393/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 393 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2011
Legislator headnote
AI generated393/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 393 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 393 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 393/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αργυριάδη.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Δρυλλεράκη και Εμμανουήλ Δρυλλεράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 25-8-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται νομή με διάνοια κυρίoυ επί μία εικοσαετία συνεχώς. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα, υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 976 εδ.α ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με βούληση του νομέα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 980 εδ.α η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ενώ τέλος κατά το άρθρο 982 ΑΚ, αν ο αντιπρόσωπος του νομέα ακινήτου θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης.
Περαιτέρω ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Το έτος 1962 περιήλθαν στον ενάγοντα, από άτυπη διανομή της κείμενης στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας ... πατρικής ακίνητης περιουσίας, τα επίδικα τρία ακίνητα και συγκεκριμένα: 1) Αγρός επιφάνειας 5 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Κ., Σ. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία αδελφών Κ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Τ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., 2) αγρός στη θέση "…", επιφάνειας 5.000 τ.μ. και συνορεύει με ιδιοκτησίες βόρεια κληρονόμων Α. Κ., Ι. Κ., νότια κληρονόμων Ε. Δ. και ανατολικά κληρονόμων Σ. Π. και 3) αγρός στη θέση "..." επιφάνειας 1 στρέμματος με 8 ελαιόδενδρα, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Π., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Δ., νότια με ιδιοκτησία εναγομένου Μ. Κ. και πέραν αυτού με ρυάκι. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έκτοτε νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιατάρακτα, μέχρι σήμερα, τα εν λόγω ακίνητα, δι' αντιπροσώπων νομής, καθώς οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις και η απουσία από την περιοχή επί σειρά ετών δεν του επέτρεπαν αγροτικές ενασχολήσεις, αρχικά δια τον πατέρα των διαδίκων, που πέθανε το έτος 1974, στην συνέχεια δια της μητέρας τους, μέχρι το 1989 και έκτοτε δια του εναγομένου-αδελφού του, για χρόνο, που υπερβαίνει την εικοσαετία, ασκώντας σ' αυτά όλες τις συναφείς με τη φύση, την υφή και τον προορισμό των επιδίκων διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στον αληθινό κύριο και νομέα τους και κυρίως εκμίσθωση της χορτονομής σε διάφορους κτηνοτρόφους της περιοχής, συλλογή ελαιοκάρπου κλπ. Και ότι έτσι κατέστη κύριος των ακινήτων αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Α. το έτος 1965 ο ενάγων ενεγράφη στην Πάντειο Σχολή και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αυτοσυντηρούμενος με τον μισθό του, αφού επέτυχε να προσληφθεί την Αστυνομία Πόλεων, όπου και υπηρέτησε μέχρι το έτος 1967, οπότε απολύθηκε από το δικτατορικό καθεστώς. Τότε μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στις Η.Π.Α., οι οποίες ολοκληρώθηκαν το έτος 1972. Για να ανταπεξέλθει στα έξοδα παραμονής του στην Αμερική και το κόστος διαβίωσης εκεί, πέραν των χρημάτων της υποτροφίας, που του είχε χορηγηθεί και κάποιων περιστασιακών απασχολήσεων, ο ενάγων αναγκάστηκε να ζητήσει την οικονομική συνδρομή του εναγομένου-αδελφού του, κατά το χρονικό διάστημα της πενταετούς παραμονής του στις Η.Π.Α. Ο τελευταίος, που τότε προσποριζόταν ικανοποιητικό εισόδημα, από την εκμετάλλευση της κτηματικής περιουσίας του, αλλά και από την άσκηση του αρκετά προσοδοφόρου ενόψει των συνθηκών της εποχής εκείνης επαγγέλματος του χειριστή χωματουργικών μηχανημάτων, αρχικά στη ... και στη συνέχεια στα ..., περί το τέλος της δεκαετίας του εξήντα, αποδέχθηκε το αίτημα αυτό του ενάγοντος και συνέβαλε οικονομικά, κατά το δυνατόν, στην ολοκλήρωση των σπουδών του τελευταίου στην Αμερική. Σε αντάλλαγμα της προσφοράς του, ο ενάγων, παραιτήθηκε, με σχετικές επιστολές, που του έστειλε, υπέρ του εναγομένου, της νομής των δύο πρώτων επιδίκων ακινήτων. Ο τελευταίος, έκτοτε, δηλαδή τις αρχές του 1970 επιλήφθηκε της νομής των εν λόγω ακινήτων και άσκησε, για λογαριασμό του πλέον, όλες τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιατάρακτα, μέχρι τις 11-7-2002, οπότε του επιδόθηκε η σχετική εξώδικη όχληση-διαμαρτυρία και στη συνέχεια με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, δηλαδή, για χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την τριακονταετία. Όλα τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια και από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως αδελφής των διαδίκων Α. Π., η οποία έχει άμεση και προσωπική αντίληψη της ένδικης διαφοράς. Η αξιοπιστία και αμεροληψία της τελευταίας αμφισβητείται ευθέως από τον ενάγοντα, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν προκύπτει ότι αυτή μπορεί να έχει συμφέρον από την παρούσα δίκη. Ο εναγόμενος, συγκεκριμένα, στο πρώτο από τα επίδικα, το έτος 1972 τοποθέτησε περίφραξη και αφού το ισοπέδωσε με μπουλντόζα, φύτεψε σ' αυτό 500 περίπου ελαιόδενδρα. Επίσης, ισοπέδωσε, το ίδιο έτος, και το δεύτερο επίδικο ακίνητο, στο οποίο φύτεψε 200 περίπου ελαιόδενδρα. Υπό τα περιστατικά αυτά, ο εναγόμενος έγινε κύριος των παραπάνω επιδίκων ακινήτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι ότι το έτος 1977 συμφωνήθηκε μεταξύ εναγομένου, ο οποίος προδήλως διαχειριζόταν και την υπόλοιπη (αδιανέμητη) πατρική περιουσία και του ενάγοντος, να λάβει ο τελευταίος ένα ακίνητο, ώστε να οικοδομήσει σ' αυτό δική του οικία, την οποία δεν διέθετε στα .... Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, η μητέρα των διαδίκων Ε. χήρα Σ. Κ., μεταβίβασε στον ενάγοντα, δυνάμει του με αριθ. 1891/27-6-1989 δωρητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Σπηλίου Παύλου Ζωγραφάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας παραπάνω κτηματικής περιφέρειας, επιφάνειας τριών περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησίες Ε. Π., Γ. Μ., Ε. Π. και Ε. Ρ.. Αντίθετα, αλυσιτελώς επικαλείται ο ενάγων, για να στηρίξει τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, σε σχέση με το πρώτο επίδικο ακίνητο στη θέση "...", το καταρτισθέν τον Αύγουστο του 1987 μεταξύ των διαδίκων και των λοιπών αδελφών τους Α. συζ. Σ. Π. και Γ. Κ., με το οποίο τα τέσσερα αδέλφια συμφώνησαν να συστήσουν προσωρινή οικογενειακή εταιρία με ποσοστό συμμετοχής εκάστου 25%, με σκοπό, εκμεταλλευόμενοι και τη θέση του ενάγοντος ως ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, να ανεγείρουν στο τέως ενιαίο πατρικό ακίνητο στη θέση "...", επιφάνειας, κατά το εν λόγω συμφωνητικό 30 στρεμμάτων, του οποίου θα εμφανίζονταν οι αδελφοί Κ. συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ξενοδοχείο δυναμικότητας 60 κλινών. Η αίτηση αυτή εγκρίθηκε μεν από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού-Διεύθυνση Τουρισμού Κρήτης, δεν υλοποιήθηκε όμως ποτέ, λόγω διαφωνιών, που ανέκυψαν μεταξύ των αδελφών εταίρων. Είναι φανερό ότι πρόκειται για μία καθαρά επιχειρηματική πράξη, η οποία και δεν συνιστά διακατοχική πράξη στο πρώτο επίδικο ακίνητο, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, όπως παραδέχεται και ο τελευταίος, ο εναγόμενος φύτεψε, μετά παρέλευση δύο ετών, το 1989, στο ίδιο ακίνητο άλλα 15 έως 20 ελαιόδενδρα. Ο ενάγων επικαλείται την από 1974 αρχική δήλωση φόρου κληρονομιάς του θανόντος, το ίδιο έτος, πατέρα τους, στην οποία φέρεται καταχωρισμένο και το επίδικο στη θέση "...", η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. Η δε υποβληθείσα συμπληρωματική όμοια το έτος 1996, στην οποία περιλαμβάνεται το ακίνητο αυτό, δεν ασκεί καμία επιρροή στην προκειμένη υπόθεση αφού τότε είχε ήδη συμπληρωθεί η εικοσαετής χρησικτησία του εναγομένου. Ο ενάγων ζούσε στην Αθήνα μέχρι το έτος 1992, οπότε τοποθετήθηκε προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ρεθύμνου, όπου υπηρέτησε μέχρι το έτος 1998, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υπό την συνδρομή των πιο πάνω περιστατικών, που ανάγονται ιδίως στην συμπεριφορά του ενάγοντος και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι ουδέποτε ο τελευταίος, κατά το προαναφερθέν κρίσιμο χρονικό διάστημα, διεκδίκησε οποιοδήποτε μερίδιο, από το παραγόμενο στα παραπάνω επίδικα ελαιόλαδο από τον εναγόμενο, αν ήθελε υποτεθεί ότι ο εναγόμενος πίστευε καλοπίστως ότι ο ενάγων του είχε παραχωρήσει τα εν λόγω ακίνητα, η άσκηση της υπό κρίση αγωγής θα καθίστατο καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., ως υπερβαίνουσα καταφανώς τα όρια, που επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος αυτού. Και τούτο διότι η μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, ενόψει και της μη εναντίωσης του τελευταίου στις δαπάνες, στις οποίες υποβαλλόταν ο εναγόμενος για την καλλιέργεια των ακινήτων αυτών, χωρίς μάλιστα να ζητήσει ποτέ συμμετοχή του ενάγοντος σ' αυτές με αποτέλεσμα να γεννηθεί στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που θα δημιουργείτο, να συνεπαγόταν επαχθείς για τον εναγόμενο συνέπειας. Τέλος, ο εναγόμενος συνομολογεί την κυριότητα του ενάγοντος στο τρίτο επίδικο ακίνητο, αλλά μόνον κατά το ήμισυ της επιφάνειας αυτού (500 τ.μ.) και τα υπάρχοντα στο τμήμα αυτό τέσσερα ελαιόδενδρα, ενώ κατά το υπόλοιπο ήμισυ αυτού και τα λοιπά τέσσερα ελαιόδενδρα, ανήκει στην ιδιοκτησία αυτού (εναγομένου). Το γεγονός αυτό, όμως, δεν επιβεβαιώνεται από κανένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα".
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο έκανε μερικά δεκτή και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου απορρίπτοντας μερικά κατ' ουσίαν τη δική του κατά τα αντίστοιχα κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης και, στη συνέχεια, απέρριψε, μερικά κατ' ουσίαν τη διεκδικητική αγωγή του αναφορικά με τα υπό στοιχεία 1 και 2 περιγραφόμενα σ' αυτή και διεκδικούμενα απ' αυτόν επίδικα ακίνητα, με το να δεχθεί ότι αυτός (αναιρεσείων) μεταβίβασε προφορικά τη νομή των τριών επιδίκων ακινήτων στον αναιρεσίβλητο ως αντάλλαγμα για την οικονομική συνδρομή του τελευταίου στην αποπεράτωση των σπουδών του στην Αμερική, παρόλο που αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν είχε οικονομική δυνατότητα να τον συνδράμει και ο ίδιος εργαζόταν, ότι αυτός (αναιρεσείων) παραιτήθηκε από τη νομή των ακινήτων αυτών με σχετικές επιστολές που έστειλε στον αναιρεσίβλητο και ακόμη με το να δεχθεί ότι η σύσταση ξενοδοχειακής εταιρείας με αντικείμενο την εκμετάλλευση του Ξενοδοχείου που θα ανεγειρόταν στο επίδικο στη θέση "...", κάτι το οποίο όμως δεν υλοποιήθηκε, αποτελούσε μια επιχειρηματική πράξη, η οποία δεν συνιστούσε διακατοχική πράξη, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 980 και 1045 ΑΚ. Επίσης με τους δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με την επίκληση των ιδίων ως άνω περιστατικών, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνεχούς απ'αυτόν άσκησης νομής επί των επιδίκων ακινήτων δια των στην αγωγή αναφερομένων αντιπροσώπων του, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσιβλήτου, χωρίς ποτέ αυτός (αναιρεσείων) να απωλέσει αυτήν. Κρίνοντας έτσι, όπως παραπάνω, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα ήδη αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ'αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι, καίτοι αυτός από το έτος 1962 και εντεύθεν αλλά και το έτος 1989, με τη σύσταση εταιρείας, είχε αναλάβει τη νομή και κατοχή των επιδίκων, και ότι ο αναιρεσίβλητος κακοβούλως ισχυρίζεται ότι ενέμετο τα επίδικα δι' ίδιον λογαριασμόν και όχι ως αντιπρόσωπος του, εντούτοις η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όλως απαραδέκτως και αυθαιρέτως, σχετικώς με τη σύσταση της ξενοδοχειακής εταιρείας, δέχθηκε ότι πρόκειται για μια καθαρά επιχειρηματική πράξη, η οποία και δεν συνιστά διακατοχική πράξη δια το ακίνητο που κείται στη θέση "...". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον πλήττεται με αυτόν η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλείται τις από τους πιο πάνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστοι.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της εν λόγω διατάξεως και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή για το ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος τους και έκτο, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της προκειμένης υποθέσεως, στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση της μάρτυρος Α. Κ., αδελφής των διαδίκων, η οποία δεν είναι αξιόπιστη και στις ένορκες βεβαιώσεις της μάρτυρος συζύγου του αναιρεσίβλητου, η οποία έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, όπως και στην ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Σ. Κ., φίλου του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε όλως αορίστως, ενώ δεν εκτίμησε δεόντως το περιεχόμενο του από Αυγούστου 1987 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων και των δυο άλλων αδελφών τους που αφορά τη σύσταση τουριστικής εταιρείας για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας σε έκταση τους 30 στρεμμάτων, στη θέση "Π." Α., όπως και διάφορα δημόσια έγγραφα που αυτός είχε προσκομίσει. ΟΙ λόγοι αυτοί αναίρεσης, όμως, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι, οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατατέθηκαν, όπως και του περιεχομένου του προαναφερθέντος εγγράφου, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τους παραπάνω λόγους αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμησή του, είναι από τον αριθμό 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ο τελευταίος προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το πιο κάτω έγγραφο, το οποίο αυτός είχε επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνεχούς απ' αυτόν άσκησης νομής επί των επιδίκων, ήτοι το από Αυγούστου 1987 ιδιωτικό συμφωνητικό με το προμνημονευόμενο περιεχόμενο. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και από "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι...". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία αυτού. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-2-2009 αίτηση του Ε. Σ. Κ. για αναίρεση της 62/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ