Legislator Case Law & Legislation
393/2018 AI generated

393/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 393/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

393/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 904/2008, ΑΠ 1155/2009).

Keywords

AI generated
parental authority single parent family member adoption of incapacitated adults parental alienation syndrome descendant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 393 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Καπερνάρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. - Π. (H. S.) - Π. Χ. (H.) του E. D. κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3328/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5613/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1). Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.Στην προκειμένη περίπτωση από την .../19-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Πειραιώς Ε.

Β. ,που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αρχική δικάσιμο της 21-12-2016 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Κατόπιν διαδοχικών αναβολών η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε στη δικάσιμο της 17-5-2017 και στη συνέχεια στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο(6-12-2017),χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή του αναιρεσίβλητου καθόσο η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως(άρθρο 226 ΚΠολΔ).

Ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔικ.

2). Με την από 8-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 5613/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή κατ` ουσία η από 22-1-2014 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 3328/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (με την οποία είχε απορριφθεί η από 3-8-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου) και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566 §1, 569 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την …/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

3. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: ''Στις 23 Αυγούστου 2008 απεβίωσε στην … η μητέρα των διαδίκων Μ. συζ. Ν. Π., το γένος Π. Ρ., η οποία, κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε πλησιέστερους συγγενείς, το σύζυγό της Ν. Π. του Χ. και τα δυο τέκνα της, δηλαδή τους διαδίκους. Αυτή κατέλιπε την από 28-4-1992 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα .../13-11-2009 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 2389/13-11-2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που καταχωρίστηκαν στα βιβλία διαθηκών, στον τόμο … και με αριθμό ….Με την εν λόγω διαθήκη της εγκατέστησε κληρονόμο της την εναγομένη σε ολόκληρη την περιουσία της, αποτελούμενη από ένα ακίνητο που βρίσκεται στο Καματερό, επί της λεωφόρου ..., το οποίο "περιγράφεται παρακάτω, ενώ στον ενάγοντα άφησε την προίκα που δικαιούτο να λάβει από τους γονείς της, στο χωριό ...

Τεγέας Αρκαδίας, τέτοια προίκα, όμως, δεν αποδείχτηκε ότι υπήρχε. Ωστόσο, κατά το χρόνο του θανάτου της δεν κατέλειπε κανένα περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, δηλαδή το προαναφερόμενο ακίνητο, στο οποίο με τη διαθήκη της εγκαθιστούσε κληρονόμο την εναγομένη, από το έτος 1995 της το είχε μεταβιβάσει κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας για τον εαυτό της και σε περίπτωση προαποβίωσής υπέρ του συζύγου της Ν.

Π. (πρόταση δωρεάς αιτία θανάτου), την οποία ο τελευταίος θεωρείται ότι αποδέχθηκε, αφού, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι προέβη σε αποποίησή της μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Συγκεκριμένα, η κληρονομουμένη δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου …/1995 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Ι.

Δ., μεταβίβασε στην εναγομένη, κατά ψιλή κυριότητα, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "…" του Δήμου …, στο "…" οικοδομικό τετράγωνο, επί της λεωφόρου …, έχει επιφάνεια 576,91 τ.μ., εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα … στο από 10-6-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Ι. Κ., που προσαρτάται στο, ως άνω, συμβόλαιο γονικής παροχής και, σύμφωνα με αυτό συνορεύει, βόρεια, με πλευρά …, μήκους 15,80 μ., με οικόπεδο ιδιοκτησίας της παρέχουσας, νότια, με πρόσωπο …, μήκους 16,35 μ., με λεωφόρο …., ανατολικά, με πρόσωπο …, μήκους 37,55 μ., με ανώνυμο πεζόδρομο και δυτικά, με πλευρά …, μήκους 35,10 μ., με ιδιοκτησία αγνώστων.

Μέσα στο εν λόγω οικόπεδο είχε ανεγερθεί από την κληρονομουμένη με δαπάνες της, πριν από τη σύσταση της γονικής παροχής, διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη: (α) από ισόγειο όροφο, στον οποίο υπάρχουν δύο καταστήματα, από τα οποία το ένα έχει εμβαδόν 136 τ.μ. και πρόσοψη στη λεωφόρο … και στον ανώνυμο πεζόδρομο και το άλλο έχει εμβαδόν 103,08 τ.μ.

και πρόσοψη στον ανώνυμο πεζόδρομο και στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και, (β) από πρώτο, πάνω από το ισόγειο, όροφο, ο οποίος αποτελείται από ένα διαμέρισμα εμβαδού 120,39 τ.μ. και έτερο διαμέρισμα εμβαδού 106,61 τ.μ. Με το συμβόλαιο γονικής παροχής η παρέχουσα όρισε η εν λόγω περιουσιακή παροχή προς την εναγομένη να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε ότι η σύσταση της, ως άνω, γονικής παροχής έγινε από την κληρονομούμενη προς την εναγομένη θυγατέρα της για τη δημιουργία οικονομικής ή οικογενειακής της αυτοτέλειας ή για την έναρξη κάποιας επαγγελματικής δραστηριότητας ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, καθώς η εναγομένη, κατά τον χρόνο της γονικής παροχής ήταν άγαμη και διέμενε με την μητέρα και τον πατέρα της στο ένα από τα δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής, ενώ δεν προέκυψε ότι είχε κάποια ιδιαίτερη επαγγελματική ενασχόληση και ότι με τη παροχή επιδιωκόταν η επαγγελματική της αποκατάσταση.

Εξάλλου, κατά την κατάρτιση της γονικής παροχής η παρέχουσα, η οποία, εκτός από το εν λόγω ακίνητο, δεν είχε στην κυριότητά της άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν έλαβε υπόψη της την ύπαρξη του άλλου τέκνου της, δηλαδή του ενάγοντος, προς τον οποίο δεν είχε κάνει καμία παροχή, και τις ανάγκες αυτού, καθώς αυτός ήταν έγγαμος και πατέρας τεσσάρων τέκνων και του οποίου η οικονομική κατάσταση δεν υπερτερούσε από την οικονομική κατάσταση της εναγομένης.

Ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της εναγομένης η, κατ' άρθρο 1509 ΑΚ, ανάγκη και, συνεπώς, η επίδικη γονική παροχή στο σύνολο της έχει την έννοια της δωρεάς, καθώς, ενόψει των προεκτεθέντων, υπερβαίνει το μέτρο που επέβαλαν οι περιστάσεις. Εξάλλου, αφού η επίδικη γονική παροχή αποτελεί δωρεά της κληρονομουμένης προς την εναγομένη θυγατέρα της, η οποία έγινε δεκατρία χρόνια πριν από το θάνατο της, κατά δε τη σύστασή της, όπως προεκτέθηκε, η παρέχουσα όρισε να καταλογιστεί στη νόμιμη μοίρα της εναγομένης, η δωρεά αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη, υπολογίζεται για την εξεύρεση-της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, ακόμη και αν έγινε προς αυτήν (εναγομένη) από τη μητέρα της από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας.

Περαιτέρω, αν στην κληρονομιά της Μ. συζ. Ν. Π. χωρούσε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, αφού ο ενάγων συνέτρεχε με την εναγομένη αδελφή του και το δεύτερο-σύζυγο της μητέρας του, η εξ αδιαθέτου μερίδα του θα ανερχόταν σε ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, στο μισό της οποίας, ήτοι σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του.

Λόγω του ότι, όμως, δεν καταλήφθηκε περιουσία που να καλύπτει τη νόμιμη μοίρα του, η προς την εναγομένη δωρεά εν ζωή εκ μέρους της κληρονομούμενης της ψιλής κυριότητας του παραπάνω ακινήτου, ήταν άστοργη, γιατί προσβάλλει το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος. Ως εκ τούτου για να λάβει ο ενάγων τη νόμιμη μοίρα που του αναλογεί στην κληρονομιά της μητέρας του, πρέπει να ανατραπεί, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου η εν λόγω δωρεά, με την οποία μεταβιβάστηκε στην εναγομένη η ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου ακινήτου.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης, σύμφωνα με την οποία η ένδικη παροχή έγινε προς αυτήν από τη μητέρα της από ιδιαίτερο καθήκον και λόγους ευπρεπείας και ότι γι' αυτό δεν υπολογίζεται στη νόμιμη μοίρα, ούτε υπόκειται σε μέμψη άστοργης δωρεάς, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 1831 παρ. 2, 1833 και 1835 ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους πρώτο, δεύτερο και τον συναφή πέμπτο λόγους της κρινόμενης έφεσής του, αφού, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη, οι δωρεές που έγιναν προς τους νομίμους μεριδούχους, σε χρόνο προγενέστερο των δέκα ετών πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου, ακόμη και αν έγιναν από ιδιαίτερο καθήκον ή λόγους ευπρέπειας, υπολογίζονται για την εξεύρεση της νόμιμης μοίρας και συνακόλουθα υπόκεινται σε μέμψη.

Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Όσον αφορά τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομιζόμενα από αυτόν, από 2-4-2012, δύο πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Τρίπολης - Νότιας Πλευράς, καθώς και την 1309/2011 ένορκη βεβαίωση του Ι.

Α., αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη την προαναφερόμενη, …/21-1-2011, ένορκη βεβαίωση, καθώς και "όλα τα έγγραφα που μέτ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι".

Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, τόσο η ένορκη βεβαίωση, όσο και τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση (ΑΠ 367/2015, ΑΠ 1169/2013, ΑΠ 1798/2005 στην ΤΝΠ Ισοκράτης).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά ένα μέρος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς τη διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη- και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για ουσιαστική εκδίκαση, να δικαστεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κυρία βάση της, να αναγνωριστεί το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του ενάγοντος στην κληρονομιά της μητέρας του κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, να ανατραπεί κατά το ποσοστό αυτό η γονική παροχή που η κληρονομούμενη συνέστησε υπέρ της εναγομένης με το …/1995 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Ι.

Δ. και να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατόπιν της αποδοχής της κύριας βάσης της αγωγής παρέλκει η έρευνα της επικουρικής βάσης της". Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει ουσιαστικά έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 3328/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας την από 3-8-2011 αγωγή του, την έκανε δεκτή κατά την κύρια βάση της αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα νόμιμο μεριδούχο, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαθέτου στην κληρονομία της μητέρας του Μ.

συζ. Ν. Π., ανέτρεψε κατά το ανωτέρω ποσοστό γονική παροχή που είχε συστήσει υπέρ της εναγομένης η ως άνω κληρονομούμενη και υποχρέωσε την εναγομένη να προβεί σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση στον ενάγοντα κατά το ανωτέρω ποσοστό της ψιλής κυριότητας του αναφερόμενου στη απόφαση ακινήτου.

4Α. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (Α.Π. 9/2014).. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής. (ΑΠ 1291/2010).

Κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 904/2008, ΑΠ 1155/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, του αναιρετηρίου προσάπτεται, στο Εφετείο, η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή του αναιρεσίβλητου ως ορισμένη ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη και με το δεύτερο σκέλος του ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, για νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό της προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο νομίμως, και ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος γιατί πλήττει κατ' ουσίαν την μη ελεγχόμενη αναιρετικά επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου.

Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/1991).

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται, κατ'ορθή εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η μητέρα των διαδίκων διέθετε και άλλη περιουσία στις ... Τεγέας η οποία έπρεπε να συνυπολογισθεί για τον καθορισμό της νόμιμης μοίρας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε η περιουσία αυτή.

Γ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β και γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην πρώτη από τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, η βεβαίωση του δικαστηρίου περί προσκομιδής ή μη των αποδείξεων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, διότι δεν έγινε επίκληση αυτού, πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 1312/2012, ΑΠ 1419/2007).

Στη δεύτερη περίπτωση, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 58/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας δεν έλαβε υπόψη το κατονομαζόμενο, από 1-6-2010 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο εφετείο.

Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος γιατί από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ''όλα τα έγγραφα, τα οποία ο καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς, πάντως να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης'', σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα κατονομαζόμενο στο αναιρετήριο έγγραφο, και παρά το γεγονός ότι δεν μνημονεύεται ειδικώς, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι δεν λήφθηκε υπόψη.

5. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουνίου 2016 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5613/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ