Legislator Case Law & Legislation
393/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for inadmissibly considering a defense not properly raised at first instance.

Case Number 393/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an annulment request. The appellate court erred by considering a defense argument that was inadmissibly raised at the first instance without proper notice or record. Consequently, the Supreme Court annulled the appellate decision regarding this specific error and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Article 8(a) of Section 559 of the Code of Civil Procedure; Article 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appellate court commits an annulable error if it considers a defense argument that was inadmissibly raised at the first instance, violating the principle of adversarial proceedings.

Keywords

AI generated
Article 8a Section 559 inadmissible defense annulment error adversarial proceedings remand for retrial legal representation court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 8(a) of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 393 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 393/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Α. Ζ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου Ν. Ι. Β., 2) Π. Ζ. του Α., κατοίκου Ν. Ι. Β., 3) Σ. Ζ. του Α., κατοίκου Δ..Ε.. Ρ. του Δ. Ρ. Φ. της Π..Ε.. Μ. και 4) Η. Ζ. του Α., κατοίκου Ν. Ι. Β., ως αναγκαίων εκ διαθήκης συγκληρονόμων του αρχικώς ανακόπτοντος συζύγου της α' και πατρός των λοιπών αναιρεσειόντων Α. Ζ. του Η., θανόντος στις 20-6-2018. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Μπαρπάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Ε. - Β. και Τ. εταιρείας με την επωνυμία «Α. Τ. Α. Ε. - Β. Κ. Τ. Ε. Σ. - «Χ. και με τον διακριτικό τίτλο "Α. Τ. Α..Ε..Β..Τ..Ε.. - Σ. - Χ.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελπίδα Καβαλλιεράτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2011 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2021 αίτησή τους και τους από 25-7-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 375/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας, ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας του Α. Ζ. και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 277/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε απορρίψει την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή της, αφού σημειωθεί ότι ο Α.

Ζ. απεβίωσε στις 20/6/2018, δηλαδή μετά την συζήτηση της έφεσης στο Εφετείο και πριν την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται νόμιμα από τους νυν αναιρεσείοντες, οι οποίοι είναι οι μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του (βλ. α) το από 9/2/2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Α.

Ζ. από το Ληξιαρχείο Βόλου, β) το υπ' αρ. 466/28-6-2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βόλου περί δημοσιεύσεως της από 19/4/2007 ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους αναιρεσείοντες, γ) το υπ' αρ. 59.285/12-7-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Βόλου, από το οποίο προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς του και συγκεκρμένα σύζυγός του η πρώτη αναιρεσείουσα και τέκνα του οι λοιποί αναιρεσείοντες και δ) το υπ' αριθμ. 4184/26-9-2023 πιστοποιητικό του τμήματος διαθηκών του Ειρηνοδικείου Βόλου, ότι δεν έχει δημοσιευθεί άλλη διαθήκη του ανωτέρω).

Η αίτηση αναίρεσης και κατά τα λοιπά ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 25/7/2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 28/7/2023 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 1/8/2023 (βλ.

την υπ' αρ. 6581/1-8-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αθανασίου Μήτση), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 25/9/2023, αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 Κ. Πολ. Δ.). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.

Πολ. Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1666, 1667, 1676 παρ. 1, 1678, 1681 και 1682 εδ. α' Α.Κ., όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 Ν. 2447/1996 και ισχύουν από τις 30/12/1996, προκύπτει ότι η θέση ενός προσώπου σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση από το δικαστήριο, για τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 1666 λόγους, έχει ως αποτέλεσμα αυτό να καταστεί ανίκανο να καταρτίσει αυτοπροσώπως δικαιοπραξίες ή να διεξάγει δίκες, που αφορούν στο πρόσωπό του ή την περιουσία του (άρθρα 1676 παρ. 1, 1678), τις οποίες τελεί ο ορισθείς δικαστικός συμπαραστάτης, ο οποίος εκπροσωπεί τον συμπαραστατούμενο, ενεργώντας αντί αυτού, εφαρμοζομένων αναλόγως, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο, των διατάξεων για την επιτροπεία ανηλίκων (άρθρο 1682 εδ.

α'), (ΑΠ 766/2015), και ότι τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση (άρθρο 1681 εδ. α'), με την οποία είναι υποχρεωτικός ο διορισμός και προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (άρθρο 1672 εδ. τελευταίο), ο οποίος θα ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, οπότε θα αρχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του ο ορισθείς τελεσίδικα δικαστικός συμπαραστάτης (άρθρο 1681 εδ.

β'). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 775 και 777 ΑΚ , όπως το πρώτο τούτων ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 Ν. 2447/1996 "η εταιρεία λύεται με την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση ή την κήρυξη σε πτώχευση ενός από τους εταίρους, εκτός αν συμφωνήθηκε πως σ` αυτή την περίπτωση η εταιρεία θα συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων", και "η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύσης της, εφ` όσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης.

Από τη λύση παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1681 εδ. α'ΑΚ και με τις διατάξεις των άρθρων 72 επ. ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί των προσωπικών εταιρειών, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία κατά το άρθρο 18 Εμπ. Ν., όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 2 του άρθρου 294 του ν.4072/2012 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, που αναφέρεται σε διαφορά η οποία εξελίχθηκε κατά το προγενέστερο της ως άνω κατάργησης διατάξεων του Ε.Ν.

χρονικό διάστημα (ΑΠ 1818/2014), συνάγονται τα εξής: α) η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση ενός από τους εταίρους ομόρρυθμης εταιρείας, επιφέρει την άμεση λύση της εταιρείας από την δημοσίευση της σχετικής απόφασης, εκτός αν συμφωνήθηκε να συνεχίζεται αυτή μεταξύ των λοιπών εταίρων και β) η εταιρεία μετά τη λύση της εισέρχεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης, που έγκειται στον προσδιορισμό του ενεργητικού, τη διαπίστωση και την εξόφληση των πάσης φύσεως χρεών και στη συνέχεια στην επιστροφή των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων (πρβλ ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 822/2021, ΑΠ 1818/2014).

Η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και υποκείμενο της έννομης σχέσης της δίκης, ούτε επιφέρει τη βίαιη διακοπή αυτής, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες της και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.

Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο (ΑΠ 693/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Εμπορικού Νόμου (ΕΝ), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 115 παρ.1γ' Ν.4635/2019, "Η περίληψις των καταστατικών εγγράφων των ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών πρέπει να παραδίδεται, εντός δεκαπέντε ημερών από της χρονολογίας του εγγράφου, εις το γραφείον του εμποροδικείου του νομού, όπου ευρίσκεται το εμπορικόν της εταιρείας κατάστημα, δια να αντιγραφή εις το βιβλίον και, τοιχοκολληθέν, να μείνη τρεις ολόκληρους μήνας εκτεθειμένον εις το ακροατήριον.

Εάν η εταιρεία έχη πολλά εμπορικά καταστήματα εις διαφόρους νομούς, η παράδοσις, η αντιγραφή και η τοιχοκόλλησις της περιλήψεως θέλουν γενή εις το εμποροδικείον εκάστου νομού. Η αθέτησις των διατυπώσεων τούτων επιφέρει ακύρωσιν ως προς τους συνεταίρους. Ούτοι όμως δεν δύνανται να προτείνωσιν την έλλειψιν καμμιάς αυτών κατά τρίτου τινός".

Από την διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με την εφαρμοζόμενη στην κρινόμενη περίπτωση διάταξη του άρθρου 46 του ιδίου ΕΝ, η οποία καταργήθηκε μεν με το άρθρο 36 παρ. Α γ' του Ν. 3419/2005 "Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και Εκσυγχρονισμός της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας", ο οποίος όμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 αυτού τέθηκε τελικά σε εφαρμογή, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, στις 17-10-2010, με την Κ1 - 1541/2010 (ΦΕΚ Β'1117/2010) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, δηλαδή μετά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και ορίζει (το άρθρο 46) ότι "Η μετά την προθεσμίαν εξακολούθησις εταιρείας τινός πρέπει να αποδεικνύεται δια δηλώσεως των συνεταίρων.

Η δήλωσις αύτη και όλα τα έγγραφα τα περί διαλύσεως εταιρείας τινός προ της προθεσμίας της δια την διάρκειαν αυτής ωρισμένης εις το καταστατικόν έγγραφον, πάσα αλλαγή ή παραίτησις συνεταίρων, πάσα νέα συνομολογία, πας νέος όρος, πάσα μεταβολή της εταιρικής επωνυμίας, υπόκεινται εις τας διατυπώσεις τας εις τα άρθρα 42, 43 και 44 διαλαμβανομένας" συνάγεται ότι και η, κατά τα ανωτέρω, υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση ομορρύθμου εταίρου, η οποία επιφέρει την λύση της ομορρύθμου εταιρείας, πρέπει να υποβάλλεται στις προβλεπόμενες στο άρθρο 42 ΕΝ διατυπώσεις δημοσιότητας, η παράλειψη της τηρήσεως των οποίων συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία όμως, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών και την αρχή του φαινομένου δικαίου, που κρατεί στις εμπορικές συναλλαγές, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις προς τα έξω σχέσεις της ομόρρυθμης εταιρείας, εφόσον αυτή λειτούργησε μετά την λύση της αυτή και πριν την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας και κατάρτισε συμβάσεις με καλόπιστους τρίτους, που αγνοούσαν την λύση της εταιρείας και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι όλες οι πράξεις που έγιναν μέχρι την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας δεν θίγονται και ότι η εταιρεία αλλά και οι ομόρρυθμοι εταίροι της ευθύνονται για τις υποχρεώσεις, που ανελήφθησαν, έναντι των καλοπίστων αυτών τρίτων (πρβλ ΑΠ 522/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν της από 1.3.2011 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητης)... εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 18.067/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Α.

Η..Ζ. Ο..Ε.. «Ε. Σ. & Ο. Υ., με βάση τα αναφερόμενα σ'αυτήν τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων-δελτία αποστολής, στα πλαίσια διαδοχικών συμβάσεων πώλησης μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής διορθώθηκε με την υπ' αρ. 19227/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο η καθ' ης επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση την 25.5.2011 με την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή στους ομόρρυθμους εταίρους της ως άνω επιτασσόμενης εταιρίας, μεταξύ των οποίων είναι και ο Α.

Ζ., ο οποίος τελεί υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση και νομίμως αντιπροσωπεύεται από την οριστική δικαστική συμπαραστάτριά του Μ. Ζ., ανακόπτουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), δυνάμει της υπ' αριθμ. 208/2009 οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (ενν. το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου) (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας "Α. Ζ. Ο..Ε..", διαχειριστές είναι όλοι οι συνέταιροι και ενεργούντες από κοινού εκπροσωπούν την εταιρία συμβαλλόμενοι επ' ονόματι και για λογαριασμό της και, μεταξύ άλλων, προβαίνουν σε πωλήσεις και αγορές κινητών και ακινήτων της εταιρίας.

Ο Α. Ζ., λόγω βαρύτατου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη την 22.4.2008, περιήλθε σε σοβαρή για την υγεία του κατάσταση παρουσιάζοντας έκτοτε αφασικές διαταραχές και δεξιά ημιπληγία με έλλειψη επικοινωνίας με το περιβάλλον και αδυναμία ομιλίας, γεγονότα που τον κατέστησαν ανάπηρο σε ποσοστό 70%.

Τα ανωτέρω δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου (εκούσια δικαιοδοσία) με την υπ' αριθμ.208/30.3.2009 οριστική απόφασή του, και υπέβαλε τον Α. Ζ. σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, ορίζοντας ως δικαστική συμπαραστάτρια τη σύζυγό του Μ. Ζ.. Με την υποβολή του ανωτέρω ομόρρυθμου εταίρου σε δικαστική συμπαράσταση και δη με τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, την 30.3.2009, οπότε και επέρχονται τα αποτελέσματά της, η εταιρία "Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε.." λύθηκε αυτοδικαίως (775 ΑΚ), λόγω υπάρξεως δύο εταίρων, οπότε η υποβολή σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης του ενός επιφέρει κατ' ανάγκη τη λύση της εταιρίας και τη θέση αυτής σε εκκαθάριση, δεδομένου ότι ελλείπει η δυνατότητα συνεργασίας και συλλογικής προσφοράς εργασίας. Παρά το γεγονός αυτό, το άλλο ομόρρυθμο μέλος, Δ.

Ζ., με εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στη δικαστική συμπαραστάτρια του Α. Ζ. και ανακόπτουσα την 6.8.2010, προέβη σε καταγγελία της εταιρίας, καταχωρήθηκε δε αυτή στα βιβλία του Πρωτοδικείου Βόλου την 9.8.2010. Εν τω μεταξύ η ανακόπτουσα είχε ήδη υποβάλει την από 14.6.2010 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να της παρασχεθεί άδεια να λύσει την εταιρία και να ορίσει εκκαθαριστή.

Επί της τελευταίας αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ 621/2010 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε το αίτημα περί παροχής άδειας λύσης της εταιρίας με την αιτιολογία ότι η εταιρία είχε ήδη λυθεί με την από 6.8.2010 καταγγελία του Δ. Ζ.. Ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η εν λόγω εταιρία είχε ήδη λυθεί αυτοδικαίως με την υποβολή του Α.

Ζ. σε δικαστική συμπαράσταση, οπότε, η μεταγενέστερη καταγγελία εκ μέρους του Δ. Ζ. δεν ασκούσε έννομη επιρροή. Η κρίση του τελευταίου Δικαστηρίου αναφορικά με τη λύση της εταιρίας λόγω καταγγελίας δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, ως μη παράγουσα δεδικασμένο, διότι επιπλέον οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν έχουν ως αντικείμενο την αναγνώριση δικαιωμάτων ή έννομων σχέσεων ...Η ενέργεια που ασκεί για την παρούσα δίκη έννομη επιρροή ήταν η δημοσίευση της λύσης της εταιρίας που επήλθε και συγκεκριμένα η καταχώρηση της λύσης στα βιβλία του Πρωτοδικείου, η οποία βέβαια έλαβε χώρα την 9.8.2010.

Τούτο διότι κατά το άρθρο 46 ΕμπΝ απαιτείται η δημοσίευση της μεταβολής της εταιρικής συμβάσεως, όπως είναι η λύση της εταιρίας, έναντι των τρίτων, οι οποίοι νομίμως θεωρούν την εταιρία υφιστάμενη, εφόσον δεν δημοσιεύθηκε η ανωτέρω λύση, καθ' όσον η δημοσίευση αυτή επιβάλλεται για την προστασία των τρίτων, ενώ για τους συμβληθέντες τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται από τη δημοσίευση της θέσης σε δικαστική συμπαράσταση ενός εκ των αυτής εταίρων.

Αντιθέτως η μη τήρηση των κατά το άρθρο 46, σε συνδ. με τα άρθρα 42-44 ΕμπΝ, διατυπώσεων δημοσιότητας της λύσεως της εταιρίας και η εντεύθεν σχετική ακυρότητα δεν μπορεί να προταθεί έναντι των καλόπιστων τρίτων. Ούτε εξάλλου προκύπτει ότι έγινε δημοσίευση της λύσης, που επήλθε με την υποβολή του προαναφερόμενου εταίρου σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, στο ΓΕΜΗ, ώστε να μπορεί να αντιταχθεί η λύση της εταιρίας έναντι τρίτων (άρθρ1,16 ν. 3419/2005).

Αποδείχθηκε δε ότι οι συμβάσεις πώλησης μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της εταιρίας "Α. Η.. Ζ. Ο..Ε.." καθώς και η έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων- δελτίων αποστολής, βάσει των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 18067/2011 διαταγή πληρωμής, έλαβαν χώρα από την 30.12.2009 έως την 6.7.2010. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ΤΙΓ 44570/30.12.2009... (αναφέρονται αναλυτικά 13 τιμολόγια - δελτία αποστολής) συνολικού ποσού 153.569,61 ευρώ και παραδόθηκαν τα αναφερόμενα και περιγραφόμενα λεπτομερώς σε αυτά εμπορεύματα στην εταιρεία "Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε..". Τις συμβάσεις αυτές σύναψε για λογαριασμό της εταιρείας ο Δ. Ζ. χωρίς τη σύμπραξη του Α. Ζ., γεγονός αδιαμφισβήτητο, αφού ήδη η κατάσταση της υγείας του ήταν δεινή και δεν είχε επικοινωνία με το περιβάλλον. Κατά τους κατωτέρω χρόνους, όμως, δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας για τη λύση της εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης γνώριζε την υποβολή του Α. Ζ. σε δικαστική συμπαράσταση, όπως σαφώς κατέθεσε ο μάρτυράς της, ..., ο οποίος ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος της καθ' ης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η συνεργασία των δύο εταιριών ήταν πολυετής, ήτοι από το 2001... και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής ο Δ.

Ζ. ήταν το πρόσωπο που συναλλασσόταν με την καθ' ης, ενώ ο Α. Ζ., αφενός απασχολείτο με την παραγωγή και την παράδοση των εμπορευμάτων, αφετέρου πρακτικά από το έτος 2000 είχε φύγει από την εταιρία "Α. Η.. Ζ. Ο..Ε.." και εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού σε άλλο εργοδότη. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι κατά το χρόνο που συνήφθησαν οι συμβάσεις πώλησης δεν είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας περί λύσης της εταιρίας "Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε.." και ότι η καθ' ης αφενός δεν γνώριζε το γεγονός της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση του Α. Ζ. και της λύσης της, αφετέρου όλα τα έτη της συνεργασίας των δύο προαναφερόμενων εταιριών, η πρακτική ήταν ο Δ. Ζ. να εκπροσωπεί και μόνος του αυτήν. Επομένως, παρά το γεγονός ότι ο Δ. Ζ. δεν είχε από μόνος του εξουσία εκπροσώπησης της εταιρίας, αφού κατά το καταστατικό οι δύο συνέταιροι εκπροσωπούσαν από κοινού την εταιρία, οι επίδικες συμβάσεις πώλησης είναι έγκυρες, διότι μετά τη σύναψή τους η αντιπροσωπευόμενη εταιρία ενέκρινε τη σύμβαση σιωπηρώς με την παραλαβή των εμπορευμάτων (229 ΑΚ), δεδομένου ότι η λύση της εν λόγω εταιρίας δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων (όπως έναντι της καθ' ής η ανακοπή), αυτή δε (η παραλαβή των εμπορευμάτων) γινόταν από την εν λόγω εταιρία (Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε..), δίχως ποτέ μέχρι τότε να δημιουργηθεί πρόβλημα για τη δέσμευση της εταιρίας από το γεγονός ότι ο Δ. Ζ. εκπροσωπούσε μόνος του την αγοράστρια εταιρία στις μεταξύ τους συναλλαγές.

Συνεπώς καλόπιστα η καθ' ης θεωρούσε ότι η εταιρία "Α. Η.. Ζ. Ο..Ε.." υφίσταται και εκπροσωπείται νομίμως, οπότε νόμιμα γεννήθηκε, η αξίωση σε βάρος της από την ανωτέρω αιτία (πώληση). Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού δεν αναιρείται από το προσκομιζόμενο από τους διαδίκους από 21.9.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού και αναγνώρισης οφειλών, μεταξύ της οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας του ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας Α.

Ζ. του Η. και του έτερου ομόρρυθμου εταίρου αυτής Δ. Ζ. του Η., σύμφωνα με το οποίο γινόταν αποδεκτό ότι επήλθε η λύση της εταιρίας (Α. Η.. Ζ. Ο..Ε..) με την καταγγελία του τελευταίου εταίρου την 3.8.2010, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.8.2010 στα βιβλία του Πρωτοδικείου Βόλου, ενώ τα χρέη της εταιρίας προς τρίτους - μεταξύ των οποίων και το επίδικο χρέος- από τον Απρίλιο του 2008 έως και την υπογραφή του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, αναδέχθηκε ο Δ.

Ζ., ο οποίος, όπως επί λέξει αναφέρεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό "ενεργούσε μόνος του για λογαριασμό της εταιρίας, συμβαλλόταν με τρίτους, εισέπραττε όλα τα κέρδη και επιβαρυνόταν τις ζημίες, λόγω της προφανούς αδυναμίας του Α. Ζ. να συμπράξει στις εταιρικές υποθέσεις με οποιοδήποτε τρόπο", ενώ ως προς τα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας (εξοπλισμό, μηχανήματα, σκεύη, έπιπλα, οχήματα, εμπορεύματα, διαφημιστικά, περιφράξεις και ακίνητα) ορίστηκε ότι ανήκουν κατά ποσοστό 50% εξ' αδιαιρέτου στον καθένα από τους δύο εταίρους και ότι εκκρεμεί η εκκαθάρισή τους, αφού πρόκειται για συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων αυτών μετά τη λύση της εταιρίας, η οποία δεν δεσμεύει την καθ' ής η ανακοπή, που διατηρεί την απαίτησή της σε βάρος της εταιρίας "Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε..". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Ζ., ενεργούσας ως δικαστικής συμπαραστάτριας του Α. Ζ.. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προσβληθέν με την έφεση μέρος της, με το οποίο είχε απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ανακοπής της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18, 42 ΕΝ, 775, 777, 1666, 1676 παρ.1 και 1681 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, εφόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) οι επίδικες συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως πωλήτριας και της ομόρρυθμης εταιρείας "Α.

Η.. Ζ. Ο." ως αγοράστριας, καταρτίστηκαν μεν μετά την αυτοδίκαιη λύση της εταιρείας, που επήλθε με την δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, που υπέβαλε τον ομόρρυθμο εταίρο της αγοράστριας Α. Ζ. σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, αλλά πριν την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων δημοσιότητας για την λύση της εταιρείας και β) η αναιρεσίβλητη, κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, ήταν καλόπιστη, αγνοώντας την υποβολή του Α.

Ζ. σε στερητική δικαστική συμπαράσταση και την συνακόλουθη λύση της εταιρείας, η εταιρεία αλλά και οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, μεταξύ των οποίων και ο Α. Ζ., ευθύνονται, κατ' αρχάς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, έναντι της αναιρεσίβλητης, καλόπιστης τρίτης, για τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις που ανελήφθησαν από την εταιρεία και, ειδικότερα, για την καταβολή σ' αυτή του τιμήματος των συμβάσεων πωλήσεως, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ουσιαστική αβασιμότητα και η απόρριψη του σχετικού λόγου ανακοπής.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) Ότι με τις αναφερόμενες αναλυτικά στην απόφαση 13 συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 30/12/2009 έως τις 6/7/2010, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία πώλησε και παρέδωσε στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Η.. Ζ. Ο..Ε.. - Ε. Σ. και Ο. «Υ., της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι ήταν ο Δ.

Ζ. και ο Α. Ζ., εμπορεύματα αντί συνολικού τιμήματος ποσού 153.569,61 ευρώ. β) Ότι πριν τη σύναψη των πωλήσεων αυτών ο Α. Ζ., με την υπ' αρ. 208/30-3-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, είχε υποβληθεί, σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. γ) Ότι η υποβολή του Α.. Ζ. σε δικαστική συμπαράσταση επέφερε μεν την αυτοδίκαιη λύση της εταιρείας από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στις 30-3-2009 αλλά για τη λύση αυτή δεν τηρήθηκαν ποτέ οι διατυπώσεις δημοσιότητας, αφού αυτές τηρήθηκαν μόνο για την εξώδικη καταγγελία της εταιρείας από τον εταίρο Δ..

Ζ., η οποία επιδόθηκε στη δικαστική συμπαραστάτρια του Α.. Ζ. στις 6/8/2010 και καταχωρήθηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Βόλου στις 9/8/2010. δ) Ότι κατά τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων πωλήσεως, η αναιρεσίβλητη καλόπιστα δεν γνώριζε το γεγονός της υποβολής του Α.. Ζ. σε δικαστική συμπαράσταση και τη συνακόλουθη λύση της εταιρείας.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, εξεταζόμενοι ως σύνολο, κατά το τμήμα τους με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Ο ίδιος ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, ως προς την πρόσθετη αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο στηρίχθηκε κυρίως στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης …, για να δεχθεί ότι αυτή αγνοούσε την υποβολή του Α. Ζ. σε δικαστική συμπαράσταση, είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σχετική ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Από τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 294 παρ. 2 Ν. 4072/2012 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, η οποία ορίζει ότι "οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ' ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμία", προκύπτει ότι, καθένας από τους ομορρύθμους εταίρους και μεμονωμένα ενεργώντας, έχει διαχειριστική εξουσία προς τα έξω, έναντι των τρίτων, η οποία δεσμεύει την ομόρρυθμη εταιρία και συνεπάγεται την εις ολόκληρον ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων (ΑΠ 261/2001).

Περαιτέρω όμως, από τον συνδυασμό της ενδοτικού δικαίου διάταξης αυτής, με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 42 ΕΝ, όπως επίσης ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και 68 παρ.2, 70, 211, 229, 231, 361 και 749 του ΑΚ προκύπτει ότι είναι δυνατόν με το καταστατικό ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, να ανατεθεί η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων σε περισσότερους εταίρους, που θα ενεργούν από κοινού, στην περίπτωση δε αυτή η ανάληψη υποχρεώσεων έναντι τρίτων επ` ονόματι της εταιρίας από τον ένα μόνο διαχειριστή, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών ή χωρίς την τήρηση των τυχόν άλλων όρων που προβλέπει το καταστατικό, συνιστά υπέρβαση των ορίων της διαχειριστικής του εξουσίας και δεν δεσμεύει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, και τους λοιπούς εταίρους, εκτός αν η τελευταία εγκρίνει την επ` ονόματί της πράξη του εταίρου της (ΑΠ 73/2017, ΑΠ 321/2009, ΑΠ 1520/2001).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 229 εδ. α'ΑΚ, που ορίζει ότι "αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου", συνάγεται ότι η έγκριση αυτή της εταιρίας, η οποία έχει αναδρομική ενέργεια αναγόμενη στο χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης και γίνεται με μονομερή δήλωση απευθυντέα στο άλλο μέρος των συμβαλλομένων (άρθρα 236 και 238 ΑΚ) υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση που αφορά αυτή (ΑΠ 73/2017), ενώ δύναται, εφόσον για τη σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βούλησης, συναγόμενη από πράξεις της εγκρίνασας εταιρίας ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη τη βούληση της έγκρισης (ΑΠ 73/2017, ΑΠ 2064/2014, ΑΠ 1520/2001).

Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που στρέφεται κατά της ομόρρυθμης εταιρείας και έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως αναληφθείσας από αυτήν αλλά και της ένστασης ή αντένστασης, με τις οποίες γίνεται επίκληση τέτοιας συμβάσεως για τη θεμελίωση του περιεχόμενου σ` αυτές αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν απαιτείται να αναφέρονται και τα φυσικά πρόσωπα που την εκπροσώπησαν κατά τη σύναψη της συμβάσεως καθώς και τα στοιχεία της νόμιμης εκπροσωπήσεώς της, διότι τα στοιχεία αυτά δεν ανάγονται στη νομιμοποίηση της, αλλά έχουν σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ευθύνης της (πρβλ ΑΠ 2064/2014).

Αν όμως η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία προβάλλει την ένσταση ότι δεν ευθύνεται από την σύμβαση γιατί δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα κατά την σύναψή της από όλους τους διαχειριστές της, οι οποίοι σύμφωνα με το καταστατικό της ενεργούν από κοινού, ο ενάγων μπορεί να προτείνει την αντένσταση ότι η ομόρρυθμη εταιρεία ενέκρινε την σύμβαση, προσδιορίζοντας και τον τρόπο, που έγινε η έγκριση αυτή, δεδομένου ότι ο ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει την έγκριση και όχι το νομικό πρόσωπο, την έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεώς του.

Εξάλλου, η ανακοπή κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ, επειδή οι διατάξεις των άρθρων αυτών δεν όριζαν κάτι διαφορετικό, μέχρι την προσθήκη με το άρθρο 19 παρ. 4 Ν. 4055/2012 στο άρθρο 937 ΚΠολΔ τρίτης παραγράφου που ορίζει ότι "στις δίκες τις σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 643 και 591 παράγραφος 1 περιπτ.

α' (ΚΠολΔ)" (η οποία προσθήκη όμως στην κρινόμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης ανακοπής), δικαζόταν κατά την τακτική διαδικασία, άλλως δε με την τυχόν προβλεπομένη για τη διάγνωση της αξιώσεως, προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, ειδική διαδικασία, εφαρμοζομένων σε κάθε περίπτωση και των αποκλίσεων των άρθρων 933 επ.

και 583-585 ΚΠολΔ (ΑΠ 1630/1983).

Συνεπώς σε ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που επισπεύδεται πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4055/2012 με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής εκδοθείσας με βάση τιμολόγια πωλήσεως εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία με τις ανωτέρω αποκλίσεις, αφού η αξίωση του εκδώσαντος τη διαταγή πληρωμής δανειστή πηγάζει από συμβάσεις πωλήσεως.

Στα άρθρα 237 παρ. 1 και 270 παρ.1 εδ. α'και β' του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης ανακοπής (28-6-2011) και εφαρμόζονται στην κρινόμενη περίπτωση, οριζόταν ότι "Ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης.

Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται με τις προτάσεις τους..." και "Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική.

Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών...". Η διάταξη του άρθρου 237 ως προς τον χρόνο κατάθεσης των προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ουσιαστικά δεν εφαρμόσθηκε, γιατί, με την παρ.3 του άρθρου 7 Ν.2915/2001, ορίσθηκε ότι οι διατάξεις για τις προθεσμίες κατάθεσης προτάσεων, προσθήκης-αντίκρουσης και ανταγωγής, που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και στα άρθρα 10 και 12 του παρόντος ως προς τις δίκες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ότι ως τότε οι προτάσεις και η προσθήκη - αντίκρουση κατατίθενται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 591, όπως αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 19 του παρόντος, και η ανταγωγή ασκείται οκτώ τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση", η διάταξη αυτή επαναβεβαιώθηκε με την παρ.6 του άρθρου 7 του Ν 3043/2002, που όρισε ότι ως προς τις προθεσμίες κατάθεσης προτάσεων, προσθήκης-αντίκρουσης και ανταγωγής στις δίκες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 2915/2001, τελικά δε το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα δεν εκδόθηκε ποτέ.

Τέλος στην παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, οριζόταν (μεταξύ άλλων) ότι οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και ότι οι διάδικοι μπορούν, έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, σε δίκη που ανοίγεται κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τιμολόγια πώλησης, επί της οποίας δίκης συνεπώς εφαρμόζεται η τακτική διαδικασία και οι προτάσεις των διαδίκων, οι οποίες είναι υποχρεωτικές, κατατίθενται στο ακροατήριο του δικαστηρίου, επειδή η συζήτηση της υπόθεσης είναι προφορική, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, πέραν της αναφοράς τους στις προτάσεις τους και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (πρβλ ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 607/2022, ΑΠ 1428/2021, ΑΠ 536/2017 σε υποθέσεις που δεν ήταν υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων), και τούτο για να μην αιφνιδιασθεί ο αντίδικος του προτείνοντος τον ισχυρισμό και να μπορέσει το δικαστήριο να τον ερευνήσει κατά την αποδεικτική διαδικασία, που θα ακολουθήσει.

Ισχυρισμοί που δεν έχουν προταθεί προφορικά στη συζήτηση και καταχωρηθεί στα πρακτικά, δεν είναι παραδεκτοί, ανεξάρτητα αν αναφέρονται στις προτάσεις του διαδίκου (ΑΠ 1428/2021). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της έφεσης της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας (15-12-2016), και εφαρμόζεται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του Ν. 4335/2015, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου...".

Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπώς και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 957/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 1043/2010), κατά δε των εν λόγω ισχυρισμών του εφεσιβλήτου, που προβάλλονται παραδεκτώς, ο εκκαλών, για την τήρηση της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μπορεί προς απόκρουση αυτών να αντιτάξει, στην ίδια συζήτηση που προβλήθηκε ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, νέους ισχυρισμούς (ΑΠ 1043/2010).

Τέλος, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς το παραδεκτό της γενομένης δεκτής από το Εφετείο αντένστασης της αναιρεσίβλητης ότι οι επίδικες συμβάσεις πωλήσεως εγκρίθηκαν από την αγοράστρια ομόρρυθμη εταιρεία "Α.

Η.. Ζ. Ο..Ε..: Η ασκήσασα την ένδικη ανακοπή κατά της επισπευδομένης από την αναιρεσίβλητη σε βάρος του ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας αυτής Α. Ζ. ως δικαστική συμπαραστάτρια αυτού (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) και έχουσα, ως ανακόπτουσα, ουσιαστικά τη δικονομική θέση εναγομένης, στις επικαλούμενες με τις διαταγές πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας η αναιρεσίβλητη, 13 συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης προς την εταιρεία αυτή, αφού εξέθεσε ότι, μετά την θέση σε οριστική δικαστική συμπαράσταση του Α.

Ζ. και την λύση τη εταιρείας, η ίδια, ως δικαστικά συμπαραστάτρια αυτού, δεν συμμετείχε στην διοίκηση και την διαχείριση της εταιρείας, προέβαλε, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της ανακοπής της την ένσταση ότι ο υπ' αυτής εκπροσωπούμενος ομόρρυθμος εταίρος της αγοράστριας εταιρείας δεν ευθύνεται προς καταβολή του τιμήματος των πωλήσεων γιατί, σύμφωνα με το καταστατικό της, οι μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι της αγοράστριας εταιρείας Α.

και Δ. Ζ. ενεργούν από κοινού και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συμβάσεις πωλήσεως συνάφθηκαν μόνο από τον Δ. Ζ., ο δε Α. Ζ. ούτε συνέπραξε σε αυτές, ούτε και θα μπορούσε να συμπράξει, αφού είχε τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ ούτε και η ίδια συνέπραξε στην σύναψή τους, ως δικαστική συμπαραστάτριά του.

Κατά την εκδίκαση της ανακοπής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, η οποία έγινε κατά την τακτική διαδικασία, η αναιρεσίβλητη με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, αφού αρνήθηκε την ένσταση, ισχυρισθείσα ότι οι ομόρρυθμοι εταίροι είχαν τη δυνατότητα, σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, να ενεργούν και ξεχωριστά για τις ενέργειες που αφορούν στην καθημερινή λειτουργία της εταιρείας, όπως οι επίδικες αγορές, προέβαλε ακολούθως αντένσταση με το ακόλουθο κατά λέξη περιεχόμενο: "Από το έτος 2001 που είχαμε συνεργασία όλες οι παραγγελίες γίνονταν από τον Δ.

Ζ. και ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ο Α. Ζ.... και από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει η σιωπηρή έγκριση της πρακτικής αυτής από τον Α. Ζ. (229 Α.Κ.)". Η αντένσταση αυτή είναι απαράδεκτη σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, προεχόντως γιατί δεν αναφέρθηκε καθόλου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, έστω και συνοπτικά, ώστε να γίνει κτήμα της διαδικασίας και να μπορέσει, η μεν ανακόπτουσα να την αντικρούσει, το δε δικαστήριο να ερευνήσει το βάσιμό της κατά την εκδίκαση της ανακοπής, και σε κάθε περίπτωση γιατί είναι αόριστη, αφού αφ' ενός αναφέρεται σε "σιωπηρή έγκριση της πρακτικής" από το 2001 και συνεπώς δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στις επίδικες συμβάσεις πώλησης, αφ' ετέρου δε, αν θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε αυτές, δεν προσδιορίζει τον ειδικότερο τρόπο που έγινε η έγκριση ενόψει του ότι ο μη συμπράξας κατά τη σύναψη των συμβάσεων πωλήσεως ομόρρυθμος εταίρος Α.

Ζ. είχε τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, και δη με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η γνώση, αρχικά, της κατάρτισης των συμβάσεων εκ μέρους της δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού και, στη συνέχεια, η αναντίρρητη βούλησή της να τις εγκρίνει. Ωστόσο, το ανωτέρω δικαστήριο, έκανε κατ' ουσίαν δεκτή την αντένσταση αυτή δεχόμενο ότι "μετά τη σύναψή της η εταιρεία ενέκρινε τη σύμβαση σιωπηρώς, με την παραλαβή των εμπορευμάτων" και απέρριψε έτσι τον ανωτέρω λόγο ανακοπής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ανακόπτουσα - ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της από 12/12/2016 έφεσής της, ενώ η καθ' ης η ανακοπή - ήδη αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, προέβαλε ως εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της έφεσης την ίδια ανωτέρω αντένστασή της, με το ίδιο ακριβώς ανωτέρω περιεχόμενο, τη δε αντένσταση αυτή, όπως αναφέρθηκε κατά την παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, την έκανε δεκτή το Εφετείο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της ανακοπής της πρώτης αναιρεσείουσας και επικύρωσε την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια γιατί έλαβε υπόψη πράγμα, και συγκεκριμένα την ανωτέρω αντένσταση της αναιρεσίβλητης, η οποία προτάθηκε απαράδεκτα: α) γιατί δεν προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν έγινε αναφορά της στο ακροατήριο του δικαστηρίου και δεν καταχωρήθηκε ούτε και συνοπτικά στα πρακτικά και β) γιατί επαναφέρθηκε μεν στο Εφετείο από την αναιρεσίβλητη προς υπεράσπιση της εναντίον της έφεσης αλλά προβλήθηκε αορίστως, αφού είχε το ίδιο περιεχόμενο με την πρωτοδίκως, μόνο με τις προτάσεις της, προβληθείσα αντένσταση, που ήταν αόριστη.

Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 375/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ