393/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated393/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, με την από 24-7-2015 κλήση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών η από 5-8-2008 αίτησή της και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2486/2016 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (αναιρεσιβαλλόμενη), η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας σε ποσοστό 10% για τις αναφερόμενες σ' αυτή ιδιοκτησίες και καταδίκασε το καθού σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Σπυρόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2008 αίτηση και την από 17-12-2008 συμπληρωματική αυτής, της ήδη αναιρεσείουσας, προς την Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και μέσω της ως άνω υπηρεσίας διαβιβάστηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2861/2010 μη οριστική και 1444/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2013 αίτησή της και το αναιρεσίβλητο με την από 19-3-2013 αίτησή του. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την 1142/2014 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις, απέρριψε την από 19-3-2013 αίτηση, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν ακολούθως οι αποφάσεις: 2230/2015 μη οριστική και 2486/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-8-2008 (αριθμ. καταθ. 266/2009) αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας και η άρση του τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτησιών της, που βρίσκονται στην ... και περιγράφονται στην αίτηση, από την εκτέλεση έργου για το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα τους, επειδή αυτές, εξαιτίας του έργου αυτού, δεν ωφελούνται αλλά βλάπτονται πολλαπλώς.
Επί της αιτήσεως αυτής, που αρχικά είχε κατατεθεί, με την από 17-12-2008 συμπληρωματική αίτηση, στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 της Διεύθυνσης Δ12 Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ. Δημοσίων 'Εργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2861/2010 μη οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, για τα αναφερόμενα σ' αυτή θέματα.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η αίτηση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1444/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη και καταδίκασε το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, στα οποία περιλαμβάνεται και ποσό 20.910 ευρώ, που καταβλήθηκε από την τελευταία στον πραγματογνώμονα ως αμοιβή του για τη διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αναιρέσεις από τους διαδίκους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1142/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε η αναίρεση του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου και έγινε δεκτή η αναίρεση της αιτούσας, αναιρέθηκε δε η ως άνω οριστική απόφαση για το λόγο ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφο που προσκομίσθηκε απαράδεκτα από το καθού η αίτηση εντός της διήμερης προθεσμίας προς κατάθεση υπομνήματος και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Ακολούθως, με την από 24-7-2015 κλήση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών η από 5-8-2008 αίτησή της και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2486/2016 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (αναιρεσιβαλλόμενη), η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και αναγνώρισε ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφελείας σε ποσοστό 10% για τις αναφερόμενες σ' αυτή ιδιοκτησίες και καταδίκασε το καθού σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αιτούσας.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ''περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ'', όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω της αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (ΟλΑΠ 7/2013), τούτο δε προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2002. Η ρύθμιση, πάντως, του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, κατά το άρθρο 37 εδ. α' του νόμου αυτού, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, κατά το σαφές νόημά του, καταλαμβάνει κατ' αρχήν τις μελλοντικές απαλλοτριώσεις, που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς επίσης επεκτείνεται αναδρομικά και σε κηρυγμένες ήδη κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη σε εξέλιξη.
Αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι την έναρξη της ισχύος του είχαν συντελεσθεί (ΟλΑΠ 12/2011, ΟλΑΠ 11/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ν. 2971/2001, προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο ν. 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου, κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016).
Περαιτέρω, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (ΟλΑΠ 31/2005, ΑΠ 1215/ 2012). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σχετικώς με το υποβληθέν αίτημα της αίτησης της αναιρεσείουσας περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1026881/1887/Δ/ 0010/31-3-2005 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 366/5-4-2005/Δ), κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη Ε.Λ. ...
στο τμήμα από τη χ.θ. 2+100 έως χ.θ. 5+500, στην περιοχή του κόμβου ... υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου. Η έκταση που απαλλοτριώθηκε συνολικής επιφάνειας 8.398 τ.μ. βρίσκεται στο Δήμο ... και εικονίζεται στο με κλίμακα 1:500 στο από 13-2-2004 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δ12 Τμήμα δ' του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο μηχανικός Α.
Γ. και έχει θεωρήσει ο Δντής της εν λόγω Διεύθυνσης Κ. Δ.. Συγκεκριμένα απαλλοτριώθηκε έκταση 1.341 τ.μ. από την ΚΠ 2α ιδιοκτησία και έκταση (5,617 + 1.440 =) 7.057 τ.μ. από την ΚΠ 2β ιδιοκτησία, με φερόμενη ιδιοκτήτρια την αιτούσα εταιρεία, σύμφωνα με τα άνω κτηματολογικά στοιχεία. Από τη συνολική απαλλοτριωθείσα έκταση των 8.398 τ.μ., αποζημιώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο συνολική έκταση 2.407 τ.μ.
και συγκεκριμένα έκταση 725 τ.μ. από την ΚΠ 2Α ιδιοκτησία και έκταση 1.682 τ.μ. από την ΚΠ 2Β ιδιοκτησία, ενώ εδαφική έκταση 112 τ.μ. αποζημιώνεται από την ΚΠ 2Β ιδιοκτησία της αιτούσας, η δε υπόλοιπη έκταση 5.991 τ.μ. (616 τ.μ. από την ΚΠ 2Α ιδιοκτησία και 5.375 τ.μ. από την ΚΠ 2Β ιδιοκτησία), είναι αυτοαποζημιούμενη εδαφική έκταση, σύμφωνα με τα παραπάνω κτηματολογικά στοιχεία.
Με την υπ' αριθμ. 7167/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις στο ποσό των 350 ευρώ/τ.μ., για δε τα επικείμενα στα αναφερόμενα σε αυτή ποσά. Η εδαφική έκταση των 112 τ.μ. της ΚΠ 2Α ιδιοκτησίας της αιτούσας, που αποζημιώνεται από την ΚΠ 2Β ιδιοκτησία, επίσης της αιτούσας, εμφαίνεται με τα στοιχεία (Θ5-5-4-Θ5) στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, η δε αυτοαποζημιούμενη έκταση εμφαίνεται στα ίδια κτηματολογικά στοιχεία τμηματικά ως εξής:
Α) από την ΚΠ 2Α ιδιοκτησία: εδαφική έκταση με τα στοιχεία Θ1-Θ2-Θ3-Θ4-Θ5-4-3-2-1-Θ1 επιφανείας 616 τ.μ. και Β) ΚΠ 2Β ιδιοκτησία: εδαφική έκταση 1) με τα στοιχεία Θ5-Θ6-Θ8-Θ11-Θ12-9-8-7-6-5-Θ5 επιφανείας 2.433 τ.μ., 2) με τα στοιχεία Θ14-8-7-6-Θ23-Θ22-Θ20-Θ16-Θ14 επιφανείας 1.742 τ.μ., 3) με τα στοιχεία Θ30-11-10-Θ31-Θ30 επιφανείας 495 τ.μ., 4) με τα στοιχεία Θ29-Θ28-Θ27-Θ26-10-11-12-Θ23 επιφανείας 705 τ.μ.
Οι ως άνω ιδιοκτησίες με αριθμούς ΚΠ 2Α και 2Β αποτελούσαν τμήματα του κτήματος "ΚΑΜΠΑ" στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Παλλήνης, και περιήλθαν στην αιτούσα με το υπ' αριθμ. ...3/ 2000 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Γ. από την εταιρεία "...", ως τμήματα ευρύτερης έκτασης διαφόρων αγροτικών ακινήτων εκτός σχεδίου, συνεχόμενων μεταξύ τους.
Οι αγροί αυτοί αποτελούσαν μια "ενιαία έκταση", που εκτεινόταν από βορρά τη λεωφόρο Σπάτων, ανατολικά την ..., δυτικά την οδό ...υ και οδό Τριγωνίων και νοτίως το ρέμα και στο βάθος το Αμερικάνικο Κολλέγιο, όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κώστα Γκιόκα. Στη συνέχεια η έκταση αυτή, με το από 20-2-2003 Π.Δ. (ΦΕΚ 199Δ/6-3-2003) εντάχθηκε στην περιοχή με στοιχείο ΚΙ δηλαδή ως Ζώνη εγκαταστάσεων δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα με καθορισμό χρήσεων γης -όπως βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες εξαιρετικά προηγμένης τεχνολογίας, γραφεία, τράπεζες, κοινωφελείς οργανισμοί, διοίκηση, επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης, εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων- και όρων και περιορισμών δόμησης.
Τμήμα της μείζονος αυτής έκτασης είναι η εδαφική έκταση επιφανείας 83.210 τ.μ., η οποία ανήκε σε έναν "αυτοτελή αγρό" εκτός σχεδίου και εντός ΓΠΣ Παλλήνης και τμήμα της απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθμ. 1012522/1177/ΦΕΚ 152Δ/2000 ΚΥΑ για τη διάνοιξη της Ε.Λ. ..., μετά δε τη μερική υλοποίηση της απαλλοτρίωσης αυτής αποτμήθηκε τμήμα 10.314 τ.μ.
και έτσι απέμεινε έκταση 72.896 τ.μ. Το εναπομείναν αυτό τμήμα αγρού των 72.896 τ.μ. εμφαίνεται στα παραπάνω κτηματολογικά στοιχεία ως υπ' αριθμ. 2Α και 2Β ιδιοκτησίες, κτηματογραφήθηκε δε ως δύο διαφορετικές ιδιοκτησίες λόγω υλοποιημένων ορίων, όπως αναφέρεται στο από 30-11-2011 με αριθμ. πρωτ. Δ12/8621 έγγραφο της Δ12 Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων.
Η ιδιοκτησία 2Α, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 13-2-2004 κτηματολογικό διάγραμμά όσο και στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Κ. Γ. περιφραγμένη με συρματόπλεγμα, με την προηγούμενη απαλλοτρίωση (της ΚΥΑ του 2000) για τη διάνοιξη της Ε.Λ. ... είχε ήδη διαχωριστεί σε δύο τμήματα και συγκεκριμένα το προς βορρά του απαλλοτριωθέντος τμήματος με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του 2000 και το προς νότο του ιδίου τμήματος (προς το ρέμα), όπως εμφαίνεται τόσο στο κτηματολογικό διάγραμμα όσο και στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Κ.
Γ.. Επίσης και η ιδιοκτησία 2Β λόγω της ίδιας ως άνω απαλλοτρίωσης (για τη διάνοιξη της Ε.Λ. ...) είχε μεν μορφή ενιαίας έκτασης και δεν είχε διαμοιραστεί, όμως το σχήμα της ήταν πλέον ακανόνιστο πολυγωνικό, το δε προς νότο τμήμα της, ακανόνιστου επίσης σχήματος με νότιο όριο το ρέμα, επικοινωνούσε με τη λοιπή έκταση με μικρή εδαφική λωρίδα έχουσα σχήμα σχεδόν τραπεζίου, εμφαινόμενη με τα στοιχεία (Θ30-Θ29-Θ28-Θ27-Θ26-Θ31-Θ30) στο προαναφερόμενο από 13-2-2004 κτηματολογικό διάγραμμα.
Στη συνέχεια με την επίδικη συμπληρωματική απαλλοτρίωση, από την παραπάνω έκταση των 72.896 τ.μ., απαλλοτριώθηκαν 8.398 τ.μ., όπως προαναφέρθηκε, και κατασκευάσθηκε κλειστός αυτοκινητόδρομος, σαν κλάδος εξόδου της ... προς οδό ... και προς τον κόμβο ... και το κέντρο των .... Έτσι με τη συμπληρωματική αυτή απαλλοτρίωση κατατμήθηκαν περαιτέρω οι ως άνω υπ' αριθμ. 2Α και 2Β ιδιοκτησίες και απέμεινε συνολική εδαφική έκταση 64.498 τ.μ.
διαμοιρασμένη σε τρεις ξεχωριστές, εκατέρωθεν του εν λόγω αυτοκινητοδρόμου, ιδιοκτησίες. Συγκεκριμένα α) στο τμήμα (1) εμβαδού 9.970 τ.μ. το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία (ΚΙ 10, Κ82, Κ83, Κ84, Κ85, Κ86, Κ87, Κ88, Κ89, Κ90, Κ91, Κ93, ΚΙ 10) στο συνημμένο στην υπ' αριθμ. 35/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Κ. Γ., β) στο τμήμα (2) εμβαδού 34.280 τ.μ.
που εμφαίνεται με τα στοιχεία (Κ80, Κ2, Κ3, Κ4, Κ5, Κ6, Κ68, Κ7, Κ8, Κ9, Κ70, Κ71, Κ72, Κ73, Κ74, Κ75, Κ76, Κ77, Κ78, Κ79, Κ80) στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα και στο γ) τμήμα (3) εμβαδού 20.248 τ.μ. που εμφαίνεται με τα στοιχεία (Κ24, Κ66, Κ94, Κ95, Κ96, Κ97, Κ98, Κ99, Κ100, Κ101, Κ102, Κ103, Κ59, Κ58, Κ10, ΚΙΓ, Κ12, Κ14, Κ15, Κ16, Κ17, Κ18, Κ19, Κ20, Κ2Γ, Κ22, Κ23 Κ24) επίσης στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Η ως άνω ενιαία έκταση, αποτελούμενη από τις 2Α και 2Β ιδιοκτησίες, πριν την απαλλοτρίωση συνόρευε βόρεια με πλευρά Κ80-Κ2, μήκους 67 μέτρων με ασφαλτοστρωμένη οδό και σε πλευρά Κ2-Κ6 μήκους 143,59 μέτρων με όριο προηγούμενης απαλλοτρίωσης (ΦΕΚ 929Δ/93), ανατολικά σε πλευρά Κ6-Κ11 μήκους 232,18 μέτρων με όριο της ίδιας απαλλοτρίωσης, νότια σε πλευρά 497,57 μέτρων με ρέμα ...υ και δυτικά σε πλευρά μήκους 364,57 μέτρων με οδό του "..." έκτασης 49,589 τ.μ.
του Δήμου … -η οποία εντάχθηκε στο σχέδιο με πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε με την 10815/24-7-2001 απόφαση της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής (ΦΕΚ 26Δ/25-1-1999)- η οποία όμως δεν έχει ακόμη διανοιγεί. Οι εν λόγω ιδιοκτησίες βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου … εκτός σχεδίου πόλης, εντός ΓΠΣ Παλλήνης με μέσο μικτό συντελεστή δόμησης 0,4 (πλην κατοικίας), μέγιστο ποσοστό κάλυψης 20% και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίων 11 μέτρα, και ενός ΖΟΕ ΚΙ του ως άνω από 20-2-2003 Π.Δ/τος.
Οι χρήσεις γης και οι όροι δόμησης αυτών δεν μεταβλήθηκαν με την επίδικη απαλλοτρίωση. Από τις άνω δημιουργηθείσες τρεις ξεχωριστές, εκατέρωθεν του επιδίκου αυτοκινητόδρομου, ιδιοκτησίες α) τμήμα (1) εμβαδού 9.970 τ.μ. είναι μη άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με το Π.Δ. 5-13/1979 και άρθρο 3 Π.Δ. 20-2-2003, που ορίζουν όριο αρτιότητας στην εκτός σχεδίου δόμησης στην …. 20.000 τ.μ.
μη επιτρεπομένης παρεκκλίσεως, β) στο τμήμα (2) εμβαδού 34.280 τ.μ. είναι άρτιο και οικοδομήσιμο με εμβαδό ικανοποιητικό για οικοδομική εκμετάλλευση, γ) το δε τμήμα (3) εμβαδού 20.248 τ.μ. είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, όμως λόγω περιορισμών που τίθενται για την οικοδομησιμότητά του, οικοδομείται μικρή επιφάνεια στον πυρήνα του, και έτσι η οικοδομική του εκμετάλλευση δεν είναι ικανοποιητική.
Ειδικότερα το τμήμα αυτό συνορεύει νοτίως με το ρέμα που έχει χαρακτηρισθεί με την υπ' αριθμ. 9173/1642/3-3-1993 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ ως "ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος", και σε αυτό δεν επιτρέπεται δόμηση καθώς απέχει διάστημα μικρότερο των 50 μέτρων από την οριογραμμή του ρέματος, σε κάθε δε περίπτωση θα επιτρέπονταν μόνον οι απολύτως απαραίτητες κατασκευές για έργα υποδομής οργανισμών κοινής ωφέλειας.
Επίσης τίθεται περιορισμός στη γραμμή δόμησης γιατί η λεωφόρος ... εντάσσεται στο δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο και χαρακτηρίζεται αυτοκινητόδρομος και σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 2696/1999, η γραμμή δόμησης στο δευτερεύον εθνικό δίκτυο ορίζεται στα 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο από τα τριάντα μέτρα από το όριο αυτής.
Η αιτούσα στην κρινόμενη αίτηση και στις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι λόγω της κατασκευής του επίδικου έργου υφίσταται μεγάλη μείωση η οικοδομησιμότητα των επίδικων ιδιοκτησιών της, καθόσον λόγω της ως άνω κατάτμησής τους μετά την κατασκευή του έργου η επιτρεπόμενη δόμηση είναι 13.712 τ.μ. ενώ η επιτρεπόμενη δόνηση στην αρχική έκταση των 83.210 τ.μ.
ήταν 33.284 τ.μ., το ίδιο δε αναφέρει και ο πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Όμως η μείωση της οικοδομησιμότητας δεν είναι συνέπεια της επίδικης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης και της κατασκευής του επίδικου έργου. Και τούτο καθόσον μετά την υλοποίηση της προηγούμενης απαλλοτρίωσης και την ΚΥΑ του 2000 για τη διάνοιξη της Ε.Λ. ...
από τη συνολική εδαφική έκταση των 83.210 τ.μ. είχε απομείνει έκταση 72.896 τ.μ. ως προελέχθη, και συνεπώς είχε ήδη μειωθεί αναλόγως η οικοδομησιμότητά της, πλέον δε τούτου με την προηγούμενη απαλλοτρίωση οι επίδικες ιδιοκτησίες είχαν διαμοιραστεί όπως προεκτέθηκε και έτσι είχαν μεταβληθεί τα πολεοδομικά δεδομένα και είχε επηρεασθεί και εκ του λόγου τούτου η οικοδομησιμότητά τους.
Επιπλέον διότι αυτή (οικοδομησιμότητα) μειώνεται λόγω των περιορισμών που τίθενται από τα ισχύοντα πολεοδομικά διατάγματα, εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα εν λόγω τμήματα, όπως προαναφέρθηκε, και όχι λόγω της κατασκευής του επίδικου έργου, από το οποίο ουδόλως επηρεάστηκαν ούτε μεταβλήθηκαν.
Εξάλλου και από την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι οι όροι δόμησης δεν μεταβλήθηκαν με την επίδικη απαλλοτρίωση, όσον αφορά δε την οικοδομησιμότητα, ο πραγματογνώμονας γενικά αναφέρει χειροτέρευση αυτής, χωρίς να προσδιορίζει τη μείωση που επέφερε η επίδικη απαλλοτρίωση, αλλά συνυπολογίζει και τη μείωση που επήλθε και από την προηγούμενη.
Ειδικότερα για το μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο τμήμα, που ήταν αποτέλεσμα του επίδικου έργου, δεν αναφέρει το ποσοστό οικοδομησιμότητας, που απωλέσθηκε, αλλά εκθέτει ότι το τμήμα αυτό, καθώς και το τμήμα που συνορεύει με το ρέμα, θα αποκτούσαν μεγαλύτερο εμβαδόν αν είχε γίνει άλλη χάραξη της οδού. Περαιτέρω, ως προς την προσβασιμότητα των εν λόγω ιδιοκτησιών προς τη διανοιχθείσα νέα οδό, είναι γεγονός ότι σε όλο το μήκος της και εκατέρωθεν αυτής, υπάρχουν προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα για λόγους ασφαλείας, οπότε δεν υπάρχει προσβασιμότητα από αυτές προς τη νέα αυτή οδό.
Όμως δεν δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά ιδιοκτησιών και οδού λόγω του έργου και είναι δυνατή η χορήγηση αδείας κυκλοφοριακής σύνδεσης των ιδιοκτησιών αυτών με την οδό, όπως αναφέρεται και στην από 17-2-2009 έκθεση επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/22001. Τη δυνατότητα αυτή δεν αποκλείει ούτε ο πραγματογνώμονας, ο οποίος στην έκθεσή του αναφέρει απλώς ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε σύνδεση της οδού με τις ιδιοκτησίες όταν η απόσταση του κόμβου σύνδεσης της ...
είναι μικρότερη των 800 μέτρων (Υπουργική απόφαση ΔΜΕΟ/ε/907 ΦΕΚ 715 Β/1996), περίπτωση όμως που δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση καθώς οι αποστάσεις των προσώπων των ιδιοκτησιών απέχουν πλέον 800 μέτρων από τα σημεία εισόδου και εξόδου στον αυτοκινητόδρομο και στην εγκρινόμενη μελέτη κυκλοφοριακής σύνδεσης θα εγκριθούν και τα σημεία όπου θα αφαιρεθούν ή θα μετακινηθούν τα στηθαία ασφαλείας καθώς και η οριζόντια και κατακόρυφη σήμανση, όπως αναφέρεται και στο υπ' αριθμ.
πρωτ. Δ12/8621/30-11-2011 έγγραφο της Δ12 Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Περαιτέρω οι εν λόγω ιδιοκτησίες με την κατασκευή της νέας οδού (επιδίκου έργου) σαφώς προβλήθηκαν και ωφελήθηκαν εκ της προβολής αυτής, καθώς δεν είχαν πρόσωπο την ..., όπως φαίνεται και στο προσκομιζόμενο έγχρωμο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Γ., όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η αιτούσα είναι αβάσιμα, επιπλέον δε αναβαθμίσθηκε η αξία τους από τη σύντμηση της απόστασης που τις συνδέει από τον κεντρικό οδικό άξονα της ... καθώς και προς το κέντρο των .... Η επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 στη σχετική έκθεσή της εισηγείται ομόφωνα την άρση της υποχρέωσης προς αυτοαποζημίωση σε ποσοστό 10% η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι λόγω της ύπαρξης του προστατευτικού κιγκλιδώματος στην πρόσοψη των ιδιοκτησιών πιθανόν να απαιτηθεί για τις εισόδους άδεια κυκλοφοριακής σύνδεσης των ιδιοκτησιών με την οδό.
Με βάση τα παραπάνω κρίνεται ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες από την κατασκευή του έργου δεν βλάπτονται, ωφελήθηκαν δε από αυτό σε ποσοστό 90% και δεν συντρέχει το σχετικό τεκμήριο ωφέλειας σε ποσοστό 10% και συνακόλουθα πρέπει να αρθεί ως προς αυτές το τεκμήριο ωφέλειας σε ποσοστό 10%. Πρέπει κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι δεν συντρέχει το τεκμήριο ωφέλειας σε ποσοστό 10% για τις ως άνω ιδιοκτησίες υπ' αριθμ. 2Α και 2Β της αιτούσας".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/ 1977, 33 του ν. 2971/200 και 11 παρ. 3, 13 του ν. 2882/2001, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη δε απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αυτής και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, α) σαφώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μείωση της οικοδομησιμότητας στο ακίνητο της αιτούσας δεν είναι συνέπεια της επίδικης συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης καθόσον, 1) το ακίνητο αυτό είχε διαμοιραστεί με την προηγούμενη απαλλοτρίωση και εξαιτίας αυτού είχαν μεταβληθεί τα πολεοδομικά δεδομένα και είχε επηρεαστεί η οικοδομησιμότητά του και 2) η οικοδομησιμότητά του μειώνεται λόγω των περιορισμών που τίθενται από τα ισχύοντα πολεοδομικά διατάγματα, εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα εν λόγω τμήματα, β) δέχεται ότι δεν δημιουργήθηκε υψομετρική διαφορά μεταξύ των εν λόγω ιδιοκτησιών και της οδού λόγω του έργου και ότι είναι δυνατή η χορήγηση αδείας σύνδεσης των επίδικων ιδιοκτησιών με τη διανοιγείσα οδό, καθόσον οι αποστάσεις των προσόψεων των παραπάνω ιδιοκτησιών απέχουν πλέον των 800 μέτρων από τα σημεία εισόδου και εξόδου της ...
και ότι στη μελέτη κυκλοφοριακής σύνδεσης θα εγκριθούν τα σημεία από τα οποία θα αφαιρεθούν ή θα μετακινηθούν τα στηθαία ασφαλείας καθώς και η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση, γ) δέχεται ότι η ενιαία ιδιοκτησία της αιτούσας είχε πρόσοψη σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο στο βόρειο τμήμα αυτού, ενώ μετά την εκτέλεση του έργου όλα τα τμήματα του ακινήτου έχουν πρόσοψη στη νέα οδό, στην οποία έχουν άμεση πρόσβαση και μέσω αυτής είναι ευχερέστερη, ταχύτερη και με ασφάλεια η επικοινωνία των επιδίκων ακινήτων με την ...
και ότι με τον τρόπο αυτόν βελτιώθηκε η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους και αυξήθηκε η αξία τους. Με τις παραδοχές δε ότι οι επίδικες ιδιοκτησίες απέκτησαν πρόσοψη στη νέα οδό του οδικού κόμβου ... της ... και ότι ωφελήθηκαν από την προβολή αυτή, κατέληξε ότι η ιδιοκτήτρια αυτών (αιτούσα) έχει υποχρέωση συμμετοχής στη δαπάνη απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου με τη μορφή της αυτοαποζημίωσης, η επιβάρυνση δε αυτής προσδιορίζεται σε ποσοστό 90% επί της αναγραφόμενης στον κτηματολογικό πίνακα αυτοαποζημίωσης, ενώ δεν συντρέχει το σχετικό τεκμήριο ωφέλειας σε ποσοστό 10%, ως προς το οποίο πρέπει να αρθεί.
Στην κρίση αυτή το Εφετείο κατέληξε αφού ερεύνησε όλα τα στοιχεία προσδιορισμού ή μη της ωφέλειας με βάση τη μορφή των ως άνω ακινήτων κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, την οικοδομησιμότητα αυτών και την προσβασιμότητά τους στη διανοιχθείσα οδό και τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης στα στοιχεία αυτά.
Επομένως, ο κατά το πρώτο σκέλος πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε το υπ' αριθμ. ...3/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Γ., που αποτελεί τον τίτλο ιδοκτησίας της και από το οποίο αποδεικνύεται ότι οι ιδιοκτησίες της, πριν την επίδικη απαλλοτρίωση ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο και το συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Μάλιστα το έγγραφο αυτό μνημονεύεται ειδικά στη δεύτερη σελίδα του πέμπτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 "ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".
Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1 και 2 του ν. 4070/2012, η δικαστική δαπάνη α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.
Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.
Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πραγματογνώμονά του (άρθρο 189 περ. δ' Κ.Πολ.Δ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.
Η διάταξη του άρθρου 173 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. περί προκαταβολής των εξόδων και τελών από τον διάδικο που προκαλεί διαδικαστική πράξη, περιλαμβανομένων επομένως της αμοιβής και των εξόδων του πραγματογνώμονα, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, ενόψει της ρύθμισης του προαναφερθέντος άρθρου 18 παρ. 4 εδ.
α' του Ν. 2882/2001 που ορίζει ότι η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση. Κατά συνέπεια η αμοιβή εκείνου που διορίσθηκε πραγματογνώμονας για τον προσδιορισμό της κατά τον κρίσιμο χρόνο αξίας των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων, εφόσον ο διορισμός αυτός έγινε από το αρμόδιο δικαστήριο στο πλαίσιο της δίκης καθορισμού της τιμής μονάδας αποζημίωσης, πρέπει, ως μέρος της δικαστικής δαπάνης, να καταβληθεί ολόκληρη και ανεξαρτήτως έκβασης της δίκης από τον υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης διάδικο (ΟλΑΠ 9/1996 ΑΠ 576/2018).
Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσείουσας από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά της που εσφαλμένα αναφέρονται ότι ωφελούνται, ενώ παράλληλα, το ποσό της ζημίας της αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει. (ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, αντίθ., ΑΠ 1129/ 2014, ΑΠ 1333/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι η αιτούσα κατέβαλε ποσό 20.910 ευρώ στον πραγματογνώμονα που αποτελεί κατά τις παραδοχές του αποδιδόμενο έξοδο απαραίτητο για τη διεξαγωγή της δίκης κατ' άρθρο 189 παρ. παρ. 1δ' του Κ.Πολ.Δ. εν τούτοις συμψήφισε κατά ένα μέρος τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και καταδίκασε το καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αιτούσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 2.600 ευρώ, με την αιτιολογία της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση όσων εκτίθενται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια ότι εσφαλμένα προσδιόρισε την υπέρ αυτής και σε βάρος του αντιδίκου της Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη σε 2.600 ευρώ με την αιτιολογία της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, ενώ έπρεπε, κατά την αναιρεσείουσα, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του αντιδίκου της να είναι ολόκληρο το ποσόν που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης κατέβαλε, ήτοι 20.910 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται και στην ερευνώμενη περίπτωση και, κατά συνέπεια, υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί αυτή κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.) και να καθοριστούν τα δικαστικά έξοδα της αιτούσας που βαρύνουν το καθ' ου η αίτηση, στο ποσό των 20.910 ευρώ, αφού το παράπονο της αναιρεσείουσας αφορά μόνο την μη επιδίκαση του συνόλου της αμοιβής του πραγματογνώμονα, ενώ η προσβαλλόμενη δεν επικαλείται πέραν της αμοιβής του πραγματογνώμονα επιδίκαση άλλων δικαστικών εξόδων.
Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος κατά την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2486/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο.
Καταδικάζει το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αιτούσας εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των είκοσι χιλιάδων εννιακοσίων δέκα (20.910) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ