393/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated393/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 20-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 393/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Α. του Α., 3) Α. Α. του Σ. και 4) Γ. Α. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Στεφανέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2011 ανακοπή και τους από 21-12-2011 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 20-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν και οι δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει τα εξής: "Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν:
α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) ... γ) ...". Εξάλλου, το άρθρο 73 παρ. 1, 2 και 4 του ν.δ. 356/1974 ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ’ ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ’ όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη. 4.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε) Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ίδιου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία (ανακοπή) μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, που αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη.
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η ελλείπουσα από το νόμιμο τίτλο λεπτομερής περιγραφή του φερόμενου ως οφειλόμενου χρηματικού ποσού μπορεί να συμπληρωθεί με έγγραφα που καθιστούν την οφειλή επαρκώς συγκεκριμένη, εφόσον αυτά έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στο φερόμενο ως οφειλέτη, πριν ο τελευταίος αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την οφειλή του με άσκηση ανακοπής, ενόψει του ότι με τον τρόπο αυτό θα έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του, και κατά συνέπεια ουδεμία δικονομική βλάβη υφίσταται, αφού με τη γνωστοποίηση των εγγράφων αποτρέπεται η ανάγκη εξειδίκευσης ως στοιχείο του κύρους του νόμιμου τίτλου (ΑΠ 434/2015, 1898/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εφεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) στο πλαίσιο άσκησης "αγροτικής" δραστηριότητας (κτηνοπτηνοτροφική επιχείρηση) είχε λάβει ως "οφειλέτης" από την ...
Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. σειρά δανείων, στα οποία "συνοφειλέτες" τυγχάνουν οι λοιποί των εφεσιβλήτων - ανακοπτόντων (ήδη λοιποί αναιρεσείοντες). Κατ’ εφαρμογή ... αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών η ως άνω εταιρεία και οι λοιποί εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες ως συνοφειλέτες βάσει της υπ’ αριθμ. .../4-10-2002 συμβάσεως ρύθμισης οφειλών συνεβλήθησαν με την Α.Τ.Ε., με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών τους προς αυτήν, από εγγυημένα δάνεια της Α.Τ.Ε.
που είχαν βεβαιωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., έπειτα από κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τα εν λόγω δάνεια την 1-1-2001, ποσού 581.913,38 ευρώ. Με την ως άνω υπουργική απόφαση η Α.Τ.Ε. ανέλαβε ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου) την είσπραξη των ως άνω ποσών για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και την επιστροφή σε αυτό των ποσών που θα εισπράξει από τους ως άνω οφειλέτες.
Αφού η οφειλέτιδα εταιρεία κατέβαλε ποσοστό 5% της βεβαιωμένης οφειλής, ρυθμίστηκε η καταβολή του υπολοίπου ποσού των 552.817,27 ευρώ σε 15 ετήσιες δόσεις αρχομένης της πρώτης δόσης την 31-12-2002 έως την 31-12-2016. Λόγω της μη καταβολής της 5ης και της 6ης δόσης, με το υπ’ αριθ. Α.Π. .../19-7-2011 έγγραφο της 25ης Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γ.Λ.Κ.
απεστάλησαν προς την ... ο χρηματικός κατάλογος των οφειλών των ανακοπτόντων και τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η υπ’ αριθ. πρωτ. .../19-7-2011 βεβαίωση οφειλών των δανειοληπτών του επιδίκου και συνημμένου χρηματικού καταλόγου, με συνημμένα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ιδίως δε κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων, αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου δανείου, εκτυπώσεις βεβαιωμένης απαίτησης από την Α.Τ.Ε.
Κατάστημα Χαλκίδας και πίνακα κατάπτωσης δανείου, που χορηγήθηκε με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αυτών, η ως άνω οφειλή βεβαιώθηκε στη ..., η οποία για την είσπραξή της προέβη βάσει του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου και της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στην έκδοση της υπ’ αριθ. .../11-8-2011 ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων ποσό 198.525,36 ευρώ ...
και στη συνέχεια απεστάλησαν από το Υπουργείο Οικονομικών, διά της αρμοδίας ..., σε έκαστο των ανακοπτόντων οι με ημερομηνία 1-9-2011 και υπ’ αριθ. ... ατομικές ειδοποιήσεις χρεών, με τις οποίες κλήθηκαν να καταβάλουν το ως άνω ποσό. Ενόψει του ότι οι ανωτέρω ατομικές ειδοποιήσεις χρεών δεν συνοδεύτηκαν από κάποιο άλλο έγγραφο, πλην όμως επί του σώματος αυτών γράφονταν ο αριθμός της ταμειακής βεβαίωσης (με τα αρχικά Α.Τ.Β.) "..." και η ημερομηνία βεβαίωσης (11-8-2011), οι εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες, με την από 7-9-2011 και με αριθ.
πρωτ. ... αίτησή τους προς το Τμήμα Εσόδων της ..., ζήτησαν από την υπηρεσία αυτή αντίγραφο του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου, βάσει του οποίου έγινε η ως άνω ταμειακή βεβαίωση και εστάλησαν οι ως άνω ατομικές ειδοποιήσεις χρεών. Σε απάντηση της αιτήσεως αυτής η ... διά του υπ’ αριθ. .../7-9-2011 εγγράφου της, υπογεγραμμένου από την προϊσταμένη εσόδων, χορήγησε στους ανακόπτοντες φωτοαντίγραφα τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης οφειλών και φωτοαντίγραφο χρηματικού καταλόγου, ο οποίος βεβαιώθηκε από την υπηρεσία της.
Σε αυτόν αναφέρεται η αιτία της ανωτέρω απαίτησης, δηλαδή "δάνεια με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου" καθώς και το συνολικό ποσό αυτής (198.525,36 ευρώ), ενώ στην τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου το ποσό αυτό εξειδικεύεται και αναλύεται ως κεφάλαιο ποσού 92.150,94 ευρώ, τόκοι συμβατικοί ποσού 81.836,63 ευρώ, τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας ποσού 21.093,46 ευρώ, τόκοι υπερημερίας υπέρ Δημοσίου ποσού 3.444,33 ευρώ, και συνολικά 198.525,36 ευρώ.
Με δεδομένο ότι από καμιά διάταξη του ΚΕΔΕ δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας η αναλυτική αναγραφή στο σώμα της ταμειακής βεβαιώσεως όλων των ποσών που συναποτελούν την εκτελούμενη απαίτηση ή του ιστορικού προέλευσης αυτών, τα εν λόγω στοιχεία ωστόσο αποδεικνύεται ότι περιέχονται στα έγγραφα, με βάση τα οποία προσδιορίστηκε από τις αρμόδιες αρχές, -εν προκειμένω από την 25η Δ/νση Γ.Λ.Κ.-, το εισπρακτέο ποσό, το είδος του εσόδου και η αιτία για την οποία οφείλεται και δημιουργήθηκε η απαίτηση του Δημοσίου και η δυνατότητα να επιδιώξει αυτό τη συμμόρφωση του υπόχρεου, συγκροτούν δε τα έγγραφα αυτά την έννοια του "νομίμου τίτλου" υπό ευρεία έννοια, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1, 2 ΚΕΔΕ.
Επομένως, στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, που αποτελεί το νόμιμο υπό στενή έννοια τίτλο, περιέχεται ακριβής προσδιορισμός των ενδίκων απαιτήσεων κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και συγκεκριμένα αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής και το οφειλόμενο ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους, τα στοιχεία δε αυτά ήταν επαρκή, ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησής τους από τους οφειλέτες - ανακόπτοντες, να μπορούν οι τελευταίοι να ισχυριστούν και να αποδείξουν την ενδεχόμενη απόσβεση, μερική ή ολική, της απαίτησης, την ανακρίβεια των επιμέρους ποσών, τον ενδεχομένως εσφαλμένο υπολογισμό ή τον παράνομο χαρακτήρα των τόκων, καθώς και να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Επιπρόσθετα οι ανακόπτοντες, ως συμβαλλόμενοι στην μεταξύ αυτών και της Α.Τ.Ε. σύμβαση ρύθμισης οφειλών και πρόσθετη πράξη, οι οποίες σε εφαρμογή της υπ’ αριθ. 2/13854/0025/11-6-2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών προέβλεπαν την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της Α.Τ.Ε. μετά την κατάπτωση της εγγυήσεως, είχαν πλήρη γνώση των εγγράφων που συνόδευαν το νόμιμο τίτλο, ήτοι τις συναφθείσες συμβάσεις, την κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων της Α.Τ.Ε., τις καταστάσεις αναλυτικής κίνησης του δανείου, πίνακα κατάπτωσης δανείου, έγγραφα δηλαδή στα οποία είτε συνέπραξαν, με την υπογραφή της με αριθμό .../4-10-2002 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών, είτε είχαν άμεση πρόσβαση τόσο από την Α.Τ.Ε.
όσο και από τη ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τον πρώτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, με τον οποίο ισχυρίζονταν οι τελευταίοι ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη σε βάρος τους εκτέλεση λόγω αοριστίας και ελλείψεως αιτιολογίας της .../11-8-2011 ταμειακής βεβαιώσεως της ..., και απέρριψε το σχετικό λόγο ως αβάσιμο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι δηλαδή στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο δεν προσδιορίζονται και δεν εξειδικεύονται οι συμβάσεις δανείου που είχαν συνάψει αυτοί με την Α.Τ.Ε., από τις οποίες προέρχονται οι ένδικες απαιτήσεις, ούτε η κίνηση των τηρηθέντων λογαριασμών, ούτε τέλος γίνεται σαφής διαχωρισμός κεφαλαίου και τόκων, καθώς και αναλυτικός προσδιορισμός των αιτουμένων τόκων σε συμβατικούς, νόμιμους και τόκους υπερημερίας, είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου το αναιρεσίβλητο - καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο είχε κοινοποιήσει στους αναιρεσείοντες, κατόπιν αιτήσεώς τους και πριν την εκ μέρους τους άσκηση της ένδικης ανακοπής, όλα τα έγγραφα τα οποία συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο του, που υλοποιείται μέσω του χρηματικού καταλόγου και ολοκληρώνεται μέσω της ταμειακής βεβαιώσεως, δεν υπέστησαν αυτοί δικονομική βλάβη.
Πράγματι, με την κοινοποίηση σ’ αυτούς των σχετικών εγγράφων, δηλαδή της τριπλότυπης περιληπτικής καταστάσεως οφειλών και του χρηματικού καταλόγου, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα (συμβάσεις δανείων, κατάσταση υποβολής εγγυημένων δανείων της Α.Τ.Ε., καταστάσεις αναλυτικής κίνησης δανείου, πίνακα κατάπτωσης δανείου), των οποίων είχαν πλήρη γνώση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ενόψει του ότι είχαν συμπράξει στην υπογραφή της σχετικής πρόσθετης πράξεως ρυθμίσεως οφειλών, ήσαν σε θέση αυτοί να ελέγξουν την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και να αποκρούσουν αυτήν.
Κατά συνέπεια ο κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (όχι και 19) πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, ερευνώντας το παραδεκτό και βάσιμο των λοιπών λόγων της ανακοπής και των προσθέτων λόγων της, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει ότι παρέλκει η έρευνα τούτων μετά την αποδοχή του πρώτου λόγου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Οι ανακόπτοντες, αν και ισχυρίζονται ότι υπό την ισχύ του ν. 3259/2004 ζήτησαν την υπαγωγή τους στις διατάξεις του νόμου αυτού, ωστόσο δεν αναφέρουν στο λόγο της ανακοπής αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός της ανακοπής να είναι, σε κάθε περίπτωση, λόγω της αοριστίας του, απαράδεκτος και ανεξάρτητα από το εάν υπέβαλαν αίτηση ρύθμισης εντός της οριζόμενης σε αυτόν προθεσμίας, αν και επέλεξαν να υπαχθούν στην ειδική ρύθμιση με βάση την Υπουργική Απόφαση .../7-2-2000.
Επομένως, ισχύει γι’ αυτούς η ανωτέρω ειδική ρύθμιση στην οποία επέλεξαν να υπαχθούν κατ’ εφαρμογή της με αριθμό .../4-10-2002 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών και δεν εφαρμόζονται ως προς την οφειλή τους οι ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, όπως εσφαλμένα αυτοί ισχυρίζονται. Και ναι μεν με την παράγραφο 10 του άρθρου 39 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι στις διατάξεις του υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με βάση το ν. 128/1975 (και συνακόλουθα της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσης ΥΑ (Οικονομικών) ...7-2-2001), όπως αυτό των ανακοπτόντων - εφεσιβλήτων, πλην όμως με την αυτονόητη προϋπόθεση, όπως άλλωστε ίσχυε ...
και υπό το καθεστώς του ν. 2789/2000, ότι αυτοί θα επέλεγαν τη ρύθμιση του νόμου αυτού αντί της ειδικής ρύθμισης, στην οποία είχαν ήδη υπαχθεί και ήταν σε ισχύ, πράγμα το οποίο αποδείχθηκε ότι δεν συνέβη. Για τον ίδιο λόγο απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο εκτιμώμενος ως ενιαίος πρόσθετος λόγος ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι με την από 28-12-2011 αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημιουργήθηκε εκκρεμοδικία κατά τις διατάξεις του ν. 3259/2004, η οποία και καθιστά έτσι τον εκτελεστό τίτλο μη βέβαιο και μη εκκαθαρισμένο, και ότι το αναιρεσίβλητο-καθού θα έπρεπε να απόσχει της περαιτέρω εκτελεστικής διαδικασίας, μέχρις ότου εκκαθαρισθεί η απαίτησή του, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται το ληφθέν κεφάλαιο, ούτε εξάλλου ισχυρίζονται ότι αυτό υπερβαίνει το διπλάσιο εκείνου που απαιτεί ο νόμος, ώστε να υπαχθεί η ένδικη οφειλή στις διατάξεις του".
Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε και το δεύτερο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, καθώς και τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 39 ν.3259/2004, δέχθηκε ότι η οφειλή των αναιρεσειόντων δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές, ενώ η ίδια η Α.Τ.Ε.
Α.Ε. έχει προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους, έστω και με εσφαλμένο τρόπο. Ο λόγος όμως αυτός της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αλυσιτελής, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που απορρίπτει ως αβάσιμο το λόγο της ανακοπής για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3259/2004 ως προς την οφειλή των αναιρεσειόντων, επειδή είχαν επιλέξει αυτοί την υπαγωγή τους στην ειδική ρύθμιση του ν. 128/1975, πλην όμως δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία ότι ο λόγος της ανακοπής είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, λόγω της μη αναφοράς στο δικόγραφο της ανακοπής, αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου της οφειλής, ώστε να μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ.5 ν.3259/2004, αιτιολογία η οποία και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 22 ν. 3693/1957) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και των Σ., Α. και Γ. Α. για αναίρεση της 51/2005 αποφάσεως του Εφετείου Εύβοιας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ