Legislator Case Law & Legislation
393/2012 AI generated

393/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 393/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 393 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2012

Legislator headnote

AI generated

393/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 393 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2012

Keywords

AI generated
conversion of agricultural building previous legal status termination of agricultural lease withdrawal of parental rights expulsion of Macedonian national lapse of permanent residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 393 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Π. του Σ. και 2. Μ. Π. του Γ., συζ. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Τσιούγκου.

Των αναιρεσίβλητων: 1, Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Ζιαμπάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ευρυτανίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, και, αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 2.391,67 τ.μ., είναι αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "Σωτήρα" ή "Μικρά Λιβάδια" της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Καρπενησίου του Νομού Ευρυτανίας και εκτός του σχεδίου της πόλης αυτής και συνορεύει βορειοδυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ., βορειοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Κ., νοτιο-ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και νότια - νοτιοδυτικά με την Εθνική Οδό Καρπενησίου-Αγρινίου. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα μείζονος ενιαίου αγροτεμαχίου, το οποίο χωρίσθηκε σε δύο μέρη από τη μέσω αυτού διέλευση της οδού που συνέδεε το Καρπενήσι με το Αγρίνιο (ήδη σήμερα Εθνική Οδό Αγρινίου Καρπενησίου), η οποία ήταν ήδη διανοιγμένη από το έτος 1945. Το μείζον αυτό αγροτεμάχιο είχε περιέλθει στη νομή της Α. Σ. (προγιαγιάς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων) από τον πατέρα της Κ. Κ., αυτή δε, περί το έτος 1948, όταν είχε ήδη νυμφευθεί τον Κ. Σ. (προπάππο των εναγομένων), μεταβίβασε με άτυπη εν ζωή δωρεά, το μεν τμήμα του που βρισκόταν πάνω από το δρόμο Καρπενησίου-Αγρινίου και στο δεξιό μέρος του (της πλευράς αυτής προσδιοριζόμενης με κατεύθυνση από Καρπενήσι προς Αγρίνιο) στον υιό της Γ. Σ. του Κ. (παππού των εναγομένων), το δε κάτωθι του ανωτέρω δρόμου (αριστερά αυτού κατά την ίδια φορά κίνησης) τμήμα του αγροτεμαχίου, το οποίο αποτελούσε και το μεγαλύτερο από τα δύο τμήματα, μεταβίβασε με τον ίδιο τρόπο στον έτερο υιό της Ε. Σ. (πατέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Κ. Σ.). Από την σε αυτόν περιέλευση του άνωθεν του δρόμου Καρπενησίου - Αγρινίου τμήματος του άλλοτε ενιαίου αγροτεμαχίου, ήτοι από το έτος 1948 και μέχρι το θάνατό του, που έλαβε χώρα στις 4-6-2002, ο Γ. Σ. το χρησιδέσποσε, ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου φανερές υλικές διακατοχικές πράξεις, με τις οποίες εκδήλωνε τη θέλησή του να το εξουσιάζει ως αποκλειστικός κύριος και, συγκεκριμένα, το επόπτευε από καταπατήσεις τρίτων, μάζευε τη ρίγανη που φύτρωνε σε αυτό, έκοβε τα εντός αυτού υπάρχοντα χόρτα και κλαδιά, με σκοπό όχι μόνο να κρατά το αγροτεμάχιο καθαρό, αλλά και να σιτίζει με αυτά τις οικόσιτες γίδες του, τις οποίες διατηρούσε μέχρι το έτος 1979, κατά το 1980 το περιέφραξε, με πασσάλους, το δήλωσε στο φορολογικό έντυπο Ε9 των ετών 1995, 1996 και 1997, καθώς και στο Εθνικό Κτηματολόγιο με την υπ' αριθμόν 3516/31-08-1999 δήλωση του Ν 2308/1995, δηλώνοντας ευθύς εξ αρχής ότι είναι αποκλειστικός, ήτοι κατά ποσοστό 100%, δικαιούχος πλήρους επ' αυτού κυριότητας, με αιτία κτήσης δωρεά της μητέρας του Α. Σ., το γένος Κ.. Επομένως, ο Γ. Σ., άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατέστη κύριος του ανωτέρω αγροτεμαχίου, αφού το κατείχε με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα πενήντα τεσσάρων (54) ετών, ήτοι κατά πολύ μεγαλύτερο της, απαιτούμενης στο άρθρο 1045 Α.Κ., εικοσαετίας. Με την από 14-05-1993 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 15/15-01-2003 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας ο ανωτέρω Γ. Σ. κατέλιπε (και) το ως άνω ακίνητο κατ' ισομοιρία στους εγγονούς του- εναγομένους, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την .../19-5-2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Καρπενησίου Κωνσταντίνου Βλάχου (νομίμως μεταγραφείσα στον τόμο ... και στον αριθμό 792 των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπενησίου), όπως αυτή διορθώθηκε δυνάμει των .../13-2-2004 και .../16-3-2005 συμβολαίων του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου (νομίμως μεταγραφέντων στον τόμο ... με αριθμό 561 και στον Τόμο ... με αριθμό 554, αντίστοιχα). Συνέχισαν δε έκτοτε να το χρησιδεσπόζουν και συγκεκριμένα, πέραν του ότι προέβησαν στον καθαρισμό του, κατόπιν της από 15-10-2004 αίτησής τους προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ευρυτανίας, έλαβαν την υπ' αριθ 3.165/21-10-2004 έγκριση εκτέλεσης εργασιών μικρής κλίμακας στο αγροτεμάχιό τους και δη περίφραξής του με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό σύρμα πάνω σε βάση από σκυρόδεμα στερεωμένη στο έδαφος, περίφραξη στην οποία και προέβησαν εντός της τασσομένης από την ανωτέρω Υπηρεσία εξάμηνης προθεσμίας.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι έγιναν συγκύριοι του πιο πάνω ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε, στη νομή του Ε. Σ., απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων περιήλθε το κάτωθι του δρόμου Καρπενησίου-Αγρινίου τμήμα του ενιαίου αγροτεμαχίου της μητέρας τους, (ήτοι αυτό που βρίσκεται αριστερά της Εθνικής Οδού Καρπενησίου - Αγρινίου, με κατεύθυνση από Καρπενήσι προς Αγρίνιο). Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, με εκτενείς σκέψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση και ανάλυση των αποδείξεων, των οποίων δεν απαιτείται η παράθεση, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ. Σ., από το 1981 και μέχρι το 2005 όσο και πριν από αυτόν ο πατέρας του Ε. Σ. δεν άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του άνωθεν της Εθνικής Οδού Καρπενησίου-Αγρινίου τμήματος του αγροτεμαχίου της γιαγιάς και μητέρας τους αντίστοιχα, και, επομένως, εφόσον ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) δεν κατέστησαν κύριοι και οι ενάγοντες στους οποίους ο Κ. Σ. πώλησε το επίδικο ακίνητο με το .../09-02-2005 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μακρακώμης Γεωργίου Ζήση Πούλου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας απέρριψε την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 ΑΚ (με τη μη εφαρμογή τους), διότι υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων-αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο για παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, γιατί δέχθηκε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία, επειδή δεν το περιέλαβε ως κληρονομιαίο στη δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του πατέρα του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ανωτέρω περιστατικό αναφέρθηκε, ως επιχείρημα του δικαστηρίου για ενίσχυση της κρίσης του περί της μη νομής του επιδίκου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγόντων.

2.- Επειδή, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, δεχόμενο ως πράξεις νομής εκ μέρους του Γ. Σ. τις πιο πάνω αναφερόμενες, ενώ αυτές και συγκεκριμένα η συλλογή ρίγανης, η κοπή χόρτων και κλαδιών η φύλαξη και η εποπτεία του ακινήτου (χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τι συνίσταται η φύλαξη και εποπτεία) δε συνιστούν πράξεις νομής κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη διενέργεια πράξεων νομής εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Ε. Σ. επί του επιδίκου ακινήτου επί τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

3.- Επειδή, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ψέγουν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, διότι, με το να μη αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με ποιο τρόπο η δικαιοπάροχος του Γ. Σ., Α. Σ. απέκτησε τη κυριότητα του επίδικου ακινήτου, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνταν για την παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, πέραν του ότι είναι αλυσιτελής για το λόγο που αναφέρεται πιο πάνω, είναι, σε κάθε περίπτωση και αβάσιμος, αφού δεν απαιτείτο εν προκειμένω η αναφορά του τρόπου κτήσης της κυριότητας της ανωτέρω και αρκούσε η κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων.

4.- Επειδή, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικώς απαριθμούμενες στο άρθρο αυτό πλημμέλειες. Άλλες αιτιάσεις, όπως, ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα, που προτάθηκαν και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας έλλειψης αιτιολογίας σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, που προβλέπονται ως λόγοι αναίρεσης στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, α) με τον τέταρτο μεν λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του επικληθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις), β) με τον πέμπτο λόγο, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμησή του, διότι η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού του επίδικου ακινήτου κατά θέση, έκταση και όρια, γ) με τον έκτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό τους για απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από μέρους τους με τακτική χρησικτησία και τέλος, δ) με τον ίδιο λόγο (έκτο), κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά ορθή εκτίμησή του, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την κτήση της κυριότητας εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου τους με χρησικτησία. Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2009 αίτηση του Ε. Π. κ.α. για αναίρεση της 6/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ