Supreme Court dismisses appeal against second defendant due to failure to state material facts in appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece divided the appeal proceedings, dismissing the request against the second defendant while allowing the case against the anonymous company to proceed. The second defendant's appeal failed because it did not include the essential factual assumptions regarding the violation of the Code of Civil Procedure, focusing instead on legal interpretation. Consequently, the court declared the appeal against the second defendant inadmissible and ordered the division of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2), 576(3)(a), 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal request must contain all material factual assumptions necessary for the court to assess the substantive law violation, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 393/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Χ. Ζ. του Η., κατοίκου .... Η πρώτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπεκάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Μ. και 2) Θ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/5/2021 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/7/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 306/2020).
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι : α) σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (ΑΠ 613/2020, ΑΠ 1946/2017), εάν όμως κλητεύθηκε αυτός είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο (ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017), β) σε περίπτωση, απλής ομοδικίας η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 573/2019), γ) σε περίπτωση που δεν εμφανισθεί στη δίκη και ο αντίδικος του κατά τα άνω απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει κανονικά στη συζήτηση αα) σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση της υπόθεσης χωρίζεται και κηρύσσεται ματαιωμένη ως προς τους εν λόγω διαδίκους κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου κώδικα (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018) και χωρεί ως προς τους λοιπούς ομοδίκους οι οποίοι μετέχουν κανονικά στη συζήτηση (ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018) και ββ) σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η συζήτηση της υπόθεσης δεν ματαιούται ως προς τον απολειπόμενο ομόδικο που έχει επισπεύσει έγκυρα την συζήτηση ή έχει κλητευθεί νόμιμα, αλλά θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τους άλλους ομοδίκους που μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, ενώ, εάν αυτός δεν έχει επισπεύσει έγκυρα την συζήτηση ή δεν έχει κλητευθεί νόμιμα, η συζήτηση ματαιούται ως προς τους εν λόγω διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους άλλους αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018).
Απλή, δε, ομοδικία υπάρχει στην περίπτωση της κοινής εναγωγής περισσοτέρων ενεχομένων από αδικοπραξία (ΑΠ 838/2020, ΑΠ 458/2020, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 328/2018, ΑΠ 1163/2017) όπως και στην περίπτωση κοινής εναγωγής του νομικού προσώπου και του νομίμου εκπροσώπου του, ως υπαιτίου οργάνου αυτού (άρθρο 71 ΑΚ), υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) αφού η κοινή εναγωγή αυτών δεν αποτελεί υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του τρίτου (ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 1147/2014, ΑΠ 1761/2014, ΑΠ 365/2010, ΑΠ 22/2009).
Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 947 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν από την αντικατάστασή της αρχικά με το με το άρθρο 52 παρ.2 του ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25.7.2011) και στη συνέχεια με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), ορίζεται ότι "όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 5.900 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση.
Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 676". Η ως άνω διάταξη του άρθρου 947 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα, κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία (ΑΠ 613/2019, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 1257/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 21 Ιουλίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 31/22.7.2020 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και του δεύτερου αναιρεσείοντα κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και του δεύτερου αναιρεσίβλητου που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 9 Φεβρουαρίου 2021 κατά την οποία αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος των αναιρεσίβλητων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23.11.2021).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (23.11.2021), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τόσο η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία όσο και αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι, ούτε είχε κατατεθεί ως προς τους διαδίκους αυτούς κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ενώ παρέστη ο δεύτερος αναιρεσείων, εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπεκάρη δικηγόρο Ιωαννίνων.
Δεδομένου, δε, ότι η ως άνω απολειπομένη πρώτη αναιρεσείουσα συνδέεται με το δεύτερο αναιρεσείοντα με σχέση απλής ομοδικίας, καθότι η ένδικη διαφορά αφορά κοινή εναγωγή, εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου αυτής, για βεβαίωση παράβασης από πρόθεση δικαστικής απόφασης και καταδίκη σε χρηματική ποινή της πρώτης αναιρεσείουσας και σε προσωπική κράτηση του δευτέρου αναιρεσείοντα, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση ως προς αυτή κατά το μέρος που η αναίρεσή της στρέφεται κατά των δικονομικά απόντων αναιρεσίβλητων.
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες από το δεύτερο αναιρεσείοντα με αριθ. 4386β/16.11.2020 και 4388β/16.11.2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Ιωαννίνων Κ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.7.2020 και με αριθ. κατάθ. 31/22.7.2020 αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 128/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 9 Φεβρουαρίου 2021, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο και τον δεύτερο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίστηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο (23.11.2021) και, συνεπώς, ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ.4, 575 εδ.β του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 21 Ιουλίου 2020 με αριθμ. καταθ. 31/22.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 128/5.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, δικάζοντας επί της με αριθμ. καταθ. 50/2014 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επί της με αριθμ.
κατάθεσης 107/2015 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση των εναγομένων, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 141/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 1.5.2011 και με αριθμό κατάθ. 718/2011 αγωγή των εναγόντων, ερεύνησε κατ' ουσία αυτή και, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αγωγή, βεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες παραβίασαν με πρόθεση έξι (6) φορές κατά το χρονικό διάστημα από 20.1.2006 μέχρι 31.7.2006 τη με αριθμ. 3370/2005 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και στο δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 18.000 ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο και διέταξε την προσωπική κράτηση του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντα για διάρκεια δώδεκα (12) μηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).
Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί και πάλι η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι με την παραδοχή της ότι "είναι νομικά αδιάφορο το γεγονός ότι, μετά την έκδοση της άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και ενόσω αυτή ίσχυε, με την από 9-3-2007 απόφαση του ΔΣ της πρώτης εναγομένης ΑΕ, που περιελήφθη στο υπό ιδία ημερομηνία πρακτικό της, αποφασίσθηκε η οριστική απομάκρυνση των εναγόντων από τη θέση τους στην εταιρία, τη θέση των οποίων κατέλαβαν νέα πρόσωπα κατόπιν της από 13.4.2007 απόφασης του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, καθώς το γεγονός τούτο δεν είναι ικανό να άρει την ισχύ της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, παρά τα περί του αντιθέτου από τους εναγόμενους εκτιθέμενα, οι οποίοι αβάσιμα υποστηρίζουν ότι εκ του λόγου τούτου δεν συνέτρεχε πλέον πεδίο εφαρμογής της επίμαχης δικαστικής απόφασης ασφαλιστικών μέτρων" παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα εκθέτουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι από τον Ιανουάριο 2006 μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2006 παραβιάσθηκε έξι (6) φορές η με αριθ. 3370/2005 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και κατόπιν τούτου επιδίκασε στον καθένα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και σε βάρος της πρώτης από αυτούς (πρώτης αναιρεσείουσας) ποσό 18.000 ευρώ και απείλησε σε βάρος του δεύτερου από αυτούς (δεύτερου αναιρεσείοντα) προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, αν και η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ασκήθηκε το έτος 2011, δηλαδή σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία που αυτοί αντικαταστάθηκαν νόμιμα από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας (13.4.2007) και συνεπώς αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν θα μπορούσαν, λόγω της ως άνω αντικατάστασης, να επανέλθουν ως μέλη αυτού και ότι συνεπεία των ανωτέρω εφάρμοσε εσφαλμένα την ως άνω διάταξη του άρθρου 947 του ΚΠολΔ και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης που να δικαιολογεί την καταδίκη σε χρηματική ποινή της πρώτης (αναιρεσείουσας) και σε προσωπική κράτηση του δεύτερου (αναιρεσείοντα).
Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης ως προς τον παριστάμενο δεύτερο αναιρεσείοντα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπός της, παραβίασαν υπαίτια και από απείθεια έξι (6) φορές κατά το χρονικό διάστημα από 20.1.2006 έως 31.7.2006 τις διατάξεις της με αριθμ. 3370/2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ώστε να κριθεί από το σύνολο των παραδοχών αυτής αν η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αυτή περιορίζεται στην ανάπτυξη της ερμηνείας του άρθρου 947 του ΚΠολΔ και της αληθούς φύσεως των προβλεπόμενων σε αυτήν κυρώσεων, ως και στο αποδιδόμενο κατά τ' ανωτέρω νομικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα.
Τέλος, ζήτημα καταδίκης του δεύτερου αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας των τελευταίων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία.
Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση της από 21.7.2020 με αριθμ. καταθ. 31/22.7.2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 128/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και των αναιρεσίβλητων.
Απορρίπτει την από 21.7.2020 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος για αναίρεση της με αριθ. 128/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ