να είναι τουλάχιστον 370.000.
Σε αυτή την περίπτωση οι αγοραστές αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις της επιχείρησης του πωλητή μέχρι του ύψους των 385.000 ευρώ. 2) Σε αντίθετη περίπτωση εάν η αξία των μεταβιβαζόμενων εμπορευμάτων και παγίων της επιχείρησης είναι μικρότερη των 370.000 ευρώ το ποσό αυτό θα αφαιρείται αντίστοιχα από τις 385 χιλιάδες ευρώ. 3) Στην περίπτωση που οι υποχρεώσεις της επιχείρησης είναι μικρότερες από 385.000 ευρώ η διαφορά μέχρι του ποσού των 385.000 ευρώ θα δοθεί στον πωλητή. 4) Σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης προς τρίτους υπερβαίνουν τις 385.000 ευρώ τότε το ποσό αυτό άνω των 385.000 ευρώ βαρύνει αποκλειστικά τον πωλητή. 5) Επίσης συμφωνείται όπως και παραπάνω ότι το οφειλόμενο ποσό της προσημείωσης ύψους 240.000 ευρώ προς την τράπεζα ......
βαρύνει τους αγοραστές και κατόπιν επιλογής των αγοραστών είτε θα εξοφληθεί πριν το συμβόλαιο είτε θα μεταφερθεί στο όνομά τους και σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνεται στο ποσό των 385.000 ευρώ". Όσον αφορά τη διαδικασία υπολογισμού της αξίας των εμπορευμάτων και παγίων της επιχείρησης, στο από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων να συνταχθεί σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου θα συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων εκεί μερών η αξία αυτή και θα αναγνωρίζεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και θα ρυθμιστούν τυχόν εκκρεμότητες που θα ανακύψουν.
Η όλη διαδικασία μεταβίβασης των ακινήτων και της επιχείρησης συμφωνήθηκε ότι θα γίνονταν είτε με οριστικά συμβόλαια είτε με προσύμφωνα, που θα περιλαμβάνουν ανέκκλητες εντολές, και ότι η διαδικασία θα ολοκληρωνόταν μέχρι 31.12.2012, ενώ με ρητές γραπτές συμφωνίες στο ίδιο έγγραφο παρατάθηκε η προθεσμία μεταβίβασης της επιχείρησης αρχικά μέχρι 15.12.2012 και στη συνέχεια μέχρι 28.02.2013.
Ταυτόχρονα με την υπογραφή του από 25.10.2012 συμφωνητικού και με ρητή αναφορά σε αυτό παραδόθηκαν από τους αγοραστές στον πωλητή, ως προκαταβολή, τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας ...... και δη: α) η με αριθμό 20160628-3 με ημερομηνία λήξης 29.10.2012 ποσού 20.000 ευρώ, β) η με αριθμό 20160634-8 με ημερομηνία 28.02.2013 ποσού 15.000 ευρώ, γ) η με αριθμό 20160641-1 με ημερομηνία 30.032013 ποσού 10.000 ευρώ και δ) η με αριθμό 20160657-7 με ημερομηνία 30.04.2013 με ποσό 15.000 ευρώ.
Τέλος στο ίδιο συμφωνητικό συμπεριλήφθηκαν και κάποιες ειδικές συμφωνίες σύμφωνα με τις οποίες: α) ο πωλητής μπορούσε είτε να μεταφέρει τους εργαζόμενους σε άλλη επιχείρηση ή στην ίδια επιχείρηση σε περίπτωση μεταφοράς της έδρας ή πριν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης θα έπρεπε να είχε απολύσει και αποζημιώσει το προσωπικό έτσι ώστε η επιχείρηση να περιέλθει στο Δ.
και Β. Μ. χωρίς υπαλλήλους και εργασιακές εκκρεμότητες ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η αποζημίωση των υπαλλήλων βαρύνει αποκλειστικά τον πωλητή, β) η υπεραξία που θα προέκυπτε από τη μεταβίβαση της επιχείρησης βάρυνε τους συμβαλλόμενους κατά 50% έκαστο, ήτοι ο Δ. Π. θα κατέβαλε το 50% της αξίας αυτής και οι Δ. και Β.
Μ. το υπόλοιπο 50% από κοινού, γ) ο πωλητής Δ. Π. θα αναλάμβανε με δικές του δαπάνες τις ξυλουργικές εργασίες του διαμερίσματος στην οδό ... ... και πιο συγκεκριμένα πόρτες, κουζίνες και τα λοιπά μέχρι το ποσό των 30.000 ευρώ, δ) ο Δ. Π. θα παρέδιδε, δηλαδή θα δώριζε χωρίς αντάλλαγμα, στους αγοραστές και κουζίνες που του οφείλονται από το κατάστημα της Ε.
Ν. και στις 30.000 ευρώ που αναφερόταν παραπάνω συμπεριλαμβάνονταν τόσο η αξία των ξυλουργικών στην οδό ..... ... όσο και η αξία των παραδοτέων κουζινών. Με χειρόγραφη (και υπογεγραμμένη από τους συμβαλλόμενους) υποσημείωση που τέθηκε στο τέλος του συμφωνητικού αυτού και μάλιστα μετά τις υπογραφές αναφέρεται ότι ο Δ.
Π. έλαβε το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ και δύο επιταγές με χρόνο λήξης 30/6/2013 η μία και 30/7/2013 η άλλη με αριθμούς 20160731-0 και 20160748-4, αξίας 20.000 ευρώ η κάθε μία. Στη σημείωση αυτή έχει τεθεί προσθήκη πάλι χειρόγραφη ότι αφορά η καταβολή αυτή την αγορά του χρωματοπωλείου. Μεταξύ των ίδιων συμβαλλόμενων, ήτοι του Δ.
Π. και του Θ. Μ., ο οποίος ενεργούσε ατομικά αλλά και για λογαριασμό των λοιπών αναφερόμενων στο από 25.10.2012 συμφωνητικό προσώπων, υπογράφηκε στη συνέχεια το από 11.01.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με το συμφωνητικό αυτό επιβεβαιώθηκε το περιεχόμενο του από 25.10.2012 συμφωνητικού και τροποποιήθηκε μόνο ως προς την παράγραφο β, ήτοι αυτή που αφορούσε την καταβολή του ποσού των 200.000 ευρώ.
Με το νέο συμφωνητικό ορίστηκε ότι το ποσό αυτό δεν θα καταβαλλόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο προηγούμενο συμφωνητικό αλλά ως εξής: τα μέρη αναγνώριζαν ότι ο Π. έχει λάβει ήδη το ποσό των 48.000 ευρώ, ότι ποσό 52.000 ευρώ θα λάμβανε με την υπογραφή συμβολαίου μεταβίβασης του ακινήτου επί της οδού ..... ...., ότι 50.000 ευρώ θα λάμβανε σε πέντε μήνες από την υπογραφή του συγκεκριμένου συμφωνητικού με την 20160692-5 επιταγή της ......
με ημερομηνία έκδοσης 30.05.2013 και 50.000 ευρώ θα λάμβανε σε ένα χρόνο από την υπογραφή του συμβολαίου δηλαδή τον Ιανουάριο του 2014. Τα μέρη επίσης επανέλαβαν ότι ισχύουν τα όσα έχουν συμφωνηθεί με τα προηγούμενα συμφωνητικά, ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απογραφή για την αξία των εμπορευμάτων, ότι ο ενάγων ευθύνεται για την απόλυση με ολοσχερή αποζημίωση του υπαλληλικού προσωπικού της επιχείρησης ώστε να περιέλθει αυτή χωρίς υπαλλήλους και εργασιακές εκκρεμότητες στους Δ.
και Β.Μ. κι ότι όφειλε να τοποθετήσει τις πόρτες και τα λοιπά ξυλουργικά αξίας 30.000 ευρώ στο διαμέρισμα της οδού ..... .... . Στις 11.01.2013, δηλαδή την ίδια ημέρα με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, υπογράφηκε το 23119 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., με το οποίο ο Δ. Π. μεταβίβασε στο Β. Μ. και στο Δ. Μ. και δη σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα, όλο το ακίνητο επί της οδού ... ...
και πιο συγκεκριμένα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που το απαρτίζουν. Ειδικότερα μεταβιβάστηκαν από τον Δ. Π. προς τους Β. και Δ. Μ. οι υπό στοιχεία Θ1, Θ2, Θ3, Θ4, Θ5 και Θ6 ανοικτές θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο του ακινήτου, η οριζόντια ιδιοκτησία "κατάστημα" αποτελούμενη από ισόγειο κατάστημα συνολικού εμβαδού 137,65 τ.μ.
με πατάρι εμβαδού 91,12 τ.μ., η οριζόντια ιδιοκτησία "χώρος γραφείων" του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου με εμβαδόν 77,87 τ.μ., η οριζόντια ιδιοκτησία "χώρος γραφείων" του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου με εμβαδόν 77,87 τ.μ., η οριζόντια ιδιοκτησία "χώρος γραφείων" του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου με εμβαδόν 71,30 τ.μ., που αποτελούσαν το σύνολο των οριζόντιων ιδιοκτησιών που είχαν ανεγερθεί επί του ακινήτου της οδού ..... ...
στον .... Η συνολική αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών που μεταβιβάστηκαν ορίστηκε στην αντικειμενική τους αξία δηλαδή στο ποσό των 560.350,95 ευρώ. Στο συμβόλαιο αυτό και όσο αφορά το τίμημα της μεταβίβασης αναφέρεται ότι ο πωλητής Δ. Π. έλαβε εκείνη την ημέρα τα εξής ποσά: α) το ποσό των 48.629,94 ευρώ σε ισόποση επιταγή με αριθμό 10149991-4 εις διαταγή του ελληνικού δημοσίου που η συμβολαιογράφος παρέλαβε για να εξοφλήσει οφειλές του πωλητή στο Δημόσιο, β) ποσό 281.721,01 ευρώ που "πληρώθηκε και πήρε ο πωλητής από τους αγοραστές" σε μετρητά που μετρήθηκαν προηγουμένως και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, όπως δήλωσαν ρητά οι συμβαλλόμενοι, γ) ενώ το υπόλοιπο ποσό των 235.000 ευρώ πιστώθηκε προκειμένου να καταβληθεί από τους αγοραστές προς την ......
σε εξόφληση δανείου προς τον πωλητή εντός προθεσμίας τριών μηνών. Για το συγκεκριμένο συμβόλαιο και πιο συγκεκριμένα για την πιστοποίηση της εξόφλησης του τιμήματος συντάχθηκε η 23322 από 29 Ιουλίου 2014 πράξη εξόφλησης της ίδιας συμβολαιογράφου. Στην πράξη εξόφλησης αναφερόταν, ουσιαστικά επιβεβαιώνοντας και πάλι τα αμέσως προηγουμένως αναφερθέντα, ότι το συνολικό τίμημα για τη μεταβίβαση του όλου ακινήτου καταβλήθηκε ως εξής:
Α) το ποσό των 48.629,94 ευρώ πληρώθηκε και πήρε ο αγοραστής με την 1014999 - 4 τραπεζική επιταγή κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης, Β) το ποσό των 281.721,01 ευρώ πληρώθηκε και πήρε ο αγοραστής σε μετρητά που μετρήθηκαν έξω από το συμβολαιογραφείο κατά την υπογραφή του μεταβατικού συμβολαίου, Γ) το υπόλοιπο ποσό των 235.000 ευρώ για συμπλήρωση του συνολικού τιμήματος εξοφλήθηκε με την καταβολή προς την τράπεζα ......
του συνολικού ποσού των 248.000 ευρώ που αφορούσε την αποπληρωμή δανείων του πωλητή και την εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης. Την ίδια ημέρα με την μεταβίβαση του ακινήτου της οδού ..... ... προς τους Δ. και Β. Μ., ήτοι την 11.01.2013, έλαβε χώρα και η υπογραφή των συμβολαιογραφικών προσυμφώνων για την μεταβίβαση προς τον Δ.
Π. των τεσσάρων ακινήτων, όπως είχε συμφωνηθεί με τα ιδιωτικά συμφωνητικά που είχαν προηγηθεί και κυρίως με το από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό. Πιο συγκεκριμένα υπογράφηκαν τα ......, ......., ....... και ...... από 11 Ιανουάριου 2013 προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Α. . Παρά το γεγονός ότι στα προσύμφωνα αυτά προβλεπόταν ρητά η δυνατότητα ολοκλήρωσης των μεταβιβαστικών δικαιοπραξιών με αυτοσύμβαση, η μεταβίβασή τους ολοκληρώθηκε το έτος 2017, με την υπογραφή αντίστοιχων οριστικών συμβολαίων.
Πιο συγκεκριμένα, σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας μεταβιβάστηκαν στον Δ. Π. τα εξής αξίας ακίνητα - οριζόντιες ιδιοκτησίες: 1) μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα υπό στοιχεία ΙΣ1, εμβαδού 26,50 τετραγωνικών μέτρων σε πολυκατοικία στον ... Αττικής επί της οδού ... 2, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της προς την οδό ...
πρασιάς εμβαδού 35 τ.μ., αλλά και η υπό στοιχεία Π10 οριζόντια ιδιοκτησία κλειστή θέση στάθμευσης εμβαδού 17 τ.μ. και η Π11 οριζόντια ιδιοκτησία κλειστή θέση στάθμευσης εμβαδού 16,95 τ.μ., οι οποίες έχουν μετατραπεί σε χώρους κύριας χρήσης, ιδιοκτησίας Θ. Μ. και της συζύγου του Ε.Μ. . Για την μεταβίβαση της συγκεκριμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας καταρτίστηκε αρχικά το ...../11.01.2013 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Α., με συμβαλλόμενους, αφενός τον Θ. Μ.. και τη σύζυγο του Ε.Μ. και αφετέρου τον Δ. Π., ενώ η μεταβίβαση ολοκληρώθηκε με το ...../06-10-2017 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.Λ. με τους ίδιους αντισυμβαλλόμενους. Η αντικειμενική αξία της οριζόντιας ιδιοκτησίας που μεταβιβάστηκε ήταν 58.536,32 ευρώ, ενώ ως τιμή μεταβίβασης αναφέρεται το ποσό των 72.561,32 ευρώ.
Στην πραγματικότητα, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, ο Δ. Π. δεν κατέβαλε τίμημα για την μεταβίβαση προς αυτόν της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αλλά την απέκτησε στα πλαίσια των συμφωνηθέντων με το από 25.10.2012 συμφωνητικού. 2) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα υπό στοιχεία Β1, εμβαδού 78,64 τετραγωνικών μέτρων με ημιυπαίθριο χώρο, μία ανοικτή θέση πάρκινγκ με στοιχεία Θ1 και την υπό στοιχείο 5 Αποθήκη του υπογείου σε μία πολυκατοικία στο ...
Αττικής, επί της οδού ... και ..... ... ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας "......". Για τη μεταβίβαση της οριζόντιας ιδιοκτησίας καταρτίστηκε αρχικά το ....../11.01.2013 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., όπου αναφέρεται ότι καταβλήθηκε εκτός συμβολαιογραφείου αρραβώνας ποσού 150.079,13 ευρώ. Συμβαλλόμενοι στο συγκεκριμένο προσύμφωνο ήταν, αφενός, ο Θ.
Μ. και η Μ. Π., ως διαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "......", η οποία με τη σειρά της ενεργούσε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος και αντίκλητος των οικοπεδούχων και συγκυριών της οριζόντιας ιδιοκτησίας Ε. Λ. του Π. και Σ. Λ. του Π., δυνάμει του ....../26.11.2012 ανέκκλητου πληρεξουσίου της ίδιας συμβολαιογράφου και, αφετέρου, ο Δ.
Π.. Στο προσύμφωνο προβλεπόταν και δυνατότητα κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση. Για το ακίνητο αυτό καταρτίστηκε στη συνέχεια μεταξύ, αφενός, του Δ. Π. και, αφετέρου, της εταιρίας "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Θ. Μ., το από 22.11.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με αυτό το συμφωνητικό τα μέρη δήλωναν την πρόθεση τους να μεταβιβαστεί το συγκεκριμένο ακίνητο όχι στον Δ.
Π., αλλά σε τρίτο αγοραστή και δη τον Γ.Γ., ενώ συμφωνούσαν ότι θα καταργούνταν το ως άνω προσύμφωνο την ημέρα μεταβίβασης του ακινήτου στον τρίτο και ο Δ. Π. θα εισέπραττε το τίμημα της πώλησης του ακινήτου, ήτοι το ποσό των 157.000 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 143.000 ευρώ θα καταβάλλονταν στον Δ. Π. την ημέρα της μεταβίβασης με δύο επιταγές και δη μία επιταγή της Εθνικής Τράπεζας εκδόσεως 22.11.2013, με αριθμό 55634163-5, ποσού 110.000 ευρώ και μία επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως 22.11.2013, με αριθμό 03485982-9, ποσού 33.000 ευρώ, οι οποίες θα οπισθογραφούνταν από τον Θ.
Μ.. προς τον Δ. Π., ενώ το ποσό των 4.000 ευρώ είχε καταβληθεί σε μετρητά ήδη ως προκαταβολή και το ποσό των 3.000 ευρώ θα καταβαλλόταν έως 20.12.2013. Αυθημερόν συντάχθηκε η ...../22.11.2013 πράξη κατάργησης προσυμφώνου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Λ. με την οποία, σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, καταργήθηκε το προσύμφωνο.
Συμβαλλόμενοι στη συγκεκριμένη πράξη ήταν, αφενός, ο Β.Μ. και η Μ.Π. ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "......." και αφετέρου ο Δ. Π.. Εκεί οι συμβαλλόμενοι πιστοποίησαν ότι οι ως άνω αναφερόμενες επιταγές οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν, ενώπιον του συμβολαιογράφου, στον Δ.Π., ποσό 79,13 ευρώ καταβλήθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου, ενώ το ποσό των 7.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβάλει η πωλήτρια ομόρρυθμη εταιρεία έως 20.12.2013, της καταβολής αποδεικνυομένης με γραπτές αποδείξεις του Δ.
Π. ή με κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών. Με την ....../31.12.2013 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου πιστοποιήθηκε η εξόφληση και του υπόλοιπου ποσού των 7.000 ευρώ. Ήτοι, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, η πωλήτρια εταιρία μεταβίβασε λόγω πώλησης τις συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτο, με συμφωνία και υπόδειξη του Δ.
Π., ο οποίος και εισέπραξε το αντίτιμο της πώλησης, ήτοι το ποσό των 157.000 ευρώ σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από 25.10.2012 συμφωνητικό. 3) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, εμβαδού 40 τ.μ., υπό στοιχεία Α2 του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της Π2 θέσης στάθμευσης και μία οριζόντια ιδιοκτησία αποθήκη υπό στοιχεία Υ6, εμβαδού 8,39 τ.μ., του υπογείου στο κτήριο Α επί οικοπέδου στη ...
Αττικής στην οδό ...... .... ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας ..... . Για την μεταβίβαση των συγκεκριμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών καταρτίστηκε αρχικά το ....../11.01.2013 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Α. στο οποίο συμβαλλόμενοι ήταν, αφενός η εταιρεία ..... και, αφετέρου ο Δ.Π.. Στο προσύμφωνο αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι καταβλήθηκε αρραβώνας ποσού 72.405,64 ευρώ, εκτός του συμβολαιογραφείου, ποσό που θα συμψηφίζονταν με το τίμημα για την μεταβίβαση, ενώ προβλέφθηκε και δικαίωμα ολοκλήρωσης της μεταβίβασης με αυτοσύμβαση.
Στη συνέχεια συντάχθηκε το ....../13.07.2017 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Λ. . 4) Μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα υπό στοιχεία Β2 του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου με επιφάνεια 40 τ.μ. περίπου και με αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Π3 θέσης στάθμευσης, καθώς και μία οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη υπό στοιχεία Υ10, εμβαδού 9,14 τ.μ., στο κτήριο Α σε οικόπεδο στη ...
Αττικής επί της οδού ..... ..., ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας ...... . Για την μεταβίβαση των συγκεκριμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών καταρτίστηκε αρχικά το ....../11.01.2013 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Α., στο οποίο συμβαλλόμενοι ήταν, αφενός, η εταιρεία ... και, αφετέρου, ο Δ. Π.. Στο προσύμφωνο αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι καταβλήθηκε αρραβώνας ποσού 75.775,88 ευρώ, εκτός του συμβολαιογραφείου, ποσό που θα συμψηφίζονταν με το τίμημα για την μεταβίβαση, ενώ προβλέφθηκε και δικαίωμα ολοκλήρωσης της μεταβίβασης με αυτοσύμβαση.
Στη συνέχεια συντάχθηκε το ...../13.07.2017 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Λ. Τα οριστικά συμβόλαια για την μεταβίβαση των οριζόντιων ιδιοκτησιών προς τον Δ. Π. έλαβαν χώρα μετά από τις από 15.06.2017 εξώδικες προσκλήσεις που επέδωσε στις 16.06.2017 ο Δ. Π. προς τον Θ. Μ., την Ε. Μ. και την εναγόμενη εταιρία, με τις οποίες τους καλούσε να συμπράξουν στην υπογραφή των οριστικών συμβολαίων.
Ο Θ. Μ. και η Ε. Μ., αν και αρχικά αρνήθηκαν να συμπράξουν, αποστέλλοντας προς τον Δ.Π. την από 17.06.2017 εξώδικη απάντησή τους, όπου επικαλούνταν απατηλή συμπεριφορά του τελευταίου, η οποία συνίστατο στην άσκηση της ένδικης αγωγής, ωστόσο συνέπραξαν στην υπογραφή των οριστικών συμβολαίων. Όσο αφορά το σύνολο των μεταβιβάσεων των ακινήτων οι διάδικοι ούτε επικαλούνται ότι έχει λάβει χώρα μεταγραφή των τίτλων στα βιβλία μεταγραφών των αρμόδιων υποθηκοφυλακείων ή καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία των αρμόδιων κτηματολογικών γραφείων, ούτε προσκομίζουν αντίστοιχα πιστοποιητικά.
Ωστόσο, από τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς συνάγεται ότι οι διάδικοι συνομολογούν ότι έχουν ολοκληρωθεί πλήρως και τυπικά οι μεταβιβάσεις των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών ήτοι κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή. Στις 04.02.2013 η ενάγουσα εταιρία ".......", σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της Δ.
Π. και του Θ. Μ., ατομικά και για λογαριασμό των φυσικών και νομικών προσώπων που εκπροσωπούσε και που είχαν αποτυπωθεί στα διάφορα ιδιωτικά συμφωνητικά που αναφέρονται ανωτέρω, μεταξύ των οποίων το από 25.10.2012 συμφωνητικό, μεταβίβασε προς την εναγόμενη εταιρία ".......", τα εμπορεύματα που υπήρχαν κατά το χρόνο εκείνο στο κατάστημα και στην αποθήκη, που διατηρούσε έως τότε στο ακίνητο επί της οδού ..... ...
στον .... και στη συνέχεια παρέδωσε στην εναγόμενη τα κλειδιά του καταστήματος και της αποθήκης προκειμένου να εγκατασταθεί η εναγόμενη και να συνεχίσει τη λειτουργία του καταστήματος στο δικό της πια όνομα. Προκειμένου να λάβει χώρα νόμιμα η μεταβίβαση αυτή των κινητών πραγμάτων (εμπορευμάτων, παγίων και εξοπλισμού) η ενάγουσα εξέδωσε τα ενσωματωμένα στο δικόγραφο της αγωγής τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, όπου καταγράφονται αναλυτικά, κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και αξία Φ.Π.Α., τα μεταβιβαζόμενα κινητά.
Πιο συγκεκριμένα εκδόθηκαν τα εξής τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής: 1) το 63/04.02.2013 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο αξίας 17.292,53 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 2) το 64/04.02.2013 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο αξίας 10.258,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 3) το 65/04.02.2013 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο αξίας 1.414,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 4) το 67/04.02.2013 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο αξίας 2.177,10 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ., 5) το 151/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.438,60 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 6) το 152/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 5.068,29 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 7) το 153/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 4.260,17 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 8) το 154/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.870,17 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 9) το 155/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 17.964,09 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 10) το 156/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.151,95 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 11) το 157/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 6.379,73 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 12) το 158/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 6.394,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 13) το 159/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 6.768,38 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 14) το 160/04.02.2013 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής αξίας 4.469,01 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 15) το 161/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 14.508,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 16) το 162/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 24.250,57 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 17) το 163/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 19.547,54 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 18) το 164/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.747,53 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 19) το 165/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 8.324,04 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 20) το 166/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 4.532,64 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 21) το με αριθμό 167/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 5.491,74 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 22) το με αριθμό 168/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 12.992,91 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 23) το με αριθμό 169/ 04.02.2013 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής αξίας 13.779,67 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, 24) το 170/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 9.070,64 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 25) το 171/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 9.051,15 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 26) το 172/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 8.160,72 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 27) το 173/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 7.914,45 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, 28) το 174/04.02.2013 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής αξίας 6.934,13 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 29) το 175/04.02.2013 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής αξίας 7.413,59 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 30) το 176/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 5.936,56 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 31) το 177/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 5.977,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 32) το 178/04.02.2013 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής αξίας 5.573,31 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 33) το 179/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 5.881,92 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 34) το 180/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 4.738,12 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 35) το 181/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.742,43 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 36) το 182/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.562,83 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 37) το 183/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 3.607,95 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 38) το 184/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 2.813,33 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 39) το 185/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 2.414,07 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 40) το 186/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 2.674,17 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 41) το 187/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 2.277,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 42) το 188/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.929,08 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 43) το 189/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.802,23 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 44) το 190/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.549,06 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 45) το 191/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.579 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 46) το 192/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.331,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 47) το 193/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.305,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., 48) το 194/04.02.2013 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής αξίας 1.276,81 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α..
Τα παραστατικά (τιμολόγια - δελτία αποστολής) που εκδόθηκαν από την ενάγουσα εταιρία για την μεταβίβαση των κινητών πραγμάτων της επιχείρησης προς την εναγόμενη εταιρία, ήταν συνολικής αξίας 308.599,93 ευρώ, ενώ ρητά αναγράφονταν σε καθένα από αυτά ως σκοπός της διακίνησης η πώληση και ότι είχαν εκδοθεί με πίστωση δύο μηνών.
Η έκδοση των δελτίων αποστολής - τιμολογίων έλαβε χώρα χωρίς να προηγηθεί από κοινού καταμέτρηση των εμπορευμάτων και συμφωνία των μερών, όπως ρητά προβλεπόταν στο από 25.10.2012 συμφωνητικό. Στις 06.02.2013 η εναγόμενη εταιρία κατέβαλε στον Δ. Π. το ποσό των 5.000 ευρώ σε μετρητά για την αγορά των εμπορευμάτων του χρωματοπωλείου, καταβολή για την οποία συντάχθηκε χειρόγραφη απόδειξη από τον λαβόντα, ενώ την 01.03.2013 καταβλήθηκε από την εναγόμενη το ποσό των 6.000 ευρώ για την ίδια αιτία, με σύνταξη νέας χειρόγραφης απόδειξης.
Στις 06.02.2013 η εναγόμενη εταιρία ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο και δη τον Χ. Κ., μηχανολόγο μηχανικό ηλεκτρονικών υπολογιστών, να διενεργήσει απογραφή στα υφιστάμενα εντός της επιχείρησης εμπορεύματα. Μετά από δεκαήμερη απογραφή ο διενεργήσας αυτή συνέταξε το από 18.02.2013 πρακτικό απογραφής και σχετική έκθεση απογραφής, όπου αναφέρεται ότι η πραγματική εμπορική αξία των εμπορευμάτων στην αποθήκη της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 156.965,50 ευρώ και όχι στο ποσό των 248.191 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως υποστήριζε η ενάγουσα, ενώ χαρακτήριζε ως άνευ αξίας ή αλλιώς "νεκρό" απόθεμα που είχε παραμείνει στην αποθήκη για χρονικό διάστημα 10 ετών, αξίας 66.690 ευρώ.
Τον Μάρτιο του 2013 υπογράφηκε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ, αφενός, του Δ. Π. και, αφετέρου, της εναγόμενης εταιρίας που εκπροσωπήθηκε από τον Θ. Μ... Με το συμφωνητικό αυτό έγιναν δεκτά από τα μέρη τα εξής: "η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ...... με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον Δ.
Π. πώλησε στην δεύτερη συμβαλλόμενη "......" διάφορα εμπορεύματα. Με το παρόν συμφωνείται ότι ο Δ. Π. αποδέχεται και αναλαμβάνει ως αυτοφειλέτης να εξοφλήσει ο ίδιος προσωπικά τον Φ.Π.Α που αντιστοιχεί στην πώληση των εμπορευμάτων αυτών και μέχρι του ποσού των ευρώ 25.000. 2) Αντίστοιχα σε αντιστάθμισμα για την παραπάνω καταβολή η ομόρρυθμη εταιρεία "......", αναλαμβάνει να καταβάλλει αυτή την αποζημίωση απόλυσης του εργαζόμενου ....
ο οποίος εργαζόταν στην μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ. 3) Συμφωνείται ότι τα ποσά που θα καταβάλλει κάθε μέρος θα είναι ισόποσα και αντίστοιχα. Δηλ. ότι ποσό θα καταβάλλει ο Δ. Π. για Φ.Π.Α, το ίδιο ποσό θα καταβάλλει και η "......" για αποζημίωση απόλυσης. 4) Με την προϋπόθεση ότι οι δύο συμβαλλόμενοι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν για την καταβολή αντίστοιχων κατά περίπτωση χρηματικών ποσών, όπως στα παραπάνω αναφέρεται, τότε συμφωνείται ότι ουδεμία αξίωση υπάρχει μεταξύ τους σε σχέση με τη συμφωνία περί αντίστοιχων και ισόποσων καταβολών που περιγράφονται στο παρόν συμφωνητικό".
Στις 31.05.2013 η εναγόμενη εταιρία επέδωσε στον Δ. Π. την από 25.05.2013 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση, με την οποία, όπως εκτίθεται σε αυτή, συνόψιζε όσα προφορικά είχαν εκτεθεί μεταξύ τους σχετικά με την αξία των εμπορευμάτων, ότι δηλαδή από την απογραφή των εμπορευμάτων προέκυψε ότι η αξία τους ήταν σημαντικά μικρότερη, αφού 830 είδη που περιέχονταν στη λίστα των εμπορευμάτων δεν βρέθηκαν καθόλου, ενώ υπήρχε και στοκ 383 ειδών που δεν είχε κινηθεί για τα 10 τελευταία έτη, γεγονότα που αν ήταν γνωστά σε αυτή (την εναγόμενη εταιρία) δεν θα είχε προβεί στην ολοκλήρωση της συμφωνία ή θα είχε διαφοροποιηθεί το οικονομικό σκέλος αυτής.
Με την ίδια εξώδικη δήλωση η εναγόμενη εταιρία ανακάλεσε τρεις επιταγές και πιο συγκεκριμένα α) την με αριθμό 20160692-5 επιταγή της τράπεζας ......, ποσού 50.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.05.2013, β) την με αριθμό 20160731-0 επιταγή της τράπεζας ......., ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.06.2013 και γ) την με αριθμό 20160748-4 επιταγή της τράπεζας ....., ποσού 20.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30.07.2013, οι οποίες είχαν εκδοθεί εις διαταγήν του Δ.
Π.. Επίσης, με την ίδια εξώδικη δήλωση η εναγόμενη εταιρία επεσήμανε στον Δ. Π. ότι, αν και είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει ξυλουργικές εργασίες ύψους 30.000 ευρώ στην οικοδομή επί της οδού .... .... στο ...., δεν είχε προβεί στις αναγκαίες ενέργειες. Στις 22.11.2013 υπογράφηκε ένα ακόμα συμφωνητικό μεταξύ, αφενός, του Θ.
Μ., ατομικά και ως εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας, και, αφετέρου, του Δ. Π.. Με το συμφωνητικό αυτό τα μέρη συμφώνησαν ότι ο Δ. Π. θα επέστρεφε την 20160692-5 μεταχρονολογημένη επιταγή της ....... με ημερομηνία έκδοσης 30.05.2013 ποσού 50.000 ευρώ και τα μέρη δεν θα είχαν καμία απαίτηση συνδεόμενη με την επιταγή. Η επιταγή αυτή είχε δοθεί σε εφαρμογή του από 25.10.2012 συμφωνητικού και δη του όρου Β στοιχ. 1 και 2, ήτοι του όρου της συμφωνίας για καταβολή μετρητών 200.000 ευρώ.
Η επιταγή αυτή ήταν μία από τις αναφερόμενες στην από 25.05.2013 εξώδικη δήλωση του Β.Μ. με την οποία ο τελευταίος ανακάλεσε τρεις επιταγές, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω. Με το συγκεκριμένο συμφωνητικό, ήτοι το από 22.11.2013, οι συμβαλλόμενοι συμφωνούσαν ότι ως προς τη συγκεκριμένη επιταγή η εξώδικη δήλωση δεν έχει αντικείμενο γιατί επιστράφηκε αυτή στον Θ.Μ..
για λογαριασμό του Β.Μ. και δεν υπάρχει απαίτηση από την εν λόγω επιταγή. Εκεί αναφέρεται επίσης ότι στην εν λόγω επιταγή που επιστρέφεται περιλαμβάνεται το ποσό των 35.000 ευρώ που όφειλε ο Δ. Π. στον Θ. Μ.. για να καλύψει έξοδα νομιμοποίησης ημιυπαιθρίων χώρων και σύνδεση των παροχών ΔΕΚΟ και θυροτηλεόρασης, αλλά και ξυλουργικές εργασίες για το διαμέρισμα της οδού ...
στο .... Το υπόλοιπο ποσό των 15.000 ευρώ ο Θ. Μ. ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον Π. ως εξής: ποσό 7.500 ευρώ σε μετρητά αμέσως παράλληλα με την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης του ως άνω διαμερίσματος στο Γ. Γ. και ποσό 7.500 ευρώ με την 06779911-6 μεταχρονολογημένη επιταγή της ...... με ημερομηνία έκδοσης 30.05.2014 με εκδότη τον Θ.
και εις διαταγή του Π.. Όσο αφορά τις καταβολές είτε με μετρητά είτε με επιταγές αποδείχθηκαν τα εξής: Όπως προκύπτει από το από Σεπτέμβριο του 2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, ο Δ. Π. έλαβε ως προκαταβολή για τη συμφωνία το ποσό των 17.000 ευρώ δια της 20160572-4 επιταγής της τράπεζας ..... , με ημερομηνία 10.09.2012, με εκδότη τον Β.
Μ. και πληρωτέα εις διαταγή του Δ. Π.. Με το από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό προβλεπόταν, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η παράδοση προς τον Δ. Π. των παρακάτω επιταγών: α) της επιταγής της τράπεζας ...... με αριθμό 20160628-3, με φερόμενη ημερομηνία 29.10.2012 ποσού 20.000 ευρώ, β) της επιταγής της τράπεζας ...... με αριθμό 20160634-8 με φερόμενη ημερομηνία 28.02.2013 ποσού 15.000 ευρώ, γ) της επιταγής της τράπεζας ......
με αριθμό 20160641-1 με φερόμενη ημερομηνία 30.032013, ποσού 10.000 ευρώ και δ) της επιταγής της τράπεζας ....... με αριθμό 20160657-7 με φερόμενη ημερομηνία 30.04.2013 με ποσό 15.000 ευρώ. Ήτοι με τις επιταγές αυτές ο Δ. Π. έλαβε το ποσό των 77.000 ευρώ, γεγονός που συνομολογεί και η εναγόμενη εταιρία με τις έγγραφες προτάσεις της (σελ. 44 των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σελ. 48 των αντίστοιχων προτάσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου).
Ο Δ. Π. εισέπραξε το ποσό των 6.000 ευρώ σε μετρητά την 01.03.2013, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ σε μετρητά στις 06.02.2013, όπως προαναφέρθηκε, των καταβολών αποδεικνυομένων με χειρόγραφες αποδείξεις του ίδιου του λαβόντα, στις οποίες μνημονεύεται ότι οι καταβολές έγιναν "δια την αγορά των εμπορευμάτων του χρωματοπωλείου".
Επιπλέον των ανωτέρω ο Δ. Π. έλαβε από την εναγόμενη την 21787166-6 επιταγή της τράπεζας ......, ποσού 7.000 ευρώ, με ημερομηνία 01.03.2013, έκδοσης της εναγόμενης, η οποία εκδόθηκε εις διαταγήν του και την οποία ο ίδιος, όπως συνομολογεί, οπισθογράφησε στον Β.Κ., εργαζόμενο της ενάγουσας εταιρίας. Το ποσό αυτό αφορούσε την αποζημίωση του συγκεκριμένου υπαλλήλου της ενάγουσας για την απόλυση του, η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο Δ.Π.
με το από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό. Όσο αφορά την συγκεκριμένη επιταγή η ενάγουσα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι όντως εκδόθηκε στο όνομα του νόμιμου εκπροσώπου της, ο οποίος την οπισθογράφησε στον πρώην εργαζόμενο της ενάγουσας, εξοφλώντας με αυτήν την οφειλόμενη αποζημίωση, πλην όμως (ισχυρίζεται) ότι δεν γνωρίζει από ποιόν και πότε εισπράχθηκε η επιταγή και σε κάθε περίπτωση δεν σχετίζεται με την πώληση των εμπορευμάτων.
Επίσης η εναγόμενη εταιρία εξέδωσε την 005719289-8 επιταγή της τράπεζας ......, με ημερομηνία 21.03.2013, ποσού 29.000 ευρώ, εις διαταγήν της ιδίας, την οποία στη συνέχεια οπισθογράφησε προς τον Δ. Π.. Ο τελευταίος, όπως ρητά συνομολογείται από την ενάγουσα (σελ. 47, 48 των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σελ. 52, 53 των προτάσεων της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), εξόφλησε με αυτή την αποζημίωση απόλυσης εργαζόμενου της ενάγουσας Γ.
Γ., η οποία ανερχόταν ακριβώς στο ποσό των 29.000 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ του Δ. Π. και του Θ. Μ. με το από 25.10.2012 συμφωνητικό, που προέβλεπε απόλυση όλου του προσωπικού της ενάγουσας, αλλά και των προβλεπόμενων στο από Μάρτιο 2013 συμφωνητικό, με το οποίο ο Δ. Π. ανέλαβε να καταβάλει το ΦΠΑ για την μεταβίβαση των εμπορευμάτων και η ενάγουσα την αποζημίωση του εργαζόμενου.
Όσον αφορά τις δυο ως άνω επιταγές, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, αν και η εγχείριση επιταγής δεν συνιστά εξόφληση, αλλά υπόσχεση χάριν καταβολής, ωστόσο η ενάγουσα συνομολογεί ότι με τις δύο αυτές επιταγές εξόφλησε δικές της οφειλές και πιο συγκεκριμένα τις αποζημιώσεις των δύο ως άνω αναφερόμενων εργαζομένων της, των οποίων την σύμβαση εργασίας κατήγγειλε, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με το από 25.10.2012 συμφωνητικό.
Η εξόφληση των δικών της υποχρεώσεων προκύπτει σαφώς από τους ισχυρισμούς της, αφού όσο αφορά τον εργαζόμενο της Β. Κ., προς τον οποίο οπισθογράφησε περαιτέρω την 21787166-6 επιταγή της τράπεζας ......, η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η επιταγή τελικά (ήτοι αφού την οπισθογράφησε η ίδια) δεν πληρώθηκε ή ότι αναγκάσθηκε να καταβάλει η ίδια την αποζημίωση του συγκεκριμένου εργαζόμενου, είτε ότι υποχρεώθηκε να πληρώσει την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεη.
Όσο δε αφορά την 005719289-8 επιταγή της τράπεζας ........ ποσού 29.000 ευρώ η ενάγουσα ρητά συνομολογεί ότι με αυτή εξόφλησε την οφειλή της προς τον εργαζόμενο της από την αποζημίωση απόλυσης. Κατά συνέπεια, υποδεικνύεται ότι με τις συγκεκριμένες επιταγές της εναγόμενης, οι οποίες εγχειρίστηκαν στην ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της, στα πλαίσια των όρων του από 25.10.2012 συμφωνητικού, η ενάγουσα εξόφλησε δικές της οφειλές - υποχρεώσεις κατά τα συμφωνηθέντα.
Αντίθετα, όσο αφορά την 20160686-1 επιταγή της τράπεζας ......., ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία 14.01.2013 και έκδοσης του Β.Μ. δεν αποδείχθηκε αν όντως εγχειρίστηκε στην ενάγουσα, ούτε αν πληρώθηκε, γεγονότα που η ενάγουσα ρητά αρνείται. Κατά συνέπεια, ως προς τη συγκεκριμένη επιταγή ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δόθηκε στην ενάγουσα σε (μερική) εξόφληση της οφειλής της δεν αποδεικνύεται βάσιμος.
Επίσης στις καταβολές μετρητών χρημάτων που έγιναν από τους Δ. και Β. Μ. προς τον Δ. Π. θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 7.500 ευρώ που έλαβε ο Δ. Π. κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών στο ακίνητο επί της οδού ..... στο ..... με το από 22.11.2013 συμφωνητικό να επέχει θέση απόδειξης της καταβολής (σελ. 4 του από 22.11.2013 συμφωνητικού).
Στο ίδιο συμφωνητικό αναφέρεται ότι δόθηκε στον Δ. Π. και μία επιταγή της τράπεζας ... με αριθμό 06779911-6 ποσού 7.500 ευρώ, για την οποία η ενάγουσα έμμεσα συνομολογεί (σελ. 54, 55 των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεων της) ότι την εισέπραξε. Η ομολογία αυτή προκύπτει από τον ισχυρισμό ότι η με αριθμό 20160692-5 επιταγή της τράπεζας ......
ποσού 50.000 ευρώ (για την οποία έγινε αναφορά ανωτέρω) συμψηφίστηκε με άλλες απαιτήσεις ίσης αξίας, οι οποίες, πάντα κατά το από 22.11.2013 συμφωνητικό ήταν: α) οι ξυλουργικές εργασίες και εργασίες σύνδεσης με κοινόχρηστα δίκτυα κλπ που όφειλε ο Δ. Π. ύψους 35.000 ευρώ, β) το ποσό των 7.500 ευρώ που έλαβε σε μετρητά και γ) το ποσό των 7.500 ευρώ που έλαβε με την ως άνω ισόποση επιταγή της ......
Από το σύνολο των ως άνω εκτιθέμενων προκύπτουν, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα εξής: μεταξύ του Δ. Π. και του Θ. Μ. έγινε μία συνολική συμφωνία από το Φθινόπωρο του 2012, η οποία αποτυπώθηκε ως προς τα βασικά της σημεία στο από Σεπτέμβριο 2012 συμφωνητικό και ακολούθως, με περισσότερες λεπτομέρειες στο από 25.10.2012 συμφωνητικό.
Με τα συμφωνητικά που καταρτίστηκαν στη συνέχεια τα συμβαλλόμενα μέρη επέφεραν στην βασική αυτή συμφωνία επιμέρους τροποποιήσεις που αφορούσαν λεπτομέρειες της όλης συναλλαγής. Στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας που καταρτίστηκε, ο Δ. Π. ανέλαβε ρητά την υποχρέωση (σελ. 2 του από 25.10.2012 συμφωνητικού) να μεταβιβάσει στον Δ.
Μ. και στον Β. Μ., από κοινού, "το τριώροφο της οδού ... ... καθώς και την επιχείρηση (χρωματοπωλείο, είδη κιγκαλερίας), που διαθέτει στο ισόγειο". Για την ενάγουσα ο Δ. Π. είχε σύμφωνα με το συγκεκριμένο συμφωνητικό τη δυνατότητα είτε να την μεταβιβάσει ολόκληρη στους αγοραστές, ήτοι τον εξοπλισμό και τα πάγια του καταστήματος, το πελατολόγιο και το εμπόρευμα, είτε να μεταβιβάσει όλα τα παραπάνω (εμπορεύματα, πάγια εξοπλισμό, πελατολόγιο) στους αγοραστές και να μεταφέρει τυπικά την επιχείρηση σε άλλη έδρα (σελ. 2 του από 25.10.2012 συμφωνητικού).
Μοναδικό στοιχείο που είχε αφεθεί να προσδιοριστεί στο μέλλον με κοινή καταμέτρηση και κοινή συμφωνία των μερών ήταν η αξία των εμπορευμάτων, παγίων και λοιπού εξοπλισμού της ενάγουσας, από το οποίο και εξαρτήθηκε το ακριβές ύψος μίας από τις αντιπαροχές των αντισυμβαλλόμενων. Επίσης συμφωνήθηκε να εκτελέσει ξυλουργικές εργασίες σε μία από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και να δωρίσει στους τρίτους αγοραστές κουζίνες συνολικής αξίας 30.000 ευρώ από επιχείρηση που του όφειλε τέτοια προϊόντα.
Στη συμφωνία αυτή ο Δ. Π. συμμετείχε όχι μόνο ατομικά, αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ενάγουσας. Αν και δεν αναφέρεται ρητά στα συμφωνητικά ότι ο Δ. Π. παρίστατο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, αυτό συνάγεται με σαφήνεια από το γεγονός ότι με τα συμφωνητικά αυτά ο Δ.Π., όντας μοναδικός εταίρος και μοναδικός διαχειριστής της ενάγουσας, δεσμεύει την εταιρία αναλαμβάνοντας την υποχρέωση μεταβίβασης όλων των κινητών πραγμάτων της (παγίων, εμπορευμάτων και λοιπού εξοπλισμού), την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της, καθώς και την αλλαγή της έδρας της.
Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο Δ. Π. συμβλήθηκε στο από 25.10.2012 συμφωνητικό μόνο ατομικά και όχι και για λογαριασμό της δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ο Δ. Π., ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός διαχειριστής της ενάγουσας, πράγματι εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του από το συμφωνητικό αυτό, αφού, αφενός, μεταβίβασε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του ακινήτου στην οδό .... ...
στον ..., στους Δ. και Β. Μ. από κοινού (με το ....../11.01.2013 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α.), αφετέρου, μεταβίβασε όλα τα πάγια, τα εμπορεύματα και λοιπό εξοπλισμό της ενάγουσας εταιρίας στην εναγόμενη εταιρία στις 04.02.2013. Σύμφωνα με το από Σεπτέμβριο 2012 και το από 25-10-2012 συμφωνητικό, ως αντιπαροχή για τις ως άνω παροχές ο Δ.
Π. θα λάμβανε τις εκεί αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες από τους αντίστοιχους κυρίους αυτών, το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ, ενώ οι Δ. και Β. Μ. θα αναλάμβαναν και υποχρεώσεις είτε του ίδιου είτε της ενάγουσας εταιρίας έναντι τρίτων, το ύψος των οποίων (υποχρεώσεων) θα κυμαίνονταν ανάλογα με την αξία των εμπορευμάτων, παγίων και εξοπλισμού της ενάγουσας, όπως προεκτέθηκε.
Πράγματι, οι αναφερόμενοι στο συμφωνητικό ως αγοραστές Δ. και Β.Μ., ο Θ. Μ. και οι λοιποί εκπροσωπούμενοι από αυτόν, εκπλήρωσαν τις παροχές τους σύμφωνα με το από 25.10.2012 συμφωνητικό, όπως επιμέρους λεπτομέρειες αυτού ρυθμίστηκαν και τροποποιήθηκαν με τα από Μάρτιο του 2013 και από 22.11.2013 συμφωνητικά. Πιο συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε και ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, οι αγοραστές και τα λοιπά εκπροσωπούμενα από τον Θ.
Μ.. φυσικά και νομικά πρόσωπα, μεταβίβασαν στον Δ. Π., και σε μία περίπτωση σε έναν τρίτο που υποδείχθηκε από τον Δ. Π., τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που ρητά είχαν αναφερθεί στο από 25.10.2012 συμφωνητικό, κατέβαλαν προς τον Δ. Π. το ποσό των 139.000 ευρώ είτε σε μετρητά είτε σε επιταγές, που είτε ο ίδιος συνομολογεί ότι έλαβε, είτε αποδείχθηκε, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα ότι εισέπραξε (με την έννοια ότι τις χρησιμοποίησε για να εξοφλήσει χρέη της ενάγουσας εταιρίας προς τρίτους και δη τους ως άνω αναφερόμενους εργαζομένους της), συμψήφισαν μαζί του το ποσό των 35.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην υποχρέωσή του (του Δ.
Π.) να εκτελέσει ξυλουργικές εργασίες και να δωρίσει κουζίνες στους αγοραστές (σελ. 4 του από 22.11.2013 συμφωνητικού), του κατέβαλαν το ποσό των 48.000 ευρώ που αναφέρεται στο από 11.01.2013 συμφωνητικό (που παρακρατήθηκε και καταβλήθηκε από τη συμβολαιογράφο στη Δ.Ο.Υ. για οφειλές του Δ. Π.), ενώ καταβλήθηκε και το ποσό των 235.000 ευρώ από τους Δ.
και Β. Μ. προκειμένου να εξοφληθεί το δάνειο που είχε χορηγήσει η ..... στον Δ. Π. και το οποίο εξασφαλιζόταν με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου της οδού .... .... . Το γεγονός δε ότι εκπληρώθηκαν οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από το από 25.10.2012 συμφωνητικό, όπως αυτές μερικώς τροποποιήθηκαν από τα συμφωνητικά που ακολούθησαν, προκύπτει, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, και από το γεγονός ότι δεν είναι επίδικες τέτοιες απαιτήσεις.
Η ενάγουσα εταιρία με την από 25.09.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 109251/3062/2014 αγωγή της ζητεί την καταβολή ποσού 308.599,93 ευρώ ως τίμημα για την μεταβίβαση στην εναγόμενη εταιρία των εμπορευμάτων της, του εξοπλισμού της και των παγίων της, επικαλούμενη χωριστή συμφωνία που έλαβε χώρα στις 04.02.2012. Ωστόσο η απαίτησή της αυτή δεν αποδείχθηκε βάσιμη.
Κατ' αρχήν δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός ότι καταρτίστηκε στις 04.02.2013 κάποια νέα συμφωνία για την πώληση των συγκεκριμένων πράγματων, ενώ δεν αναφέρεται στην αγωγή ούτε καν μεταξύ ποιων έλαβε χώρα τέτοια συμφωνία, αν έγινε προφορικά ή γραπτά, με ποιους όρους κλπ. Αντίθετα αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η μεταβίβαση των εμπορευμάτων, παγίων και λοιπού εξοπλισμού της ενάγουσας έλαβε χώρα στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας που αποτυπώθηκε στο από 25.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επίσης δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας που εμπεριέχεται στις προτάσεις της ότι στην ως άνω συμφωνία δεν είχε συμφωνηθεί τίμημα για τα εμπορεύματα, τα πάγια και τον λοιπό εξοπλισμό της, αφού προκύπτει με σαφήνεια από το από 25.10.2012 συμφωνητικό ότι η μεταβίβαση των ως άνω κινητών περιλαμβάνεται στις βασικές συμβατικές υποχρεώσεις του Δ.Π.
έναντι των συμφωνηθεισών αντιπαροχών. Το μόνο στοιχείο που είχε αφεθεί να καθοριστεί μελλοντικά, όπως εκτέθηκε ήδη, ήταν η αξία των εμπορευμάτων, των παγίων και του λοιπού εξοπλισμού, αξία η οποία θα καθόριζε ένα μέρος από το συνολικό τίμημα και δη το ύψος των υποχρεώσεων έναντι τρίτων που θα αναλάμβαναν οι αγοραστές.
Το γεγονός ότι το τίμημα για την μεταβίβαση από την ενάγουσα στην εναγόμενη των ως άνω κινητών πραγμάτων είχε συμπεριληφθεί στη συνολική συμφωνία, όπως περιγράφεται στο από 25.10.2012 συμφωνητικό, συνάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και από το γεγονός ότι στο από Μάρτιο 2013 συμφωνητικό, ήτοι το συμφωνητικό που καταρτίστηκε ένα περίπου μήνα από την έκδοση των επίδικων δελτίων αποστολής - τιμολογίων, αν και γίνεται ρητά λόγος για την πώληση των συγκεκριμένων κινητών πραγμάτων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη, δεν γίνεται καμία αναφορά για καταβολή ή πίστωση του τιμήματος, ή το ύψος αυτού κλπ.
Με το συμφωνητικό αυτό ρυθμίζεται το θέμα της καταβολής του αναλογούντος ΦΠΑ, ο οποίος αν και βάρυνε, κατά νόμο, την εναγόμενη, θα καταβαλλόταν από την ενάγουσα έναντι ισόποσης παροχής της εναγόμενης. Αλλά και στο από 22.11.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι στο συμφωνητικό που καταρτίζεται επτά ολόκληρους μήνες μετά την έκδοση των επίδικων δελτίων αποστολής - τιμολογίων, όπου η ενάγουσα και η εναγόμενη ρυθμίζουν εκατέρωθεν απαιτήσεις συμψηφιστικά, και πάλι δεν γίνεται λόγος για καταβολή τιμήματος για τα επίδικα κινητά.
Και μάλιστα ενώ στις αμοιβαία συμψηφιζόμενες απαιτήσεις περιλαμβάνεται μία από τις τρεις επιταγές που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δόθηκαν στο πλαίσιο της χωριστής συμφωνίας για το τίμημα των κινητών πραγμάτων αλλά ανακλήθηκαν τον Μάιο του 2013. Το τελευταίο αυτό συμφωνητικό δε συντάχθηκε πέντε μήνες μετά τη λήξη της πίστωσης των δύο μηνών που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε χορηγήσει στην εναγόμενη για την καταβολή του τιμήματος.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι είχε συμφωνηθεί χωριστό τίμημα για τα ως άνω κινητά πράγματα, έναντι του οποίου οφείλεται το ποσό των 297.599,93 ευρώ, και έκανε μερικά δεκτή την αγωγή για το ποσό αυτό, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις...". Στη συνέχεια, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, με το από 25-10-2012 συμφωνητικό ο Δ.
Π., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της αναιρεσείουσας, ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους Δ. Μ. και Β.Μ., νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, από κοινού, "το τριώροφο της οδού ..... ... , καθώς και την επιχείρηση (χρωματοπωλείο, είδη κιγκαλερίας) που διέθετε στο ισόγειο", έχοντας τη δυνατότητα είτε να μεταβιβάσει την επιχείρηση ολόκληρη στους αγοραστές, ήτοι τον εξοπλισμό και τα πάγια του καταστήματος, το πελατολόγιο και το εμπόρευμα, είτε να μεταβιβάσει όλα αυτά στους αγοραστές και να μεταφέρει τυπικά την επιχείρηση σε άλλη έδρα, ενώ το μοναδικό στοιχείο που είχε αφεθεί να προσδιορισθεί στο μέλλον με κοινή καταμέτρηση και κοινή συμφωνία των μερών ήταν η αξία των εμπορευμάτων, παγίων και λοιπού εξοπλισμού, τις ως άνω δε αναληφθείσες υποχρεώσεις του ο Δ.
Π., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές του, τις εκτέλεσε, αφού, αφενός μεταβίβασε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του ως άνω ακινήτου και αφετέρου μεταβίβασε όλα τα πάγια, τα εμπορεύματα και λοιπό εξοπλισμό της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη στις 4-2-2013 και ως αντιπαροχή για τις ως άνω παροχές του έλαβε τα συμφωνηθέντα με το προαναφερθέν συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα συμφωνητικά του Μαρτίου και Νοεμβρίου 2013.
Για την μεταβίβαση των εμπορευμάτων, παγίων και λοιπού εξοπλισμού της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας δεν έγινε χωριστή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί πωλήσεως αυτών, καθόσον η μεταβίβασή τους έγινε στο πλαίσιο της συνολικής συμφωνίας τους που περιέχεται στο από 25-10-2012 συμφωνητικό, από το οποίο προκύπτει ότι η εν λόγω μεταβίβαση περιλαμβάνεται στις βασικές αναληφθείσες υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας και το μόνο που αφέθηκε να καθορισθεί στο μέλλον ήταν η αξία των ως άνω μεταβιβασθέντων, η οποία θα καθόριζε το ύψος των υποχρεώσεων έναντι των τρίτων που θα αναλάμβανε η αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 513 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 38/2022, ΑΠ 303/2020, ΑΠ 297/2019, ΑΠ 1829/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε, από τα οποία αποδεικνύεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε ξεχωριστή σύμβαση πώλησης των εμπορευμάτων, παγίων στοιχείων και λοιπού εξοπλισμού της επιχείρησης της αναιρεσείουσας για την οποία συμφωνήθηκε ιδιαίτερο τίμημα και ειδικότερα: 1) την κατάθεση του μάρτυρα Θ.
Μ. που περιέχεται στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 2) τους ισολογισμούς της αναιρεσείουσας εταιρίας για τα έτη 2013, 2014, 2015 και 2016, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία ουδέποτε αναδέχθηκε το παθητικό της αναιρεσείουσας, 3) την από 6-2-2013 χειρόγραφη απόδειξη πληρωμής, από την οποία αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα έλαβε από την αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.000 ευρώ, για την αγορά εμπορευμάτων της επιχείρησής της, 4) το υπ' αριθμ. ....../11-1-2013 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Α. και την πράξη εξόφλησης αυτού, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι αγοραστές εξόφλησαν το οφειλόμενο από την αναιρεσείουσα δάνειο προς την Τράπεζα ...... στο πλαίσιο και μόνο της μεταβίβασης του ακινήτου της τελευταίας, 5) τις από 1-5-2013 και από 25-5-2013 εξώδικες δηλώσεις-γνωστοποιήσεις της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, την από 15-3-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της αγωγής αυτής.
Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία, αλλά για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσε είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η περιεχόμενη στους ίδιους λόγους ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις ως άνω εξώδικες δηλώσεις της, στην αγωγή και τις προτάσεις της, συνισταμένη στο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε χωριστή σύμβαση πωλήσεως των εμπορευμάτων της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και αυτά τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά την αιτίαση της αναιρεσείουσας, εξώδικη ομολογία και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτών και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζήτησης, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποία έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 1024/2013, ΑΠ 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι της αναιρεσείουσας με το από 25-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των οποίων η καταβολή του ποσού των 200.000 ευρώ και η ανάληψη των υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6255/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ